Αχόρταγη μοναξιά

Δεν την περίμενε αυτήν την πρόταση. Τον έβλεπε που ερχόταν συχνά στο μαγαζί, είχε πιάσει τη ματιά του να την καρφώνει όποτε τον εξυπηρετούσε και τα φωτεινά χαμόγελα που της χάριζε. Όμως δεν μπορεί να ήθελε κάτι παραπάνω από εκείνη. Ήταν απλά ευγενικός. Η μειωμένη της αυτοπεποίθηση σώπαινε βίαια το γυναικείο της ένστικτο. Δεν ήταν αρκετά όμορφη, δεν ήταν αρκετά αδύνατη. Παρότι η καρδιά της λαχταρούσε να τον δει να μπαίνει και να της ζητά το καθιερωμένο πρωινό του εσπρεσσάκι, οτιδήποτε παραπάνω από αυτήν την συναλλαγή θεωρούσε ότι ήταν αποκύημα της φαντασίας της. Ήταν άλλωστε συνηθισμένη στη ματαίωση. Ένα πρωί, όμως, διαψεύστηκε.

«Θα μπορούσα να σε ρωτήσω τι ώρα σχολάς;»

Η Δήμητρα ένιωσε το δέρμα της να φλέγεται. Σιωπή.

«Δε θέλω να φανώ πιεστικός ή περίεργος. Έλεγα μόνο μήπως ήθελες να βγεις μια μέρα από την άλλη πλευρά της μπάρας και να πιούμε μαζί έναν καφέ».

«Στις 6. Σχολάω στις 6» κατάφερε να αρθρώσει.

«Τέλεια! Θα είμαι εδώ. Δε σε πειράζει να πάμε κάπου αλλού, έτσι;»

Του έκανε ένα αρνητικό νεύμα και χαμογέλασε. Τα λακκάκια στα μάγουλά της βάθυναν.

Όπως το υποσχέθηκε, ο Θάνος ήταν συνεπής στο ραντεβού τους. Βγήκαν, μίλησαν με τις ώρες και απόλαυσαν ο ένας την παρέα του άλλου. Άρχισαν ν’ ανταλλάσσουν μηνύματα καθημερινά και να διηγούνται δειλά δειλά την προσωπική τους ιστορία. Προστατευμένοι πίσω από τις οθόνες, έριχναν τις άμυνές τους και γίνονταν φλύαροι στον γραπτό λόγο. Έμαθε ότι ήταν τριάντα χρόνων, ελεύθερος, δούλευε ως υπάλληλος σε μια ασφαλιστική εταιρεία και αγαπούσε τα άλογα και το καλό φαγητό. Είχε καλή σχέση με τους γονείς του που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη και με τον αδερφό του που σπούδαζε ακόμα στην Πάτρα. Μοιράζονταν το ίδιο γούστο στις ταινίες και τις ίδιες απόψεις για τη ζωή. Σιχαινόταν τις διακρίσεις, δήλωνε υπέρμαχος της διαφορετικότητας και του δικαιώματος ο καθένας να ορίζει το σώμα του καταπώς θέλει. Την έκανε να νιώθει όμορφα και κυρίως ασφαλής να είναι ο εαυτός της.

Πέρασε ένας μήνας. Ερχόταν κάθε μέρα στο μαγαζί, αλλά δεν της είχε ζητήσει να ξαναβγούν. Εκείνη το απέδωσε στις προετοιμασίες για το συνέδριο ασφαλιστών που –όπως της είχε πει– η εταιρεία θα τους υποχρέωνε να παρευρεθούν στο τέλος του μήνα, αν και μέσα της, ο φόβος της απόρριψης θέριευε. Λίγο μόνο καθησυχάστηκε, όταν της ζήτησε προκαταβολικά συγγνώμη που δε θα ήταν διαθέσιμος εκείνο το Σαββατοκύριακο. Την Παρασκευή πριν το συνέδριο και με δικαιολογία ότι θ’ αργούσαν να ξαναμιλήσουν, μάζεψε όλο της το θάρρος και του πρότεινε να πάει το βράδυ από το σπίτι της να του κάνει το τραπέζι. Θα μαγείρευε τη σπεσιαλιτέ της˙ αρνάκι με μυρωδικά και πατάτες στο φούρνο. Ο Θάνος δέχτηκε με ενθουσιασμό.

Η Δήμητρα έφυγε τρέχοντας από τη δουλειά να πάει να ψωνίσει και να τα ετοιμάσει όλα. Συγύρισε στα γρήγορα το σπίτι κι έπειτα μπήκε στην κουζίνα. Ακολούθησε τη γνωστή της μαγειρική ιεροτελεστία και σε δυο ώρες το αρνάκι ήταν έτοιμο. Δοκίμασε ελάχιστα για να σιγουρευτεί πως ήταν όπως ακριβώς το ήθελε κι έκανε ατμόσφαιρα στο σαλόνι. Φόρεσε ένα φόρεμα που ήξερε πως κολάκευε κι έκρυβε επιμελώς τις πληθωρικές καμπύλες της κι έκατσε να τον περιμένει.

Η ώρα εννιά. Ούτε τηλέφωνο, ούτε μήνυμα. Εννιά και τέταρτο. Τίποτα. Εννιά και μισή. Είχε αρχίσει να αγχώνεται. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι, βούτηξε τη σακούλα με τα μπισκότα κι έκατσε στον καναπέ. Σκεφτόταν κι έτρωγε. Έτρωγε και σκεφτόταν. Ψίχουλα έπεφταν στο φόρεμά της, αλλά δεν την ένοιαζε. Ο Θάνος είχε μετανιώσει. Και γιατί να μη μετάνιωνε άλλωστε; Δεν της άξιζε ένας τόσο γοητευτικός σύντροφος. Ήταν άσχημη, παχιά κι ανασφαλής. Εννιά παρά τέταρτο. Καμιά της σχέση δεν είχε κρατήσει. Κανείς δεν την άντεχε. Όλοι την παρατούσαν με την πρώτη ευκαιρία κι έμενε μόνη. Το μόνο που της έμενε ήταν το φαγητό. Μ’ αυτό ένιωθε ασφάλεια. Χόρταινε τη μοναξιά της. Γέμιζε το στομάχι της για να καλύπτει την άδεια της καρδιά. Δέκα η ώρα. Η σακούλα με τα μπισκότα άδειασε. Την ώρα που την πετούσε στο τραπεζάκι του σαλονιού, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνος.

«Χίλια συγγνώμη, Δήμητρά μου! Μας κράτησαν υπερωρία σήμερα λόγω του συνεδρίου και δε σηκώσαμε κεφάλι. Είμαι στον δρόμο! Σε πέντε λεπτά είμαι εκεί! Αν ακόμα φυσικά θέλεις να έρθω…»

Παύση.

«Ναι, φυσικά. Καταλαβαίνω. Σε περιμένω. Μην αργήσεις. Θα κρυώσει».

Σαν να την τσίμπησε σφήκα, πετάχτηκε πάνω κι άρχισε να μαζεύει τον χαμό από τρίμματα πάνω στον καναπέ. Έτρεξε στον καθρέφτη να διορθώσει το κραγιόν της, έστρωσε τα μαλλιά της κι άκουσε το κουδούνι να χτυπά διακριτικά. Άφησε τα λακκάκια στα μάγουλά της να φανούν με ένα πλατύ χαμόγελο και του άνοιξε. Ίσως τελικά να είχε έρθει επιτέλους η στιγμή να χορτάσει από ευτυχία.

Related Posts