Απομακρύνθηκα από την παραλία. Έπρεπε ν’ ακολουθήσω την πορεία μου, όσο κι αν μου στοίχιζε που θα πέρναγαν τόσες ώρες για να τους ξαναδώ. Είχαν περάσει ήδη δυο γήινα μερόνυχτα που τους είχα εντοπίσει. Λίγο πριν φύγω, μια τελευταία αχτίδα μου αναμείχθηκε μ’ ένα παράξενο φως. Δεν έμοιαζε από αυτά που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να βλέπουν το βράδυ. Είχε παλμό. Ίσως να έμοιαζε μονάχα μ’ έκεινους τους πύργους που στρέφουν το φως γύρω γύρω, πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι γυρίζει η Γη γύρω από τον εαυτό της. Φάρους, θαρρώ, τους ονομάζουν.
Την επόμενη αυγή, στήθηκα και παρατηρούσα. Μέχρι να γυρίσουν επαρκώς για να τους βλέπω, οι άνθρωποι γέμισαν την παραλία, τα κορμιά τους κολυμπούσαν στο νερό που θερμαινόταν ευχάριστα στην παρουσία μου και τα μικρά καΐκια τους έπλεεαν στη θάλασσα με μια αυτοπεποίθηση προκλητική. Κανένα σήμα από το απόκοσμο φως. Ίσως να εμφανιζόταν πάλι όταν έφευγα, στο “ηλιοβασίλεμα” όπως λένε. Δεν κατανοώ τους ανθρώπους. Θεωρούν τη “φυγή” μου ως βασιλεία και κάθονται και με θαυμάζουν τη στιγμή που μου γυρνούν την πλάτη, για ν’ αφοσιωθούν ευθύς αμέσως στο φεγγάρι. Παράξενα πλάσματα!
Το φως ήρθε ξανά το ηλιοβασίλεμα. Αυτή τη φορά οδήγησα την αχτίδα μου ευθύς επάνω του κι εξεπλάγην. Ήταν άνθρωποι! Δύο στον αριθμό. Έπρεπε να βεβαιωθώ αν ήταν ζευγάρι. Αν μεταξύ τους ισχύει κάποια ιδιαίτερη συνθήκη. Γνωρίζω πως το “ζευγάρι” για τους ανθρώπους δεν είναι αριθμητικό, αλλά δηλωτικό σχέσης. Δεν μπορεί να είναι μάνα με γιο, ούτε πατέρας με κόρη, ούτε καν απλοί φίλοι. Ανάμεσά τους πρέπει να έχει μπει ένας θεός. Τον ξέρω καλά αυτόν τον κατεργάρη, από αρχαιοτάτων χρόνων. Ορίζει τις καρδιές των ανθρώπων και τρελαίνει το μυαλό τους. Μ’ αυτόν συνδέουν και το ηλιοβασίλεμά μου.
Να ευθύνεται, όμως, ο Έρωτας γι’ αυτό το φως; Ή μήπως είναι πάλι καμιά από τις ευφυείς επινοήσεις του Ήφαιστου που δοκιμάζει στους ανθρώπους; Για να τους δω καλύτερα, πριν εξαφανιστούν στον ορίζοντα. Χαμογελούν. Δεν κοιτούν εμένα. Σπάνιο. Τα μάτια τους είναι στραμμένα του ενός στον άλλον. Απλώς κοιτάζονται. Καμία άλλη ερωτική εκδήλωση. Το παράξενο φως ξεκινά από τον θώρακα και εκπέμπεται σε παλλόμενα κύματα που τους συνδέουν. Τι σόφισμα είναι αυτό πάλι; Και γιατί προέρχεται μόνο από εκείνους; Απ’ όσο μπορώ να διακρίνω, υπάρχουν κι άλλα ζευγάρια στην παραλία. Ζευγάρια αγκαλιασμένα που θαυμάζουν χρώματα που δεν μπορώ να δω, παρά μόνο σε ανθρώπινους πίνακες και φωτογραφίες. Ομολογώ πως δεν έχουν άδικο ν’ αγαπούν το τελευταίο χάδι μου στη δική τους μεριά της γης.
Ποιο αστέρι να γεννήθηκε σε τούτη την παραλία; Μπορώ εύκολα ν’ αναγνωρίσω τ’ αδέρφια μου, μ’ αυτό ήταν το κάτι άλλο. Δε δημιουργήθηκε από καμία πυρηνική αντίδραση. Αντίθετα, είχε κάτι το υγρό μέσα του, σαν να γεννήθηκε από τρικυμία. Υγρός αστήρ; Αδύνατον! Να κατάφερε ο έρωτας να φτάσει στον πυρήνα; Πέτυχε επιτέλους το αιώνιο όνειρό του να μετουσιωθεί; Τι προκάλεσε αυτή η αλχημεία;
«Η αγάπη».
«Η αγάπη;»
Η Σελήνη ένευσε.
«Μα πώς;»
«Χιλιετίες τώρα σκάβει, τρυπάει και τρυπώνει, ώσπου έλυσε το μυστήριο».
«Και ποια είναι η απάντηση; Ω αγαπημένη μου Σελήνη! Αιώνια συντρόφισσα σ’ αυτήν την αναπόφευκτη πορεία, διαφώτισέ με! Πότε ο έρωτας γίνεται αγάπη;»
«Όταν πρόκειται γι’ αστέρια που προέρχονται από το ίδιο νεφέλωμα και φέρουν μέσα τους την ίδια ποιότητα φωτός. Μόλις συναντηθούν, ο έρωτας τα βοηθά να δουν ο ένας τη λάμψη του άλλου. Να αναγνωριστούν. Ύστερα, φεύγει και καμαρώνει το κατόρθωμά του. Τα δυο μήκη κύματος γίνονται ένα, δημιουργώντας μια αστρική θάλασσα στην οποία επιπλέουν μόνο οι δύο. Το ζευγάρι μπαίνει σε τροχιά και μέχρι να έρθει η στιγμή να σβήσει το κοινό πλέον άστρο του, πορεύεται γαλήνια και με συνέπεια, όπως εσύ, ω βασιλιά Ήλιε».
«Αξιοθαύμαστο! Αστέρια στον πλανήτη Γη! Και χρειάστηκε ένας τρελός θεός για να τα ενεργοποιήσει. Εύγε έρωτα! Εύγε!»



