
– Sparks, γιατί με κοιτάς έτσι;
– Σε φοβάμαι, μητέρα.
– Με φοβάσαι;;; Γιατί, αγάπη μου; Εγώ σε λατρεύω! 😍
– Θα το δεχτώ, αφού μου πεις πώς φτιάχτηκαν αυτές οι παντόφλες! Ψάχνομαι τόση ώρα και ευτυχώς δε μου λείπει ούτε πόδι ούτε χέρι. Λέγε! Ποιο ζώο θυσιάστηκε για να γίνουν;
– ΤΙ ΛΕΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ;;; Πας καλά; Τι ζώο;
– Μα είναι φως φανάρι, αφού μοιάζουν με τα σχέδια της γούνας μου! Τάμπι χρησιμοποίησαν!
– Sparks μου, οι παντόφλες έχουν σχέδιο λεοπάρ!
– Ιιιιιιι αγγίξατε και τις μεγάλες γάτες τώρα; Αυτές είναι υπό εξαφάνιση! Σα δε ντρέπεστε!
– Παιδί μου, σύνελθε! Πλαστικές είναι οι παντόφλες! Το σχέδιο είναι τυπωμένο!
– Ε πες το τόση ώρα κι έχει πάει η καρδιά μου στην Κούλουρη και δεν ξέρω και πού είναι αυτό!
– Και δε μου λες, πες ότι μπερδεύτηκες. Με έχεις εμένα για άνθρωπο που θα ήθελε το κακό των ζώων;
– Πολύ ωραίες οι παντόφλες σου, μητέρα! Και τώρα που τρίβομαι πάνω τους, διαπιστώνω πως πρέπει να είναι και πολύ αναπαυτικές!
– Μην αλλάζεις κουβέντα, Sparks!
– Ποια κουβέντα καλέ; Εγώ ήθελα να σε επαινέσω που έχεις τόσο ωραίο γούστο και να ρωτήσω αν μπορώ έτσι να βολευτώ εδώ δίπλα τους, που ταιριάζουμε και τόσο πολύ! Να! Κοίτα!
– 🙄
– Μα τι καλή μανούλα που έχω εγώ!
– Μαλαγάνα!!!
– 😸



