Τον παρακολουθούσα καθώς οργάνωνε τα εργαλεία του πριν ξεκινήσει. Τα τοποθετούσε από το μεγαλύτερο προς το μικρότερο˙ τα εργαλεία με τη σφαιρική άκρη κι εκείνα με τις συρμάτινες θηλιές, τις σμίλες, τις γλυφίδες και τις σπάτουλες. Από τη δεξιά πλευρά, έβαζε τα κομμάτια πηλού που θα χρειαζόταν. Πρώτα απ’ όλα, έστηνε το στήριγμα. Ένα ίσιο σίδερο που προεξείχε από μια κυκλική βάση. Έπλαθε τον κορμό και το κεφάλι και τα στερέωνε, ώστε να μπορεί να δουλεύει τη φιγούρα όρθια. Στα σημεία που θα έμπαιναν τα χέρια και τα πόδια, έμπηγε μικρά κομμάτια σίδερο για να τα ενώσει με τον κορμό.
Η πρώτη φιγούρα που θα έφτιαχνε σήμερα ήταν ο Ποσειδώνας, που πόζαρε σε μια εικόνα απέναντί του, κραδαίνοντας την τρίαινα για να δαμάσει τα κύματα. Αρχικά, πρόσθεσε όγκο στο πρόσωπο, έσκαψε βαθουλώματα για τα μάτια και σμίλεψε τη μύτη και τα χείλη. Αφού γέμισε τα μάτια και σχημάτισε τα βλέφαρα, έπλασε ένα μακρόστενο κομμάτι πηλού, το στερέωσε στο σαγόνι και με το ειδικό μαχαιράκι, χάραξε γραμμές για να δώσει μορφή στη γενειάδα.
Σειρά είχαν τα μαλλιά, το στέμμα, τα χέρια και τα πόδια και τέλος τα ρούχα. Το ένα του χέρι ακουμπούσε στη μέση του, ενώ το άλλο κρατούσε την τρίαινα, το κοντάρι της οποία έφτιαξε από ένα λεπτό κομμάτι ξύλο. Ο Ποσειδώνας στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά και γύρω από τη μέση του τυλιγόταν ένα χιτώνιο. Εξαιρετικό κομμάτι, αν με ρωτάτε. Όταν τελείωσε, το έβαλε στον φούρνο κι έπιασε να φτιάχνει τη γοργόνα που είχε σκοπό να στήσει ακριβώς δίπλα του. Όχι τόσο καλή ιδέα, αν μου επιτρέπετε, γιατί τα λέπια της ουράς της του πήραν ατέλειωτη ώρα. Τόση που νομίζω πως με πήρε ο ύπνος. Εκείνος όμως συνέχισε ακάθεκτος. Το απόγευμα θα στήναμε πάλι τον πάγκο στην παραλία, όποτε έπρεπε να έχει τελειώσει μέχρι το μεσημέρι.
Κάθε μέρα, έφτιαχνε δυο με τρεις φιγούρες για να έχει απόθεμα. Οι πωλήσεις δεν ήταν ποτέ μεγάλες. Ζήτημα να πουλούσε τρία αγαλματάκια την ημέρα. Την καλοκαιρινή σεζόν που ο κόσμος ξοδεύει πιο εύκολα, ίσως να έφτανε και τα έξι ή εφτά. Τότε ήταν χαρούμενος και δούλευε με περισσότερη όρεξη.
Στον πάγκο, εκτός από τις μινιατούρες, είχαμε κι άλλα πιο φθηνά αναμνηστικά, όπως ζωγραφισμένα βότσαλα και ξύλινες γαλέρες που τις αγόραζε έτοιμες καλουπωμένες και τις διακοσμούσε στο χέρι. Τους κολλούσε κι ένα μαγνητάκι από την πίσω μεριά κι έγραφε επάνω το όνομά του νησιού. Αυτά πουλούσαν περισσότερο και κοσμούσαν τις κουζίνες τους, όπως μου έλεγε.
«Ο κόσμος αγαπά να βλέπει το παρελθόν του κολλημένο στο ψυγείο». Εγώ τον πίστευα και κουνούσα την ουρά μου δείχνοντας ότι κατάλαβα. Είχα μάθει τόσα από όταν με βρήκε –κουτάβι ήμουν ακόμα– κι αποφάσισε να με κάνει βοηθό του. Ήξερα όλα τα εργαλεία απέξω και του τα έφερνα, αν κάποιο ξεχνούσε ή του έπεφτε εν ώρα εργασίας.
Στην παραλία, καθόμουν ήσυχα δίπλα του και παρατηρούσα τους ανθρώπους. Κάποιες φορές με παρατηρούσαν κι αυτοί. Αυτό πότε ήταν κακό και πότε καλό. Κακό αν έδιναν σημασία μόνο σε μένα κι όχι στα έργα του, καλό όταν τους τραβούσα την προσοχή και χάρη σ’ εμένα έριχναν και μια ματιά στον πάγκο. Όπως και να έχει, δε με αποχωριζόταν ποτέ. Ήμουν το γούρι του όπως έλεγε. Όντως ήμουν, αφού με έλεγε “Γούρη”.
Σήμερα είχε αρκετό κόσμο. Τον Ιούλιο πάντα έχει τουρίστες το νησί. Περπατούν χέρι–χέρι, σκορπώντας το βλέμμα τους τριγύρω κι αδειάζοντας το κεφάλι τους από έγνοιες και τις τσέπες τους από λεφτά, όπως έλεγε εκείνος.
Χάρηκα πολύ όταν ένας άνδρας ρώτησε για τον Ποσειδώνα. Του είπε ότι ήταν “ναυτικός”. Δεν την είχα ξανακούσει αυτή τη λέξη. Ενθουσιάστηκε με τη λεπτομέρεια της φιγούρας και αποφάσισε να το πάρει και να το βάλει στο γραφείο του, λέει, για να του θυμίζει τη μεγάλη του αγάπη, τη θάλασσα, τώρα που έγινε στεριανός,
«Κοίτα Γούρη! Κι άλλη ανάμνηση πουλήσαμε!» είπε χαμογελώντας και μου χάιδεψε παιχνιδιάρικα το κεφάλι, όπως έκανε κάθε φορά που μια φιγούρα έφευγε από τον πάγκο. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί του άρεσε τόσο πολύ να μπλέκεται με τις αναμνήσεις ξένων, αν και μια φορά που είχαμε κάνει τζίρο οχτώ φιγούρες, μεθυσμένος από χαρά, μου είχε εξομολογηθεί το μεράκι του.
«Α ρε Γούρη! Ξέρεις γιατί είναι τόσο σημαντικό αυτό που κάνουμε;» Του γάβγισα για να συνεχίσει. «Στις διακοπές τους, οι άνθρωποι γεμίζουν τις μπαταρίες τους για να αντέξουν να περάσουν όλον τον υπόλοιπο καιρό, που είναι γεμάτος δουλειά και σκοτούρες. Ρουφούν αχόρταγα εικόνες, νοτίζουν το δέρμα τους με αλμύρα και ήλιο, ηχογραφούν με το μυαλό τους τον παφλασμό της θάλασσας. Κι όλα αυτά ξέρεις που τα αποθηκεύουν για να μην τα ξεχάσουν; Στα αναμνηστικά που παίρνουν φεύγοντας από τον τόπο μας. Όπως καταλαβαίνεις δε φτιάχνουμε απλά αγαλματάκια κι άλλα διακοσμητικά μπιχλμπίδια, αλλά μικρά δοχεία που χωρούν όλες τις όμορφες στιγμές κι όλη τη γλύκα που αφήνουν οι διακοπές. Καμιά φορά, βέβαια, μπορεί να μετατραπεί σε πίκρα, αλλά μη σε ζαλίζω με τα ανθρώπινα. Σημασία έχει πως εμείς αγκαλιάζουμε αναμνήσεις. Κατάλαβες;»
Ξαναγάβγισα.
«Μπράβο το αγόρι μου!»
Μπορεί να μην κατάλαβα, αλλά εκείνος ήταν χαρούμενος κι αυτό ήταν αρκετό για να γεμίσει το δικό μου δοχείο ευχάριστων αναμνήσεων!



