«Εσύ πότε θα παντρευτείς;»
Άρχισε την επίθεση με το που μπήκε στο δωμάτιο.
«Ο κόσμος λέει πρώτα καλημέρα, μαμά…» πέταξε η Δώρα κουρασμένα κι ας είχε μόλις ξυπνήσει. Ούτε μια Κυριακή δε μπορούσε πια να ηρεμήσει. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια παραπάνω κούπα καφέ. Ώστε η κυρα–Μαρία έφταιγε για την πρωινή ανάκριση.
«Είχες επισκέψεις;» ρώτησε τη μητέρα της βάζοντας το άδειο φλιτζάνι στον νεροχύτη.
«Η Μαρία. Ήρθε να μου φέρει το προσκλητήριο για το γάμο του γιου της».
Μπίνγκο!
«Μπα! Βρήκε γυναίκα ο Νικολάκης;»
«Εκείνος βρήκε γυναίκα και μάλιστα από καλή οικογένεια. Εσύ να δούμε πότε θα βρεις;»
«Γυναίκα;» το γύρισε στο χιούμορ μπας και γλίτωνε.
«Μμμ…εξυπνάδες. Ας έβρισκες και γυναίκα, ναι. Από το να μου μείνεις στο ράφι, καλύτερα. Σαράντα χρονών έφτασες πια! Πότε θα προλάβεις να κάνεις ένα παιδάκι; Εγγόνια δε θα δω εγώ;»
«Ωχ, ρε μαμά, πρωί πρωί!»
«Πρωί. Τι πρωί; 11 πήγε η ώρα! Αλλά βέβαια, την κουράσαμε την πριγκιπέσσα με τη γκρίνια μας. Να το βουλώσουμε, κυρία μου, να δούμε ποιος θα ενδιαφερθεί για την αφεντιά σας!» είπε η κυρα–Λενιώ και της γύρισε την πλάτη.
Η Δώρα ανακουφίστηκε, νομίζοντας πως το κήρυγμα είχε τελειώσει, αλλά το προσκλητήριο είχε κάνει μεγαλύτερη ζημιά απ’ ό,τι υπολόγιζε. Η μάνα της το πήρε και το πέταξε μπροστά της στο τραπέζι, τη στιγμή που η Δώρα έβαζε την πρώτη γουλιά καφέ στο στόμα της.
«Πότε είναι;»
«Την επόμενη Κυριακή».
«Α δεν μπορώ. Έχω κανονίσει».
«Τι κανόνισες, μωρέ; Να βγεις με τον γκόμενο ή να πας βόλτα τη γάτα;» Η Λενιώ σήκωσε το φρύδι ίσα με τα μαλλιά της. Εκείνη την ώρα, σαν να το κατάλαβε, ο Κωστής πήδηξε πάνω στο τραπέζι και πήγε να τριφτεί στη Δώρα, τραβώντας την προσοχή της.
«Καλώς τον μου!»
«Ναι χάιδεψέ τον! Που περίμενα να φέρεις γαμπρό κι εσύ κουβάλησες γάτο!»
«Μην την ακούς, Κωστή μου! Εσένα αγαπάω μόνο! Τι να τους κάνω τους άντρες; Να μου ζαλίζουν το κεφάλι; Εσύ με καταλαβαίνεις και το μόνο που ζητάς είναι το πατεδάκι σου!»
Ο Κωστής τής νιαούρισε σαν να συμφωνούσε και κατέβηκε να κουρνιάσει στα πόδια της.
«Εμένα κανείς δε με σκέφτεται..»
«Αμάν, ρε μαμά! Όχι άλλο κάρβουνο!! Τι θέλεις δηλαδή; Τη δουλειά μου δεν την έχω; Δε συνεισφέρω στο σπίτι; Έχεις παράπονο; Θα προτιμούσες δηλαδή να μείνεις μόνη σαν τον κούκο απ’ όταν έφυγε ο μπαμπάς;»
Η Δώρα άγγιξε ευαίσθητη χορδή.
«Βρε κοριτσάκι μου, για σένα το λέω. Φυσικά και σε θέλω για παρέα μου! Αλλά δεν είναι φυσιολογικό όλο αυτό. Δε θες να έχεις κι εσύ μια οικογένεια; Μια σχέση; Να έχεις το σπίτι σου;»
«Θέλω, ρε μαμά, αλλά νομίζεις είναι εύκολο; Σ’το έχω πει εκατό φορές, δε γουστάρω να συμβιβαστώ σε μια σχέση, απλά και μόνο για να είμαστε συγκάτοικοι που μοιράζονται το ενοίκιο και τα έξοδα».
«Ο ρομαντισμός θα σε φάει!»
«Ναι, ρε μαμά! Γιατί δηλαδή, εσύ τον μπαμπά από έρωτα δεν τον πήρες;»
Ο κυρ–Στέφανος είχε έναν χρόνο που είχε φύγει. Η απώλειά του ήταν ακόμη νωπή. Η κυρά–Λενιώ αρνιόταν να βγάλει τα μαύρα. Αφού είχε φύγει ο Στέφανός της, θα τα φόραγε μια ζωή. Τι κι αν ήταν ακόμα εξήντα δύο χρόνων κι όλοι της έλεγαν πως θα μπορούσε να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Τι κι αν την καλοκοίταζαν στο ΚΑΠΗ, που την έπεισε η κυρα–Μαρία να γραφτεί για παρηγοριά και για τις εκδρομές. Η καρδιά της είχε κλείσει.
Η Δώρα μετάνιωσε για την ερώτησή της. Κι η δική της καρδιά είχε κλείσει μετά τον Λευτέρη. Δεν ήταν γεννημένη γεροντοκόρη. Είχε ερωτευτεί και μάλιστα με πάθος. Μα σαν τη μάνα της, δεν είχε μάτια γι’ άλλον. Οι φίλοι της έλεγαν πως θα το ξεπεράσει. Τη συμβούλευαν να προχωρήσει. Μα η εικόνα του μέσα στον θάλαμο, με τα σωληνάκια στο πρόσωπο και τα αίματα παντού, δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό της. «Δυστύχημα» είπαν στις ειδήσεις. Η νταλίκα τον είχε παρασύρει και παρά το κράνος που φορούσε, δεν είχε καμία ελπίδα. Η Δώρα ήταν δύο μηνών έγκυος. Εκείνο το βράδυ θα του το ανακοίνωνε. Μα η ζωή είναι αμίμητη στην ειρωνεία ώρες ώρες.
Αφού δεν το είπε σ’ εκείνον, δεν το είπε πουθενά. Μετά από τρεις μέρες, είδε αίμα. Ο Λευτέρης είχε πάρει μαζί και το παιδί τους. Δεν της είχε μείνει τίποτα πια. Γύρισε στο πατρικό της, πάλεψε με την κατάθλιψη, τη νίκησε και δε θέλησε να ξαναφύγει. Όταν έφυγε ο πατέρας της, στάθηκε βράχος. Έγινε εκείνη μάνα για τη μάνα της, γιατί ήξερε. Πού την έβρισκε τη δύναμη αυτό το παιδί; Η Λενιώ, χαμένη στο πένθος της, είχε σταματήσει το κήρυγμα. Μα μόλις πέρασε λίγο ο καιρός, θέλησε να ξεπληρώσει τη συμπαράσταση. Δε σκόπευε να σπαταλήσει τη ζωή της κόρης της. Το ‘νιωθε βάρος στη μητρική της συνείδηση. Προσπάθησε να την παρακινήσει. Άγαρμπα μεν, αλλά μήπως δεν είναι άχαρο ν’ αγγίζει κανείς τις πληγές; Κι η δική της πονούσε τώρα.
«Ο έρωτας…υπερεκτιμημένο πράμα. Θα ζήσουμε και χωρίς αυτόν».
Έτριψε με δύναμη έναν λεκέ στο πλακάκι πάνω από τον νεροχύτη, πήρε μια άπλυτη πετσέτα κι έφυγε με φούρια από την κουζίνα. Η Δώρα έσκυψε το κεφάλι και χάιδεψε τον Κωστή.
«Τι λες κι εσύ, ρε Κωστή;»
«Νιααρ».
«Δίκιο έχεις. Καλύτερα οι δυο μας».
Στο μπαλκόνι, δυο λευκά περιστέρια ήρθαν και κάθισαν πάνω στην κουπαστή. Πέταξαν δυο φορές μπροστά από το παράθυρο της κουζίνας κι έφυγαν ξανά για τον ουρανό τους.



