Tag

έρωτας

Ένα ζευγάρι αστέρια

21 Ιουνίου, 2026

Απομακρύνθηκα από την παραλία. Έπρεπε ν’ ακολουθήσω την πορεία μου, όσο κι αν μου στοίχιζε που θα πέρναγαν τόσες ώρες για να τους ξαναδώ. Είχαν περάσει ήδη δυο γήινα μερόνυχτα που τους είχα εντοπίσει. Λίγο πριν φύγω, μια τελευταία αχτίδα μου αναμείχθηκε μ’ ένα παράξενο φως. Δεν έμοιαζε από αυτά που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να βλέπουν το βράδυ. Είχε παλμό. Ίσως να έμοιαζε μονάχα μ’ έκεινους τους πύργους που στρέφουν το φως γύρω γύρω, πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι γυρίζει η Γη γύρω από τον εαυτό της. Φάρους, θαρρώ, τους ονομάζουν.

Την επόμενη αυγή, στήθηκα και παρατηρούσα. Μέχρι να γυρίσουν επαρκώς για να τους βλέπω, οι άνθρωποι γέμισαν την παραλία, τα κορμιά τους κολυμπούσαν στο νερό που θερμαινόταν ευχάριστα στην παρουσία μου και τα μικρά καΐκια τους έπλεεαν στη θάλασσα με μια αυτοπεποίθηση προκλητική. Κανένα σήμα από το απόκοσμο φως. Ίσως να εμφανιζόταν πάλι όταν έφευγα, στο “ηλιοβασίλεμα” όπως λένε. Δεν κατανοώ τους ανθρώπους. Θεωρούν τη “φυγή” μου ως βασιλεία και κάθονται και με θαυμάζουν τη στιγμή που μου γυρνούν την πλάτη, για ν’ αφοσιωθούν ευθύς αμέσως στο φεγγάρι. Παράξενα πλάσματα!

Το φως ήρθε ξανά το ηλιοβασίλεμα. Αυτή τη φορά οδήγησα την αχτίδα μου ευθύς επάνω του κι εξεπλάγην. Ήταν άνθρωποι! Δύο στον αριθμό. Έπρεπε να βεβαιωθώ αν ήταν ζευγάρι. Αν μεταξύ τους ισχύει κάποια ιδιαίτερη συνθήκη. Γνωρίζω πως το “ζευγάρι” για τους ανθρώπους δεν είναι αριθμητικό, αλλά δηλωτικό σχέσης. Δεν μπορεί να είναι μάνα με γιο, ούτε πατέρας με κόρη, ούτε καν απλοί φίλοι. Ανάμεσά τους πρέπει να έχει μπει ένας θεός. Τον ξέρω καλά αυτόν τον κατεργάρη, από αρχαιοτάτων χρόνων. Ορίζει τις καρδιές των ανθρώπων και τρελαίνει το μυαλό τους. Μ’ αυτόν συνδέουν και το ηλιοβασίλεμά μου.

Να ευθύνεται, όμως, ο Έρωτας γι’ αυτό το φως; Ή μήπως είναι πάλι καμιά από τις ευφυείς επινοήσεις του Ήφαιστου που δοκιμάζει στους ανθρώπους; Για να τους δω καλύτερα, πριν εξαφανιστούν στον ορίζοντα. Χαμογελούν. Δεν κοιτούν εμένα. Σπάνιο. Τα μάτια τους είναι στραμμένα του ενός στον άλλον. Απλώς κοιτάζονται. Καμία άλλη ερωτική εκδήλωση. Το παράξενο φως ξεκινά από τον θώρακα και εκπέμπεται σε παλλόμενα κύματα που τους συνδέουν. Τι σόφισμα είναι αυτό πάλι; Και γιατί προέρχεται μόνο από εκείνους; Απ’ όσο μπορώ να διακρίνω, υπάρχουν κι άλλα ζευγάρια στην παραλία. Ζευγάρια αγκαλιασμένα που θαυμάζουν χρώματα που δεν μπορώ να δω, παρά μόνο σε ανθρώπινους πίνακες και φωτογραφίες. Ομολογώ πως δεν έχουν άδικο ν’ αγαπούν το τελευταίο χάδι μου στη δική τους μεριά της γης.

Ποιο αστέρι να γεννήθηκε σε τούτη την παραλία; Μπορώ εύκολα ν’ αναγνωρίσω τ’ αδέρφια μου, μ’ αυτό ήταν το κάτι άλλο. Δε δημιουργήθηκε από καμία πυρηνική αντίδραση. Αντίθετα, είχε κάτι το υγρό μέσα του, σαν να γεννήθηκε από τρικυμία. Υγρός αστήρ; Αδύνατον! Να κατάφερε ο έρωτας να φτάσει στον πυρήνα; Πέτυχε επιτέλους το αιώνιο όνειρό του να μετουσιωθεί; Τι προκάλεσε αυτή η αλχημεία;

«Η αγάπη».

«Η αγάπη;»

Η Σελήνη ένευσε.

«Μα πώς;»

«Χιλιετίες τώρα σκάβει, τρυπάει και τρυπώνει, ώσπου έλυσε το μυστήριο».

«Και ποια είναι η απάντηση; Ω αγαπημένη μου Σελήνη! Αιώνια συντρόφισσα σ’ αυτήν την αναπόφευκτη πορεία, διαφώτισέ με! Πότε ο έρωτας γίνεται αγάπη;»

«Όταν πρόκειται γι’ αστέρια που προέρχονται από το ίδιο νεφέλωμα και φέρουν μέσα τους την ίδια ποιότητα φωτός. Μόλις συναντηθούν, ο έρωτας τα βοηθά να δουν ο ένας τη λάμψη του άλλου. Να αναγνωριστούν. Ύστερα, φεύγει και καμαρώνει το κατόρθωμά του. Τα δυο μήκη κύματος γίνονται ένα, δημιουργώντας μια αστρική θάλασσα στην οποία επιπλέουν μόνο οι δύο. Το ζευγάρι μπαίνει σε τροχιά και μέχρι να έρθει η στιγμή να σβήσει το κοινό πλέον άστρο του, πορεύεται γαλήνια και με συνέπεια, όπως εσύ, ω βασιλιά Ήλιε».

«Αξιοθαύμαστο! Αστέρια στον πλανήτη Γη! Και χρειάστηκε ένας τρελός θεός για να τα ενεργοποιήσει. Εύγε έρωτα! Εύγε!»

Έρωτα προσκύνημα

14 Φεβρουαρίου, 2025,

Τα χείλη σου με ευλάβεια φιλώ
και πίνω τις λέξεις τους
σαν νάμα.
Μεθώ κι αφήνομαι
στο πλάι του λαιμού σου.
Λίγο πιο κάτω
- εκεί στο λακκάκι -
τα δάχτυλα ακουμπώ,
στην ταπεινή τούτη του πάθους λίμνη,
που πάλλεται στο άγγιγμα μου.
Στο στήθος σου
του έρωτα ναό
στέκω και προσκυνώ,
μετρώντας τους χτύπους έναν - έναν.
Κι εκείνο το ιερό φιλί
γυρνώ ξανά
να μεταλάβω.

Το νόημα

Στάθηκα στα συντρίμμια μια στιγμή
να φωτογραφίσω την εικόνα στη μνήμη.
Ήρθες δίπλα μου και ρώτησες.
"Τι ψάχνεις;"
"Νόημα" αποκρίθηκα.
"Δε θα το βρεις εδώ" μου είπες.
"Το νόημα δεν κρύβεται στην καταστροφή".
"Και πού να ψάξω;" αναρωτήθηκα απογοητευμένη.
"Φτιάξε κάτι" πρότεινες.
Σε κοίταξα.

Μου άπλωσες το χέρι.
"Πάμε".
Πήρα ό,τι μου πρόσταξε η καρδιά και σ' ακολούθησα.
Σε λίγο σταμάτησα.
Κοίταξα τ' απομεινάρια που κουβαλούσα
κι απελπίστηκα.
"Τι θα φτιάξω μ' αυτά; Είναι όλα μαγαρισμένα" διαπίστωσα.
"Μη βλέπεις τι είναι, αλλά τι μπορείς εσύ να κάνεις"
με συμβούλεψες.

Τότε κατάλαβα πως το νόημα είναι η ίδια η δημιουργία
κι όχι τα υλικά ή το αποτέλεσμα.

"Κι όταν τελειώσω;".
"Θα φτιάξεις κάτι άλλο".

Τότε είδα πως το νόημα δεν είναι κάτι σταθερό.
Το βρίσκεις για να το ξαναχάσεις και να το ξαναβρείς.
Κάθε φορά και λίγο πιο μεστό.

"Θα με βοηθήσεις;".
"Γι'αυτό είμαι εδώ".

Άφησα κάτω όσα κρατούσα κι έπιασα το χέρι σου.
Τότε παρηγορήθηκα πως ό,τι δημιουργήσω
από εδώ και πέρα θα έχει κάτι από την αγάπη σου.

Πρωτομαγιά του έρωτα

Ντύθηκε ο Μάιος με χρώματα
κι ένα στεφάνι κόκκινο άφησε να φυλά
το μνημείο του αγνώστου ερωτευμένου.

Για να τιμήσει η ελπιδοφόρα άνοιξη
τους αγώνες του να κρατήσει ζωντανή
τη φλόγα του έρωτα
εις τους αιώνας των αιώνων.

Αλήθεια ή έρωτας

Ντύθηκα ένα ψέμα και χτύπησα την πόρτα σου.
Με θαύμασες.
Είπες πως ήμουν ό, τι ζητούσες.
Γύρισα κι έφυγα χωρίς προειδοποίηση.
Σ' άφησα έκπληκτο κι ερωτευμένο με το ψέμα μου.
Μου ζήτησες μια εξήγηση και σου είπα την αλήθεια.
Απογοητεύτηκες.
Απομακρύνθηκες.
Με κατηγόρησες πως σε κορόιδεψα.
Είπες πως με προτιμούσες όπως ήμουν πριν.
Πως ήμουν πιο αληθινή.
Πίστεψες το ψέμα μου περισσότερο από εμένα.
"Δεν είναι δυνατόν" μονολογούσες.
Ντύθηκα ξανά και σε παρηγόρησα.
Δε σου άξιζε μια ψεύτρα.
Ζήτησα συγγνώμη κι έκλεισα την πόρτα.
Σε σένα, τον έρωτα κι εμένα την ίδια,
που δεν είχα τη δύναμη για έναν έρωτα κάλπικο
ν' απαρνηθώ την αλήθεια μου.

Το φευγιό μιας άνοιξης

23 Φεβρουαρίου, 2023

«Ακούς, αγάπη μου; “Ανεξιχνίαστος παραμένει ο θάνατος των δύο ηλικιωμένων που βρέθηκαν νεκροί στο κρεβάτι τους την περασμένη Πέμπτη”. Μας έβγαλαν στις ειδήσεις! Τους έκανε εντύπωση, λέει, πως κρατιόμασταν από το χέρι. Πού να ξέρουν! Θυμάσαι τότε, αγάπη μου, που σου ζήτησα για πρώτη φορά να μου κρατάς το χέρι ό,τι κι αν γίνει; Νέοι ήμασταν κι επιπόλαιοι, με θέρμη στην καρδιά και σφριγηλό το σώμα. Το εννοούσα όμως. Ήξερα πως δε θα ήταν όλα ρόδινα. Το γνώριζες κι εσύ. “Πού πας με τη σιτεμένη;” σου έλεγαν, κι ας είχαμε μόνο τέσσερα χρόνια διαφορά. Είκοσι δύο εσύ και είκοσι έξι εγώ. Συγγενείς, γνωστοί και γείτονες. Οι αχθοφόροι των «πρέπει» και των «μη».

»Γεμάτη θύελλες ήταν η ζωή μας. Άνεμοι λυσσασμένοι πάσχιζαν από παντού να μας χωρίσουν. Δεν ευλογούνται οι μεγάλες αγάπες σ’ αυτή τη ζήση, αγάπη μου. Είναι καταδικασμένες σε συμφορές πελώριες σαν βράχια, για να προσκρούει πάνω ο φθόνος των ανθρώπων και να συντρίβεται απ’ την ηδονή που δεν θα νιώσουν ποτέ.

»Έρχονται οι θύμησες τόσο ζωντανές. Λες αυτό να είναι που λένε πως περνά όλη η ζωή μπροστά από τα μάτια σου όταν πεθαίνεις; Τα μάτια σου! Σαν να ‘ταν τώρα τα θυμάμαι που έλαμπαν από ευτυχία, όταν σου το είπα. Και που μούσκευαν με δάκρυα το μαξιλάρι σου τα βράδια, όταν το χάσαμε. Πόσο καλός πατέρας θα γινόσουν! Μείναμε μόνοι, να μεγαλώνουμε ο ένας με τον άλλον, σαν ένα κλωνάρι που βαστά δυο λουλούδια μαζί. Δεν έχω παράπονο. Ίσως να μην αξίζαμε μεγαλύτερη ευτυχία από την αγάπη μας…

»Ύστερα, ήρθε το σκοτάδι. Τόσο απρόσμενα. Τι κι αν σου πρότεινα να χρησιμοποιήσω ένα μπαστούνι. “Εγώ είμαι τα μάτια σου τώρα” μου αποκρίθηκες. Έγινες το φως κι ο οδηγός μου. Μου ‘σφιξες το χέρι πιο δυνατά και δεν το άφησες ποτέ πια.

»Ακούς τι λένε; “Το αποτέλεσμα της νεκροψίας αναμένεται να δώσει περαιτέρω φως στην υπόθεση”. Πώς περιμέναμε τούτη την ώρα, θυμάσαι; Στάσου λίγο στο φως να σε δω. Έχω τόσα χρόνια ν’ αντικρίσω το πρόσωπό σου… Κι όμως, δεν άλλαξες. Σαν να μην χάιδεψε ο χρόνος τα μαλλιά σου, ούτε κι οι στεναχώριες το δέρμα σου. Όλα είναι αέρινα πια, ακόμα και τα χέρια μας, το άγγιγμά μας που τα ενώνει. Ακούς τον αέρα; Το παράθυρο είναι ανοιχτό. Ακούς τα χελιδόνια που τιτιβίζουν στο δέντρο; Πάμε, αγάπη μου…»

Καθημερινός Βαλεντίνος

14 Φεβρουαρίου, 2023

Το κλασικότερο αντεπιχείρημα για όσους δε συμπαθούν τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου είναι πως ο έρωτας δεν θα έπρεπε να γιορτάζει μια φορά τον χρόνο αλλά κάθε μέρα. Όταν αγαπάς, εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου στο έτερόν σου ήμισυ ανεξαρτήτως χρονικής στιγμής. Πόσο εφικτό είναι αυτό στην εποχή μας άραγε;

Στην πορεία της σχέσης δύο ανθρώπων, ο έρωτας έρχεται αντιμέτωπος με δυο εχθρούς. Τον χρόνο και την καθημερινότητα. Υπάρχει η αντίληψη πως όσο πιο πολλά χρόνια περνούν μαζί δυο άνθρωποι, τόσο ο έρωτάς τους λιγοστεύει. Βασικός συντελεστής σ’ αυτή τη μείωση είναι φυσικά η διαβρωτική δύναμη της ρουτίνας.

Ο έρωτας, ως κατεξοχήν ενθουσιώδης και ρομαντικός, βάλλεται διαρκώς από τον ρεαλισμό και την υλιστικό χαρακτήρα της καθημερινότητας. Θέματα διαδικαστικά, οικονομικά, εργασιακά απασχολούν τόσο πολύ το μυαλό μας, που δεν προλαβαίνουμε πολλές φορές να αισθανθούμε, όχι έρωτα, αλλά οτιδήποτε. Η καρδιά σταδιακά γερνά και κουρασμένη γέρνει να απολαύσει μονάχα οτιδήποτε της αφαιρεί το αίσθημα του άγχους που την πνίγει.

Μέσα σ’ αυτό το αντίξοο κλίμα της σημερινής εποχής, ο έρωτας καλείται να επιβιώσει. Να μην αποδυναμωθεί. Μα είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς να είναι ενεργό το εργαλείο που μπορεί να τον νιώσει; Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι άλλο από το γήρας της καρδιάς.

Ποτέ δεν έζησε ο έρωτας σε μια καρδιά φθαρμένη. Ακόμα κι αν φώλιασε σε γερασμένα σώματα, η καρδιά που τα κρατούσε ζωντανά ήταν ακόμα νεανική και έσφυζε από ζωή. «Ο έρωτας χρόνια δεν κοιτά», λέει ο λαός κι έχει δίκιο. Η ηλικία δεν παίζει ρόλο «όσο το λέει η καρδιά σου».

Πώς όμως μένει μια καρδιά νέα για να μπορέσει να συντηρήσει τον έρωτα; Η απάντηση δεν είναι πάντα προφανής ούτε εύκολα εφαρμόσιμη. Χρειάζεται μικρά αλλά δυνατά «συναισθηματικά σοκ» θετικής χροιάς. Χρειάζεται να νιώσει όλα αυτά τα όμορφα, η στέρηση των οποίων τη γέρασε. Να συγκινηθεί με μια λησμονημένη ανάμνηση και να αναβιώσει τον χαμένο της έρωτα για τη ζωή την ίδια.

Η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου, επομένως, δεν ενδείκνυται μόνο για τους φρεσκοερωτευμένους και τα νεανικά ζευγαράκια. Περισσότερη ανάγκη την έχουν εκείνοι που έχουν ξεχάσει τι θα πει έρωτας. Εκείνοι που καθημερινά αγκαλιάζουν τη ρουτίνα σαν έναν άχαρο Βαλεντίνο που τους απομυζά την ενέργεια.

Αν είχα μια ευχή για τη σημερινή μέρα, θα ήταν να υπήρχαν περισσότερες σαν κι αυτή μέσα στον χρόνο, για να μας υπενθυμίζουν πως συντήρηση δε χρειάζεται μόνο η επιχείρηση, το αυτοκίνητο κι ο καυστήρας, αλλά και η καρδιά.

Η συμβουλή μου; Διώξε τον καθημερινό τοξικό Βαλεντίνο που κρατά όμηρο τα συναισθήματά σου και νιώσε ξανά τι θα πει έρωτας. Για έναν άνθρωπο, για τη δημιουργία, για τη ζωή.

Φοίνικας πόθος

Αλωνίζω στ’ αμετάβλητα σοκάκια της ρουτίνας
μ’ έναν πόθο μασκαρεμένο αδιαφορία.
Τον προστατεύω στοργικά κάτω από τη φτερούγα
των ονείρων που μοιράζομαι μ’ ένα τραχύ μαξιλάρι,
μουσκεμένο από τα δάκρυα της ματωμένης ελπίδας μου.
Ποιος θα νοιαστεί για τα ανείπωτα;
Ποιος ενδιαφέρεται για ό, τι δεν έχει φωνή;
Τι κι αν κραυγάζει πιο δυνατά
κι από την ακούρδιστη μπάντα του χαμένου χρόνου.
Τι κι αν φαίνεται πιο καθαρά
κι από τον ξάστερο ουρανό της ειλικρίνειας
σε δυο μάτια που δεν έμαθαν να λένε ψέματα.
Ποιος νιώθει το αδιόρατο
αν όχι μέσα από την παραμελημένη ενσυναίσθηση
που λαχταρά ν’ αφυπνιστεί;
Ποτέ ο πόθος δεν πέθανε από τα χέρια του αντικειμένου του.
Αυτόχειρας που σέρνεται
στα σκοτεινά στενά της λήθης
δηλητηριασμένος από την πίκρα της απογοήτευσης.
Εκεί, που η ρουτίνα επιβάλλεται της μνήμης
και απωθεί πεισματικά την απώλεια,
θα γεννηθεί ξανά.
Ο φοίνικας πόθος που σβήνει τον θάνατο
με την αέναη ομορφιά της ζωής.

Αν μ’αγαπάς, να με προσέχεις

Αν μ' αγαπάς...
Σε μια υπόθεση ακουμπώ δειλά την ελπίδα μου.
Αν...
Από δυο γράμματα εξαρτάται η αγάπη σου.
Να με προσέχεις.
Μια επιθυμία της ψυχής μου.
Να...
Σε δυο γράμματα κλείνω την καρδιά μου και στη δωρίζω.
Δεν είναι απαίτηση.
Όταν αγαπά πραγματικά η καρδιά, δε ζητά για να πάρει.
Μονάχα συμβουλή είναι.
Αν μ' αγαπάς, να με προσέχεις.

Νοσταλγικό φεγγάρι

Νοσταλγικό απόψε το φεγγάρι.
Αναζητά το άλλο του μισό.
Εκείνο που αχόρταγα του ‘κρυψε το σκοτάδι
κι έμεινε μοναχό σ’ έναν ατέρμονο αγώνα
πλήρωσης κι εκπλήρωσης.

1 2 3 4