Οι φύλακες άγγελοι δε δέχονται το όχι


Ο οδηγός του λεωφορείου φρέναρε απότομα. Ο πεζός είχε αποφασίσει να περάσει τον δρόμο μόλις το φανάρι άναψε πράσινο για τ’ αυτοκίνητα.

«Μα τι κάνει;»

«Δεν την θέλεις τη ζωή σου ρεε; Κι εμείς τι φταίμε;»

Ο άντρας λιποθύμησε μπροστά στο σταματημένο λεωφορείο.

«Παναγία μου! Είναι καλά ο άνθρωπος;»

Οι επιβάτες άφησαν τα σχόλια και κάλεσαν ασθενοφόρο. Ο οδηγός τηλεφώνησε στην υπηρεσία του να ενημερώσει για το απρόοπτο. Γιατί ατύχημα δεν ήταν. Δεν τον είχε καν ακουμπήσει. Είχε και μάρτυρες.

Ο Φερνάντο περνούσε από εκεί, γυρίζοντας από φωτογράφιση. Παραξενεύτηκε από το πλήθος του κόσμου που είχε μαζευτεί και σταμάτησε να δει τι συνέβαινε. Ένας φωτογράφος έχει πάντα την ίδια περιέργεια μ’ έναν συγγραφέα. Επιβάτες και περαστικοί είχαν σταθεί γύρω από τον λιπόθυμο άντρα, σαν τις μύγες γύρω από το φαγητό, άλλοι σαστισμένοι, άλλοι περίλυποι, άλλοι από περιέργεια για τη συνέχεια. Ο Φερνάντο παραμέρισε μερικούς κι έφτασε στο σημείο. Πλησίασε τον πεσμένο άντρα, έτοιμος να του παράσχει τις πρώτες βοήθειες. Εκείνο το σεμινάριο του είχε φανεί αρκετές φορές χρήσιμο τελικά. Γύρισε το πρόσωπό του και παραμέρισε τα ακατάστατα γκριζαρισμένα του μαλλιά. Μα για μια στιγμή. Αυτός ο άντρας δεν του ήταν άγνωστος. Ήταν ο αγαπημένος του ζητιάνος!

Εδώ κι ένα χρόνο, τον έβλεπε κάθε μέρα στο ίδιο σημείο, καθισμένο στα στρωσίδια του, χωρίς να ζητά ελεημοσύνη. Είχε ένα φθαρμένο κυπελάκι δίπλα του κι όποιος ήθελε μπορούσε να ρίξει τον οβολό του. Αν και ρακένδυτος, ήταν τόσο γραφική η φιγούρα του που του τράβηξε το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Λες κι οι κακουχίες έχουν μια ειρωνική δύναμη να βγάζουν από τον άνθρωπο την πονεμένη αλήθεια του και να τη ζωγραφίζουν στις ρυτίδες, στις κόγχες των ματιών, στα αφυδατωμένα χείλη.

Μια μέρα, δεν άντεξε και του ζήτησε την άδεια να τον φωτογραφίσει. Κάτι στην αύρα αυτού του άντρα τον μαγνήτιζε. Ο ζητιάνος τον κοίταξε με τα μεγάλα γαλάζια μάτια του. Τι παράξενο! Είχαν τα ίδια μάτια. Ο Φερνάντο ανατρίχιασε στη σκέψη πως ο ζητιάνος ήταν απλώς ο ίδιος σ’ ένα παράλληλο σύμπαν. Παρόλα αυτά, επέμεινε. Του έταξε φαγητό, πρόσβαση σε μπάνιο, καινούρια ρούχα και να μεσολαβήσει για να μπει στο πρόγραμμα αστέγων του δήμου, ώστε να μπορέσει να έχει ένα μέρος να μείνει.

Όση ώρα μιλούσε, ο ζητιάνος σώπαινε. Τον κοιτούσε μ’ αυτό το βλέμμα που εμπεριείχε όλον τον πόνο του κόσμου, θαρρείς. Ο Φερνάντο σκέφτηκε πως μόνο σοφίες μπορούσαν να βγουν από αυτά τα χείλη. Ο ζητιάνος τον ακολούθησε χωρίς να πει κουβέντα. Του μιλούσε μονάχα με τα μάτια. Κατευθύνθηκαν προς το διαμέρισμά του Φερνάντο. Του έδειξε το μπάνιο και του έδωσε καθαρές πετσέτες και καθαρά ρούχα. Μέχρι να τελειώσει, ο Φερνάντο είχε παραγγείλει φαγητό και για τους δυο, είχε στρώσει το τραπέζι και τα είχε σερβίρει όλα σε γενναιόδωρες ποσότητες μέσα σε μεγάλα πιάτα. Ήταν το ωραιότερο τραπέζι που είχε κάνει ποτέ.

Κάθισαν να φάνε. Ο Φερνάντο παρατηρούσε διακριτικά τον άστεγο, που ακόμα δεν ήξερε το όνομά του. Δεν έτρωγε λαίμαργα όπως θα περίμενε κανείς. Απολάμβανε την κάθε μπουκιά, λες και ήταν η τελευταία του. Πώς να είναι να στερείσαι τα βασικά; αναρωτήθηκε ο Φερνάντο. Ήταν τυχερός στη ζωή του. Μεγάλωσε με τη μητέρα του σ’ ένα προάστιο δίπλα στη θάλασσα. Δεν τους έλειψε ποτέ τίποτα. Ο πατέρας του, γόνος καλής οικογένειας, είχε φροντίσει να τους εξασφαλίσει πριν χωρίσουν με τη μητέρα του. Ο Φερνάντο ήταν μόλις τριών όταν τον είδε για τελευταία φορά.

Στην εφηβεία του, ανακάλυψε το ταλέντο του στη φωτογραφία. Παρότι ήταν άριστος μαθητής, δήλωσε στη μητέρα του πως αυτό ήθελε να σπουδάσει. Φωτογραφία. Τίποτε άλλο δεν είχε νόημα για εκείνον. Η οικονομική τους κατάσταση του επέπτρεπε την πολυτέλεια να κυνηγήσει το όνειρό του και ν’ αφοσιωθεί σε αυτό. Μέχρι τα εικοσιπέντε του, είχε γίνει ένας από τους σπουδαιότερους φωτογράφους με διεθνή φήμη.

Αφού τελείωσαν το δείπνο, ο Φερνάντο τον οδήγησε στο στούντιό του. Είχε παλέψει αρκετά μέσα του για το αν θα τον φωτογράφιζε πριν ή μετά τη μεταμόρφωση, αλλά το θεώρησε ανήθικο να τον πληρώσει με φαγητό για να τον φωτογραφίσει. Ούτως ή άλλως, αυτός ο άνθρωπος είχε μια γοητεία που ανάβλυζε από κάθε πόρο του σώματός του. Δε θα είχε σημασία τι φορούσε.

Τον έβαλε να καθίσει σ’ ένα ψηλό σκαμπό και ξεκίνησε. Τα κλικ έπεφταν βροχή. Δε χόρταινε ν’ ανακαλύπτει γωνίες του προσώπου του, καθώς το φως και οι σκιές το χάιδευαν από διαφορετική οπτική γωνία. Ο Φερνάντο βρισκόταν σε καλλιτεχνικό οίστρο. Πρώτη φορά ένιωθε τέτοια έξαψη.

Όταν έδειξε τις φωτογραφίες στον ατζέντη του, εκείνος γκρίνιαξε. Διαφωνούσε κάθετα με τον έντεχνο πειραματισμό του –όπως αποκαλούσε την ανάγκη του Φερνάντο ν’ αλλάξει θέμα στις εκθέσεις του.

«Εσύ φωτογραφίζεις τοπία, κτίρια, δρόμους και τοίχους. Άσε τους ανθρώπους. Είναι δύσκολο θέαμα».

Ο Φερνάντο όμως, πεισματάρης και καλομαθημένος, δεν ήξερε τι θα πει όχι. Πάτησε πόδι και απαίτησε η επόμενη έκθεσή του να είναι αποκλειστικά με τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει τον Κριστιάν και μάλιστα το θέμα να είναι το όνομά του.

Η έκθεση πραγματοποιήθηκε, ο Κριστιάν όμως δεν εμφανίστηκε στα εγκαίνια. Όταν του το πρότεινε ο Φερνάντο, υποσχόμενος πως αυτή είναι η ευκαιρία του ν’ αλλάξει ζωή, να φύγει από το πεζοδρόμιο, ο Κριστιάν αρνήθηκε. Ο καλοζωισμένος Φερνάντο βλαστήμησε την υπερηφάνεια του ζητιάνου. Δεν ήταν παρά εγωισμός, τη στιγμή που η αξιοπρέπεια στην κατάστασή του ήταν ανόητη.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδε. Είχε περάσει ένας μήνας από τότε και τώρα τον έβλεπε εδώ μπροστά του, ευτυχώς ζωντανό. Το ασθενοφόρο δεν άργησε. Ο Κριστιάν διακομίστηκε στο νοσοκομείο κι ο Φερνάντο δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό του, φροντίζοντας να έχει την καλύτερη δυνατή περίθαλψη. Οι γιατροί είπαν πως ο οργανισμός του ήταν απλά εξαντλημένος. Δεν διέτρεχε κάποιον κίνδυνο.

Όταν συνήλθε, η παρουσία του Φερνάντο τον σόκαρε.

«Τι ζητάς εσύ εδώ;»

«Μάλλον είμαι ο φύλακας άγγελός σου κι ας μη θέλεις να το παραδεχτείς!»

Ο Κριστιάν χαμογέλασε. Ήταν η πρώτη φορά που φαινόταν μια αχτίδα χαράς στο ταλαιπωρημένο του πρόσωπο.

«Έτσι μπράβο! Θα μου πεις τώρα τι συνέβη; Και κυρίως, θα μου εξηγήσεις γιατί δεν ήρθες στην έκθεση; Κανείς δε λέει όχι στον Φερνάντο!»

«Έτσι ήσουν από μικρός…δεν το δεχόσουν το όχι…»

Ο Φερνάντο τον κοίταξε σαστισμένος.

«Ξέρω ότι πέρασε από το μυαλό σου, αλλά δε θέλησες να το δεχτείς».

«Τι εννοείς, Κριστιάν;»

«Αν πετύχαινε η σημερινή απόπειρα, όλα θα είχαν πάει κατ’ ευχήν και για τους δυο μας».

«Θα μου πεις επιτέλους τι συμβαίνει; Δεν καταλαβαίνω τίποτα!»

«Τώρα πια δεν έχω άλλη επιλογή. Πόσο εύκολο θα ήταν για σένα, Φερνάντο, ν’ αποδεχτείς πως ο αριστοκράτης πατέρας σου κατάντησε ζητιάνος;»

Σιωπή. Ο Κριστιάν συνέχισε.

«Όσο εύκολο θα ήταν για μένα να σε κοιτάξω στα μάτια τη στιγμή που θα το μάθαινες».

Ο Φερνάντο απέστρεψε το βλέμμα του. Όταν τον ξανακοίταξε, τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα.

«Οι φύλακες άγγελοι δε δέχονται το όχι. Δεν το ήξερες… πατέρα;»

Related Posts