Είχε καιρό ν’ ανέβει στο χωριό. Βγήκε στον κήπο κι έστριψε ένα τσιγάρο. Έψαξε για τον αναπτήρα του στην τσέπη του, πάνω στο τραπέζι. Πουθενά. Πάλι του τον είχε πάρει ο Κοσμάς. Ο αδερφός του είχε το κακό συνήθειο να σφετερίζεται τους αναπτήρες γνωστών και αγνώστων. Μόνο αναπτήρες όμως. Ζητούσε για ν’ ανάψει τσιγάρο και μόλις έπαιρνε την πρώτη ρουφηξιά, τους έβαζε στην τσέπη και δεν τους επέστρεφε ποτέ. Οι φίλοι του τον είχαν μάθει πια και του άναβαν οι ίδιοι το τσιγάρο, αλλά είχαν και δυο τρεις BIC καβάντζα καλού κακού.
Ο Χάρης έμεινε με το τσιγάρο σβηστό στο στόμα, σαν ζωγράφος που είχε παρασυρθεί από τη φωτιά της έμπνευσης κι είχε ξεχάσει να το ανάψει. Δε βαριέσαι. Μήπως κι ο Χάρης ζωγράφος δεν ήταν; Τι ήθελε κι ανέβηκε; Αφού ήξερε. Τίποτα δε θα κυλούσε απροσδόκητα. Άλλη μια αποκριά στην πόλη, να χορεύουν όλοι σαν τρελοί, να πίνουν, να γλεντάνε και να χάνουν το νόημα μέσα από τα χέρια τους.
Μπήκε μέσα να ετοιμαστεί, σε λίγο θα ερχόταν ο Κοσμάς να τον πάρει με το αυτοκίνητο. Φόρεσε τη μαύρη μάσκα. Το μόνο του καρναβαλικό αξεσουάρ. Κάθε χρόνο το ίδιο. Στην αρχή, την είχε πάρει για να μην τον αναγνωρίζουν μέσα στο πλήθος και ν’ αποφεύγει ανεπιθύμητες χαιρετούρες. Μετά από μερικά χρόνια, τον αναγνώριζαν χάρη σ’ αυτήν. Βαριόταν να ψάξει για καινούρια. Ο Χάρης και η μαύρη μάσκα του είχαν καταντήσει σήμα κατατεθέν της παρέλασης.
Το καρναβάλι είχε ήδη ξεκινήσει. Ο Χάρης στάθηκε λίγο να προσανατολιστεί. Τον Κοσμά τον έχασε γρήγορα από τα μάτια του. Σε λίγο τον είδε να παραμερίζει κόσμο για να τον πλησιάσει, φέρνοντας μαζί και την παρέα. Τον χαιρέτισαν όλοι με τη σειρά. Ο Σταμάτης σχολίασε ότι είχε παχύνει, ο Γιώργος ότι έκαναν μαύρα μάτια να τον δουν, να, σαν τη μάσκα του! Η Ντόρα δε μίλησε. Μόνο του χαμογέλασε. Η μικρή ήταν πάντα τσιμπημένη μαζί του. Είχε κόλλημα με τους καλλιτέχνες κι έψαχνε να βρει το άλλο της μισό σε μια ευαίσθητη μοναχική ψυχή. Γινόταν μοντέλο σε ζωγράφους, μούσα σε μουσικούς, πόζαρε για φωτογράφους. Κι αν της το ζητούσαν, παρείχε και περισσότερες «υπηρεσίες», μόνο και μόνο για να νιώσει την έμπνευση «μέσα της». Ο Κοσμάς, ο Γιώργος κι ο Σταμάτης την πείραζαν, αλλά την πρόσεχαν. Ένιωθε ασφάλεια δίπλα σ’ αυτά τ’ αγόρια που την ήξεραν από κοριτσάκι. Για εκείνους κοριτσάκι θα έμενε πάντα κι αυτό της άρεσε.
Προχώρησαν ο ένας πίσω από τον άλλον, σαν τις κάμπιες στη σειρά, για να μη χαθούν μέσα στη κοσμοσυρροή και στάθηκαν στην πρώτη γραμμή για να δουν την παρέλαση. Μια ομάδα αρλεκίνων χόρευε ξέφρενα και πίσω τους ένα τσούρμο κλόουν κοπανούσαν ο ένας τον άλλον με τα τεράστια πλαστικά ρόπαλα. Το επόμενο άρμα πέρασε από μπροστά τους σαν κήτος που βουτούσε στον ωκεανό των μασκαρεμένων. Ο Χάρης το παρατήρησε. Τίποτα το αξιόλογο. Χρώματα έντονα, μακιγιάζ, καρικατούρες και αστεϊσμοί απλοϊκοί έως χυδαίοι. Μετά από μισή ώρα, η αδιαφορία του είχε χτυπήσει κόκκινο. Και τι δε θα έδινε να βρισκόταν στο αγαπημένο του καφέ στα Εξάρχεια και να σκιτσάρει με την ησυχία του ανυποψίαστους θαμώνες.
Το μαρτύριο –ευτυχώς– τελείωσε νωρίς. Με τον Κοσμά να ηγείται, βγήκαν από την παρέλαση και πήγαν για καφέ. Κάθισαν στρυμωγμένοι, με τη μουσική να χτυπάει στα μηνίγγια τους και να τους εμποδίζει ν’ ανταλλάξουν μια κουβέντα. Ο Χάρης ήπιε τον καφέ κι όπου φύγει φύγει. Πήρε ένα ταξί και γύρισε στο σπίτι. Την επόμενη αρνήθηκε να κατέβει στην πόλη. Θ’ ανέβαινε το μονοπάτι κατά το βουνό να βρει τοπίο να σκιτσάρει. Ο καλλιτέχνης μέσα του πεινούσε και δε θα χόρταινε με σερπαντίνες και χαρτοπόλεμο.
«Έλα βρε αγόρι μου! Ήρθες εδώ για να κλειστείς πάλι μέσα; Απόκριες είναι. Γιορτή χαράς και γλεντιού! Βγες κι εσύ λίγο να χαρείς! Πού ξέρεις; Μπορεί να γνωρίσεις και καμιά καλή κοπέλα!»
«Πού θα βρω, ρε μαμά, κοπέλα της προκοπής; Στο καρναβάλι, ανάμεσα στις πειρατίνες και τις χαβανέζες;»
«Ε ποτέ δεν ξέρεις! Πήγαινε εσύ και βλέπεις. Μην είσαι προκατειλημμένος!»
«Να που θα μας βγάλει και προκατειλημμένους η κυρά Θοδώρα! Άσε με, ρε μαμά. Είπα θα πάω στο βουνό!»
«Ξερό κεφάλι! Ίδιος ο πατέρας σου!» μουρμούρισε δυσαρεστημένη κι έφυγε για την κουζίνα της.
Ξερό κεφάλι, αλλά επηρεασμένος από τα παράπονά της, το σκέφτηκε για λίγο. Μήπως όντως να ξαναπήγαινε; Όχι για να βρει κοπέλα. Για να διασκεδάσει λίγο. Να το ρίξει έξω, βρε αδερφέ! Οι άλλοι πώς το κάνουν δηλαδή; Εκείνος γιατί να μην μπορεί; Λες να είχε δίκιο η κυρά Θοδώρα; Μπορεί έτσι να του ξαναρχόταν κι η έμπνευση. Είχε δυο μήνες να κάνει ένα σκίτσο που να του αρέσει. Πάλι παρασύρθηκε. Έτσι τα κατάφερνε πάντα η μάνα του. Του έσπερνε την αμφιβολία κι έφευγε. Τι κι αν λένε ότι η γυναικά που σε γέννησε σε ξέρει πιο καλά απ’ όλους. Ο Χάρης ένιωθε πως κανείς δε γνώριζε τι γινόταν μέσα του. Ήταν δύσκολος άνθρωπος, αναμφίβολα. Με τις παραξενιές του και τις ευαισθησίες του. Τους εγωισμούς του και τις υποχωρήσεις του. Μα δεν μπορούσε να υποκριθεί. Κι αυτό ήταν που ενοχλούσε περισσότερο τους γύρω του. Δε χωρούσε σε μάσκες. Του προκαλούσαν αλλεργία.
Έφτιαξε την τσάντα του και την έριξε στην πλάτη. Θ’ ανέβαινε στο βουνό, όπως το είχε αποφασίσει. Δεν κάνουν όλοι οι άνθρωποι για καρναβάλι. Κάποιοι είναι προορισμένοι να ντύνονται μόνο την αλήθεια τους.
Κοίταξε τον ουρανό και ξεκίνησε.



