Η παλιά πορσελάνη στο κέντρο του τραπεζιού ήταν η μόνη παραφωνία στην κατά τ’ άλλα απλοϊκή καλύβα. Απομεινάρι των παλαιότερων γενεών, ο Ιγκόρ το φυλούσε ως κόρην οφθαλμού για να θυμάται ότι ο κόσμος δεν ήταν πάντοτε έτσι. Κάποτε, υπήρχε η τέχνη του χειροποίητου και οι άνθρωποι έφτιαχναν πανέμορφα αντικείμενα, πολλά από τα οποία προορίζονταν για να διακοσμούν τον χώρο. Του άρεσε να ταξιδεύει πίσω στο χρόνο μέσα από αυτά τα αντικείμενα κι ας τον αποκαλούσαν στα κρυφά «ρακοσυλλέκτη». Δεν τους παρεξηγούσε. Είχαν μάθει να κατασκευάζουν μόνο σπαθιά και δόρατα με τα χέρια τους.
Η διακόσμηση ήταν πολυτέλεια μετά τη μεγάλη πλημμύρα. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να επιβιώσουν, όχι να ζήσουν. Ο Ιγκόρ είχε διαβάσει πως η ευτυχία βρίσκεται στα απλά κι η ομορφιά στα περιττά. Στο χωριό του, τίποτα δεν ήταν περιττό. Όλα εξυπηρετούσαν κάποιον σκοπό. Ακόμα και οι άνθρωποι. Κανείς δεν τεμπέλιαζε. Δούλευαν όλοι σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή για να συντηρούν τον Ναό, από φόβο μην έρθει καινούρια πλημμύρα και τους εξαφανίσει από προσώπου γης.
Ο Ναός, στα μάτια του Ιγκόρ, ήταν γεμάτος περιττά αντικείμενα, όμως κανείς άλλος δε συμμεριζόταν την οπτική του. Τα σιδερένια τάματα, τα μικρά αγαλματίδια από πηλό, οι τοιχογραφίες, δε θεωρούνταν τέχνη. Ήταν όπλα επιβίωσης. Ακόμα και οι άνθρωποι που τα κατασκεύαζαν και τα προσέφεραν δεν ονομάζονταν καλλιτέχνες, αλλά «μεσολαβητές» και οι άνθρωποι που τα παράγγελναν δεν ήταν εραστές της τέχνης, αλλά «δωρητές». «Δωρητής» γινόταν ο αρχηγός κάθε οικογένειας, ο οποίος αναλάμβανε να βρει τα κατάλληλα αφιερώματα για να εξευμενίσει τις Οντότητες του Ναού.
Σήμερα θα γινόταν η μεγάλη τελετή. Ο γιος του αρχηγού έφτανε επιτέλους τα 23 του χρόνια ζωής. Ήταν η σειρά του να ζήσει την Αποκάλυψη, όπως όλοι οι νέοι πριν από αυτόν. Από το πρωί, ο Αρσέν πηγαινοερχόταν νευρικά μέσα στην καλύβα της οικογένειάς του. Κι αν αυτό που θα του αποκάλυπτε ο Ναός για το χωριό ήταν καταστροφικό; Πώς θα μπορούσε να γίνει φορέας κακών μαντάτων; Όλοι θα τον είχαν για κακορίζικο και θα τον απέφευγαν. Η ζωή του θα καταστρεφόταν όπως του δύσμοιρου Ντιμίτρι, που πήρε τον χρησμό για την τελευταία πλημμύρα. Είχαν περάσει σαράντα χρόνια από τότε, αλλά κανείς δεν τον πλησίαζε. Ο Ντιμίτρι κατέφυγε στο πιο απομακρυσμένο καλύβι, αποκλεισμένος από όλους. Ο Αρσέν δεν ήθελε να φύγει μακριά από την οικογένειά του.
Στους πρόποδες του βουνού που ορθωνόταν ο Ναός, ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί. Ο Ιγκόρ φρόντιζε να μη δημιουργείται συνωστισμός και να λύνει μικροδιαφορές που δημιουργούνταν για το ποιος θα στέκεται στην μπροστινή σειρά. Η θέση του φύλακα του χωριού είχε το προνόμιο της μοναξιάς και της απομόνωσης, αλλά κάτι τέτοιες μέρες συναναστρεφόταν με παραπάνω κόσμο απ’ όσο μπορούσε ν’ αντέξει.
Η οικογένεια του αρχηγού φάνηκε. Ο αρχηγός Άναξ προπορευόταν, με τη γυναίκα του, Λαΐσα, πάντα στο πλάι του. Πίσω τους, ο Αρσέν, αρματωμένος με τη φορεσιά της Αποκάλυψης. Μια στολή που έμοιαζε με αυτή των ιπποτών του μεσαίωνα, όπως είχε ανακαλύψει ο Ιγκόρ στα βιβλία του, με τη διαφορά ότι αντί για σταυρό, είχε ζωγραφισμένο στο στήθος ένα ηλιοτρόπιο, σύμβολο του ήλιου που έδυε μεγαλόπρεπα πίσω από τον Ναό και που είχε χαρίσει το όνομά του στο Όρος του Ήλιου. Τελευταία ακολουθούσαν τα δυο μικρότερα παιδιά της οικογένειας. Κοιτούσαν αποσβολωμένα το πλήθος του κόσμου που τους κύκλωνε καθώς διέσχιζαν το μονοπάτι για το Όρος.
Οι παλάμες του Αρσέν είχαν ιδρώσει και το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς. Είχε ακούσει πάμπολλες ιστορίες για τη μέρα της Αποκάλυψης. Είχε συμβουλευτεί τον καλό του Ιγκόρ, που είχε δεχτεί να γίνει μέντοράς του από όταν ήταν μικρός. Εκείνος τον είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν έτοιμος. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν ν’ ανοίξει το μυαλό του και να δεχτεί τον χρησμό. Όποιος κι αν ήταν.
«Ο χρησμός ακολουθεί πάντα την καρδιά του οραματιστή. Δεν υπάρχει καμία παγίδα πέρα από αυτές που εμείς στήνουμε στον εαυτό μας. Αν στην καρδιά σου υπάρχει το καλό του τόπου σου, ο χρησμός θα λειτουργήσει υπέρ σου» του είχε εκμυστηρευτεί ο Ιγκορ. Κι όμως, σήμερα η καρδιά του σκιρτούσε σαν να βάδιζε προς τον τάφο του. Κακός οιωνός.
Η πομπή έφτασε στον προορισμό της. Το πλήθος ζητοκραύγαζε για να δώσει κουράγιο στον νέο οραματιστή. Παρά τον ενδόμυχο φόβο τους μη φέρει καταστροφικά μαντάτα, η μέρα της Αποκάλυψης ήταν η μόνη τους ελπίδα για ένα σημάδι πως η εποχή της πλημμύρας, που τους είχε καθηλώσει σ’ αυτόν τον βαλτότοπο, βάδιζε προς το τέλος της. Ο αρχηγός πήρε τον λόγο.
«Η σημερινή μέρα είναι μια αχτίδα αισιοδοξίας για τον τόπο μας. Ο πρωτότοκός μου, Αρσέν, θ’ ανέβει στο Όρος. Η Επικοινωνία του με τις Οντότητες του Ναού θα είναι μυστική. Θα λάβει δύο μηνύματα. Ένα για τον ίδιο κι ένα για το χωριό μας. Όταν επιστρέψει, θ’ αποκαλύψει το μήνυμα που προορίζεται για εμάς και θ’ αποσιωπήσει το μήνυμα που απευθύνεται στον ίδιο. Αυτός θα είναι ο χρησμός του. Αρσέν, είθε ο Ήλιος να φωτίζει τον δρόμο σου». Το πλήθος επανέλαβε δυνατά την τελευταία φράση του αρχηγού.
Ο Αρσέν έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον Ιγκόρ για να πάρει δύναμη. Ο Ιγκόρ ανοιγόκλεισε αργά τα μάτια του με σιγουριά για να του δείξει ότι του είχε εμπιστοσύνη ότι θα τα καταφέρει. «Πήγαινε» είπε από μέσα του. «Ευχαριστώ για όλα, δάσκαλε» απάντησε ο Αρσέν μ’ ένα χαμόγελο κι άρχισε ν’ ανεβαίνει το μονοπάτι για να ξυπνήσει τη μοίρα του, που κοιμόταν πίσω από τη θεόρατη σιδερένια πόρτα, κάμποσα μέτρα πιο ψηλά.



