Πόσες φορές είχε αναρωτηθεί τι θα γινόταν αν δεν έπιανε αυτή τη ζελοειδή γλίτσα και δεν είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο εγκαίρως. Ίσως όλα να είχαν καταλήξει αλλιώς και τώρα να μη σημείωνε τις σκέψεις της μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό κελί.
Είχαν κανονίσει αυτό το μπάνιο από την προηγούμενη εβδομάδα. Είχε φτάσει τέλος Ιουνίου κι ακόμα δεν είχαν βρέξει τα πόδια τους. Η Μίνα την πίεζε εδώ και πόσες βδομάδες, αλλά η Δέσποινα επέμενε πως αν δεν έπιαναν για τα καλά οι ζέστες, δε θα έμπαινε στη θάλασσα. Το Σάββατο είχαν κανονίσει ραντεβού για αποτρίχωση με κερί και το βράδυ ποτάκι στο αγαπημένο τους μπαράκι. Είχαν υποσχεθεί να μην πιούν παρά μόνο ένα κοκτέιλ για να ξεκινήσουν νωρίς την εξόρμηση της επόμενης ημέρας.
Το πρωί της Κυριακής έβαλαν τα μαγιό τους, πήραν τα σακίδιά τους και ξεκίνησαν νωρίς με το μηχανάκι. Θα πήγαιναν Ανάβυσσο, στην αγαπημένη τους παραλία. Ο δρόμος δεν είχε ιδιαίτερη κίνηση και για καλή τους τύχη πέτυχαν ομπρέλα στην πρώτη σειρά. Όλα έμοιαζαν ευνοϊκά. Άπλωσαν τις πετσέτες τους και ξάπλωσαν να εισπνεύσουν λίγη αλμύρα.
Σε λίγο, η Μίνα δεν κρατήθηκε άλλο και βούτηξε. Η Δέσποινα την ακολούθησε διστακτικά. Μπήκε στη θάλασσα αργά, βρέχοντας με το χέρι το σώμα της για να συνηθίσει τη θερμοκρασία. Το νερό δεν ήταν ιδιαίτερα κρύο, οπότε η κρυάδα της πρώτης βουτιάς ήταν ανεκτή. Κολυμπούσαν συζητώντας για τη χθεσινή βραδιά, όταν χτύπησε το τηλέφωνο της Μίνας. Εκείνη έτρεξε να το σηκώσει, ενώ η Δέσποινα παρέμεινε στο νερό. Τι ήταν αυτό που έφεραν τ’ απόνερα που άφησε η Μίνα βγαίνοντας; Πλαστική σακούλα; Παραήταν λείο. Έκανε να το αγγίξει νομίζοντας πως επρόκειτο για σαλούφα και το μετάνιωσε αυτοστιγμεί. Η κραυγή της ακούστηκε σ’ όλη την παραλία. Η Μίνα έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο και πήγε να δει τι συνέβαινε. Τσούχτρα!
«Μα τι σκεφτόσουν!» τη μάλωσε μέσα στον πανικό της, όταν η Δέσποινα της αποκάλυψε ότι την έπιασε.
«Είσαι αλλεργική;»
«Ε…δεν ξέρω! Πονάω! Κάνε κάτι!»
Ευτυχώς η παραλία διέθετε ναυαγοσώστη, ο οποίος έσπευσε να βοηθήσει. Της καθάρισε την περιοχή του τσιμπήματος και τη ρώτησε το ίδιο με την Μίνα. Η Δέσποινα δεν κατάφερε ν’ απαντήσει. Με το ζόρι μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Κάλεσαν ασθενοφόρο κι η κοπέλα μεταφέρθηκε στο Ασκληπιείο Βούλας με οξύ αλλεργικό σοκ.
Ο Αντώνης είχε εφημερία εκείνη την ημέρα. Είχε βαρεθεί τη ζωή του γιατί τίποτα δε συνέβαινε. Σκεφτόταν πόσο σαδιστής ήταν που παρακαλούσε να πάθει ο κόσμος κάτι για να έχει κάτι να κάνει. Όταν έφεραν τη Δέσποινα, χαμογέλασε ικανοποιημένος και την ανέλαβε αμέσως. Ενημερώθηκε από τους νοσηλευτές ότι της έκαναν ένεση αδρεναλίνης κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο κι έδωσε εντολή να της βάλουν οξυγόνο και να της χορηγήσουν ενδοφλέβια υγρά.
Μέχρι το απόγευμα, είχε συνέλθει. Ο Αντώνης δεν έφυγε από δίπλα της. Δεν ήταν μόνο ωραία κοπέλα. Είχε κάτι πάνω της που τον τραβούσε. Λόγω θέσης, του ήταν δύσκολο να την προσεγγίσει. Της έδωσε το τηλέφωνό του με την πρόφαση πως ήθελε να τον ενημερώσει αν νιώσει κάτι και την ελπίδα να το χρησιμοποιήσει με δική της θέληση.
Τέσσερις μήνες μετά, ήταν ήδη ζευγάρι. Η Δέσποινα ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του. Τόσο που δεν έβλεπε κανένα από τα σημάδια. Ούτε αυτά που της έκανε στους καρπούς από το σφίξιμο, ούτε τα εσωτερικά που ξέπλενε με κλάματα τα βράδια. Εκείνο το βράδυ ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που σήκωσε χέρι πάνω της. Ο έρωτας της Δέσποινας εξατμίστηκε μεμιάς. Δεν ήταν απλά σκληρός άντρας, όπως της άρεσε. Ήταν βίαιος κι εκείνη δεν ήταν διατεθειμένη να μπλέξει με κάποιον σαν τον πατέρα της. Το χτύπημα που του κατάφερε στο κεφάλι με το φίλτρο του νερού ήταν κι αυτό που την οδήγησε στο κελί. Δεν μετάνιωνε. Μόνο αναρωτιόταν. Τι θα είχε γίνει αν όλα εξελίσσονταν διαφορετικά εκείνη την ημέρα;
Εκείνη την ημέρα τη σχεδίαζαν από καιρό με τη Μίνα. Θα πήγαιναν μια ξεκούραστη εκδρομή στη θάλασσα. Την προηγούμενη είχαν κανονίσει περιποίηση σώματος και χαλαρό ποτάκι. Το ένα έγιναν δυο κι ύστερα τρία και τέσσερα. Το πρωί δεν είχαν ξυπνημό, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν για την παραλία κατά το μεσημέρι. Έφτασαν στην Ανάβυσσο και όλες οι μπροστινές ξαπλώστρες ήταν πιασμένες. Βολεύτηκαν στην τρίτη σειρά κι έτρεξαν κατευθείαν στη θάλασσα. Κολυμπούσαν και συζητούσαν για το χθεσινό βράδυ. Το τηλέφωνο της Μίνας χτύπησε, αλλά ήταν μακριά για να το ακούσει. Τα δυο κορίτσια χαλάρωναν ανέμελα μέσα στο νερό, ενώ λίγο μέτρα πιο βαθιά, τρεις τσούχτρες περνούσαν χωρίς να τα ενοχλήσουν.
Στο νοσοκομείο, ο Αντώνης τελείωσε την εφημερία του και ξεκίνησε για την παραλία. Είχε πάντα το σακίδιο με το μαγιό και την πετσέτα στο αυτοκίνητο, αφού η θάλασσα ήταν κοντά. Προτιμούσε, όμως, να πηγαίνει λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, μέχρι την Ανάβυσσο. Του άρεσε εκείνη η παραλία. Τέτοια ώρα θα είχε φύγει κι ο περισσότερος κόσμος, οπότε θα το απολάμβανε. Έπιασε μια ξαπλώστρα στην τρίτη σειρά, πλάι σε δυο κοπέλες. Η μία ήταν ο τύπος του. Ποιος ξέρει; Ίσως να ήταν η τυχερή του μέρα!



