Ιστορίες

Πώς ταξιδεύει η αγάπη;

20 Ιανουαρίου, 2020

Άνοιξα τα μάτια μου και σε είδα. Νωχελικά, είχες αγκαλιά το μαξιλάρι σου και μοιραζόσουν μαζί του τα όνειρά σου. «Άραγε να βρίσκομαι κάπου εκεί ανάμεσα ή οι έγνοιες της καθημερινότητας να με έχουν εκτοπίσει;» με καλημέρισε μια σκέψη.

Χαϊδεύω το πλάι του πρόσωπο σου, σαν να θέλω να βάλω όλη μου την αγάπη σ’ ένα μόνο άγγιγμα. Ξυπνάς και με κοιτάς με ένα νυσταγμένο χαμόγελο που ψιθυρίζει «καλημέρα αγάπη μου» χωρίς καν να μιλήσεις. Ανοίγεις αμέσως τα χέρια σου να με πάρεις αγκαλιά για να μοιραστούμε αυτές τις λίγες στιγμές που χωρίζουν τα όνειρα της νύχτας από την πραγματικότητα της ημέρας. Δεν αναρωτιέμαι πια αν υπάρχω στα όνειρά σου. Είμαι μέρος της ζωής σου κι αυτό μου φτάνει. «Όταν μπορείς να ζεις τ’ όνειρό σου, τι να τα κάνεις τα όνειρα;» σκέφτομαι και χαμογελώ.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στις πρώτες σκέψεις που έβαλαν τα γρανάζια του μυαλού σε λειτουργία, πήρα μια απόφαση. Ν’ αφιερώσω τη μέρα σε σένα. Διακριτικά, σε παρατήρησα καθώς ντύθηκες, κάνοντας όλες αυτές τις μικρές καθημερινές κινήσεις.

«Πώς γίνεται να είμαι ερωτευμένη με το πώς φοράει τη μπλούζα του;» απόρησα.

«Μα στα μικρά δε φωλιάζει ο έρωτας; Εκεί γεννιέται και σιγά σιγά απαιτεί διακαώς να κατοικήσει στα μεγάλα» μου ήρθε μια απάντηση από την καρδιά.

«Πες το ψέματα!» απάντησα ασυναίσθητα.

Αργότερα, σε κοιτώ ενώ πίνεις, σχεδόν βιαστικά, τον καφέ σου. Βλέπω τις σκέψεις να περνούν αστραπιαία από το μυαλό σου και να καθρεφτίζονται στην έκφραση σου που μένει σταθερά προβληματισμένη. Σου πιάνω το χέρι και μ’ ένα χαμόγελο σου δίνω όση δύναμη μπορώ για να τα βγάλεις πέρα. Πρέπει να φύγεις. Μ’ αποχαιρετάς μ’ ένα φιλί κι απομακρύνεσαι.

Όσο λείπεις κάνω όμορφες σκέψεις. Θυμάμαι όσα έχουμε μοιραστεί όλα μας τα χρόνια μαζί. Διακοπές, ρομαντικές στιγμές, τις πρώτες μας φορές σε διάφορες κοινές εμπειρίες, δυσκολίες που ξεπεράσαμε ενωμένοι, τη γέννηση του παιδιού μας και όσα ακόμα ονειρευόμαστε να ζήσουμε μαζί. Πού και πού χαμογελώ και προσπαθώ να σου στείλω την αγάπη που αντλώ από τις αναμνήσεις, ευχόμενη να τη λαμβάνεις. Σε νιώθω κοντά μου κι ας λείπεις. Όσο λυπηρή είναι μια άδεια παρουσία δίπλα σου, τόση πληρότητα σου δίνει η εν απουσία παρουσία.

Το απόγευμα επιστρέφεις. Σε ρωτάω πώς πήγε η μέρα σου.

«Χάλια…» μου απαντάς.

Πριν βιαστώ να ενδιαφερθώ για τα περαιτέρω, με διακόπτεις.

«Να σου πω κάτι περίεργο όμως σήμερα; Εκεί που πήγαινα να νευριάσω με κάτι, ν’ απογοητεύω ή ν’ αφήσω έστω την κούραση να με καταβάλει, σαν κάτι να ένιωθα που με συνέφερε. Μια μικρή ανάσα που χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή, έτσι ξαφνικά να με αναζωογονεί. Περίεργο!».

Χαμογέλασα. Δε μίλησα. Δεν είχε νόημα να σου εξηγήσω. Είχες λάβει την αγάπη μου κι αυτό είχε σημασία.

«Πώς ταξιδεύει η αγάπη;» σκέφτηκα με μια πληρότητα να με γαληνεύει.

Έβαλα φωνή στη σκέψη μου και σε ρώτησα. Σου φάνηκε παράξενο που δε συνέχισα τη συζήτηση με κάποιο σχόλιο. Όμως, όπως πάντα, έσπευσες να ενδιαφερθείς και να με συντροφεύσεις στη νέα μου αυτή αναζήτηση.

«Πώς ταξιδεύει η αγάπη!» επανέλαβες. «Πολύ καλή ερώτηση! Φαντάσου πως η αγάπη είναι σαν το φως. Υπάρχει παντού. Κι ο άνθρωπος έχει μια κεραία μέσα του που λαμβάνει και εκπέμπει αντίστοιχα τα σήματα της μέσα από αυτήν. Ε, τι λες;» με ρώτησες με ενθουσιασμό.

«Να φανταστώ πως αυτή η κεραία είναι η καρδιά;».

«Δεν ξέρω! Μάλλον. Δηλαδή ναι. Η καρδιά πρέπει να είναι!».

Το βλέμμα σου ταξίδευε. Ήταν φανερό πως σου άρεσε. Πάντα απολάμβανες τις συζητήσεις μας, όσο κουρασμένος κι αν ήσουν. Πάντα πρόθυμος. Τότε είδα τον έρωτα να αιωρείται από τα μικρά στα μεγάλα. Εκεί που συναντά την αγάπη. Είναι εκείνα τα στοιχεία του ανθρώπου που έχεις απέναντι σου, που τον κάνουν μοναδικό στα μάτια σου. Αυτά που σου ταιριάζουν σαν δεύτερη φύση. Ο έρωτας, σαν μικρός αδιάκριτος ντετέκτιβ, έχει αναλάβει να τ’ ανακαλύψει. Παρουσιάζει, έπειτα, μια λεπτομερή έκθεση της έρευνας του στην καρδιά κι εκείνη αυτόματα ανοίγει τις κεραίες της για να εκπέμψει και να λάβει αγάπη.

Σου ανέλυσα τη θεωρία μου και συνεχίσαμε να συζητάμε συνεπαρμένοι μέχρι τα μεσάνυχτα. Νυσταγμένοι πια, ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Άνοιξες πάλι την αγκαλιά σου και μ’ άφησες να βολευτώ στη «θέση» μου. Όταν σε κοίταξα, είχες κλείσει τα μάτια, μα το χαμόγελο, διάπλατο ακόμα στα χείλη σου, φανέρωνε την ευτυχία σου.

Μ’ αυτήν την αγαπημένη εικόνα, έκλεισα κι εγώ τα μάτια μου. Δε με απασχολούσε τι όνειρα θα δω. Τ’ όνειρο μου με κρατούσε κι ήταν στο πλάι μου. Η αγάπη είχε ταξιδέψει γι’ άλλη μια μέρα εκεί που ο έρωτας της έδειξε πως χωρά. Στα μεγάλα, μα τόσο απλά.

Το κορίτσι με την καρδιά από ήλιο

12 Δεκεμβρίου, 2019

«Κοίτα! Το μπαλόνι καρδιά! Φεύγει μακριά! Πάει ψηλά!» είπε γεμάτη ενθουσιασμό, λες και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το γκράφιτι στον τοίχο. Η μητέρα της χαμογέλασε.«Έλα πάμε σπίτι!»

Η μικρή έτρεξε και μπήκε στην αυλή από την πόρτα που βρισκόταν δίπλα στον τοίχο του γκράφιτι. Συνέχισε ανενόχλητη το παιχνίδι της στο σπίτι, δίπλα στο στολισμένο έλατο των Χριστουγέννων που πλησίαζαν. Είχε ήδη ξεχάσει τη μεγάλη της διαπίστωση. «Η καρδιά πάει μακριά και πετά ψηλά σαν ένα μπαλόνι γεμάτο ήλιον». Η μητέρα της, όμως, είχε κρατήσει αυτό το μικρό διαμαντάκι που βγήκε από την καρδιά της κόρης της. Μάλιστα αποφάσισε να το αποτυπώσει με λέξεις για να μη σβηστεί ποτέ από το ανάλγητο χέρι του χρόνου. Έγραψε, λοιπόν, για «Το κορίτσι με την καρδιά από ήλιο».

«Ήταν ένα μικρό κορίτσι που αγαπούσε πολύ τα μπαλόνια. Λάτρευε το πώς φουσκώνουν όταν φυσάς τον αέρα μέσα τους. Δεν της άρεσε να τα δένει. Τα ήθελε ελεύθερα για να απολαμβάνει τον αστείο ήχο και το πέταγμα τους, όταν ο αέρας απελευθερωνόταν από τα μικρά χεράκια της, καθώς τα άφηνε να φύγουν. Γελούσε τόσο πολύ κάθε φορά!
Αγαπημένο της χρώμα ήταν το κόκκινο. Πάντα διάλεγε τα κόκκινα μπαλόνια πρώτα και μετά όλα τα υπόλοιπα χρώματα. Τα μπαλόνια με ήλιον είχαν ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Αυτά πετούσαν μόνα τους!
«Μα πώς πετάνε αφού δεν έχουν φτερά;» είχε ρωτήσει κάποια μέρα τη μαμά της όλο αφέλεια.
«Έχουν μέσα ένα αέριο που τα κάνει και πάνε ψηλά.»
«Πώς το λένε;»
«Ήλιον.»
«Α! Σαν τον ήλιο δηλαδή. Μόνο που αυτό δε φωτίζει. Μπορεί και να φωτίζει δηλαδή, αλλά πού να το δούμε εμείς εκεί μέσα!»
Σταμάτησε για λίγο, μα της φαινόταν τόσο ενδιαφέρον το θέμα που ήθελε να μάθει κι άλλα.
«Δηλαδή το μπαλόνι μου που έχει σχήμα καρδιά και πετάει, έχει μέσα ήλιο;»
«Ακριβώς.»
«Άρα όταν λέω ότι έχω μια καρδιά από ήλιο, οι άλλοι δε θα ξέρουν ότι εγώ λέω για το μπαλόνι και θα νομίζουν ότι έχω μια φωτεινή καρδιά! Ή αν το καταλάβουν θα νομίζουν ότι έχω μια καρδιά που πετάει!»
«Και τι θα τους λες άμα σε ρωτάνε πού τη βρήκες;»
«Θα τους λέω ότι μου την έδωσες εσύ όταν γεννήθηκα, για να μη φοβάμαι το σκοτάδι και να πηγαίνω όπου θέλω χωρίς να κουνηθώ καθόλου!»
«Αυτό είναι πολύ ωραίο, αγάπη μου! Πράγματι αν η καρδιά μας έχει μέσα ευχάριστα πράγματα, καλοσύνη και αγάπη είναι φωτεινή. Αυτό το φως μας βοηθάει να μη φοβόμαστε, γιατί μας δίνει δύναμη να ξεπερνάμε κάθε εμπόδιο, ανεβαίνοντας πάνω από αυτό όπως το μπαλόνι σου. Μα κι όταν αγαπάμε έναν άνθρωπο, όσο μακριά κι αν είναι, δεν τον νιώθουμε κοντά μας σαν να ήταν εδώ; Τα μακρύτερα ταξίδια μπορούμε να τα κάνουμε με την καρδιά.»
«Πόσο ψηλά μπορεί να πάει το μπαλόνι μου, μαμά, αν το αφήσω;»
«Πολύ ψηλά! Τόσο που ούτε που θα το βλέπεις πια.»
«Μπορεί να φτάσει κι ως τα αστέρια;»
«Φυσικά και μπορεί!»
«Τότε όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω σαν το μπαλόνι μου!»
«Θέλεις να φτάσεις τ ’αστέρια;»
«Ναι! Για να βλέπω από ψηλά όπως κι εκείνα! Θα έχουν ωραία θέα από εκεί πάνω!»
«Σίγουρα θα έχουν, αγάπη μου!»
«Θα με αφήσεις να πάω τόσο ψηλά, μαμά;»
«Θα σε αφήσω, καρδιά μου!»
«Κι ας μη με βλέπεις;»
«Δεν είπαμε ότι με την καρδιά νιώθουμε κοντά μας αυτούς που αγαπάμε, όσο μακριά κι αν είναι;»
«Εντάξει! Τότε κράτα αυτό το μπαλόνι καρδιά για να με νιώθεις πάντα κοντά σου!»
«Εντάξει, καρδιά μου! Σ’ ευχαριστώ!»
«Σ ’αγαπώ μαμά!»
«Κι εγώ σ ’αγαπώ, καρδιά μου!»

Μόλις τελείωσε την ιστορία, φώναξε τη μικρή της, την πήρε αγκαλιά πλάι στο δεντράκι που φώτιζε περήφανο και της τη διάβασε. Το κοριτσάκι άκουγε με προσοχή.
«Κρίμα…» αναστέναξε μόλις τελείωσε η ιστορία.
«Δε σου άρεσε η ιστορία;»
«Μου άρεσε μαμά! Όμως εμείς δεν έχουμε μπαλόνι καρδιά…»
«Έχουμε όμως αστέρι!» της είπε δείχνοντας το χρυσό αστέρι στην κορυφή του δέντρου.
Η μικρή το κοίταξε με την έκπληξη να ζωγραφίζεται στα αθώα παιδικά ματάκια της.
«Είμαστε στ’ αστέρια!»
«Ναι, αγάπη μου! Όσο έχουμε ήλιο στην καρδιά μας, πάντα θα βρίσκεται ένα αστέρι να μας φωτίζει!»
«Μα αυτό είναι το αστέρι των Χριστουγέννων!»
«Ακριβώς! Το αστέρι των Χριστουγέννων μας θυμίζει πως το φως πάντα μας οδηγεί να κάνουμε όμορφα πράγματα στη ζωή μας, αρκεί εμείς να έχουμε στην καρδιά μας αγάπη για όλον τον κόσμο.»
«Εγώ, μαμά, έχω αγάπη στην καρδιά μου για όλον τον κόσμο!»
«Το ξέρω, αστέρι μου!»

Ο ήρωας

21 Νοεμβρίου, 2019

Kαι κάπως έτσι γεννήθηκε ο Ήρωας. Όχι, δεν βουτήχτηκε στην πηγή της αθανασίας από τη μητέρα του σαν άλλος Αχιλλέας. Αυτός δεν είχε μάνα. Η μόνη μάνα του ήταν η ζωή. Η ζωή τον δίδαξε πώς να περπατά. Κι ήταν σκληρή μαζί του.

Δεν ήταν βασιλιάς τρανός και πολυμήχανος σαν τον Οδυσσέα. Εκείνος ήταν γεμάτος αδυναμίες. Θνητός σαν το θάνατο και υλικός σαν το χώμα. Το μόνο που μοιραζόταν μαζί του ήταν ο νόστος. Αυτή η δίψα να φτάσει στη λύτρωση. Αυτή κρατούσε μέσα του μια άσβεστη φλόγα που τον έσωζε κάθε φορά που έπεφτε στα βάραθρα της ύπαρξης του.

Αυτή ήταν η αθανασία του. Με ματωμένα τα χέρια από τα κομμάτια της καρδιάς του, δακρυσμένα τα μάτια να αντικατοπτρίζουν την ομίχλη της ψυχής του, εκείνος στεκόταν ξανά στα πόδια του και προχωρούσε. Αυτή η δύναμη να κοιτά μπροστά πάση θυσία. Και καθώς προχωρούσε κι απομακρυνόταν από τις σκιές του, οι πληγές του θεραπεύονταν κι ένα ανίκητο φως ανάβλυζε από τις ουλές που έκλειναν.

Κάποιος θα τον έλεγε ημίθεο σαν τον Ηρακλή που έβγαινε άτρωτος από όποιο άθλο. Ήταν ημίθεος, μα όχι με την αρχαία έννοια του όρου. Ήταν δισυπόστατος. Κορμί σάρκινο, αδύναμο και φθαρτό με μια ψυχή θεϊκή, άυλη και αιθέρια. Πώς κάτι άυλο κατοικούσε μέσα σε κάτι υλικό αλήθεια; Μια απάντηση που έψαχνε για χρόνια να βρει.

Μα την απάντηση έμελλε να του τη δώσει η ζωή κατά το τέλος του βίου του. Τότε που γερασμένος πια έγερνε κάθε βράδυ στο προσκέφαλο του κρεβατιού του, προσμένοντας το θάνατο σαν φίλο κι όχι σαν εχθρό. Όταν ο άνθρωπος φιλιώσει με το θάνατο, νικά το φόβο.

Έτσι άφοβος, έμοιαζε λίγο με τον Θησέα που φόρεσε μαύρα πανιά στη νίκη του. Δεν συλλογιζόταν το πένθος γιατί γι’ αυτόν δεν υπήρχε. Για να πενθήσεις πρέπει να έχεις κάτι να χάσεις. Εκείνος δεν είχε τίποτα πια. Μόνο κέρδος είχε να αποκομίσει.

Κι όταν ο αιώνιος ύπνος τον αγκάλιασε και η ύλη του έδυε στην τελευταία του ανάσα, πήρε την απάντηση του.

Όσο η σάρκα φθίνει, τόσο η ψυχή ανυψώνεται. Μόνο αντίστροφα οι αντίθετες φύσεις μπορούν να συνυπάρξουν. Μα το κοινό ταξίδι τους δεν το ορίζει παρά η μοίρα που τις ένωσε.

Κι η μοίρα απόψε χώρισε τις φύσεις του κι έμεινε ανάλαφρος να ταξιδεύει προς την αθανασία της Ιθάκης. Αυτός ήταν ο Ήρωας.

Ο κάθε σύγχρονος ήρωας που, μέσα στην τραγωδία της ζωής, ορθώνει το ανάστημα και βροντοφωνάζει πως η εξ ορισμού φύση του δεν είναι γόνος δικός της.

Η ευχή της μάνας

17 Νοεμβρίου, 2019

Μαυροφορεμένη, κίνησε το πρωί. Τα χέρια της παγωμένα από το κρύο. Το κεφάλι σκυφτό και στο βλέμμα της σκοτάδι. Τα πόδια της σχεδόν σέρνονταν. Το σώμα της γερμένο εμπρός, όπως του σκλάβου που τον σέρνουν στη δουλειά. Ένας άνεμος φύσηξε δυνατά και την έσπρωξε προς τα πίσω. Παραπάτησε. Αυτή η μικρή ήττα απέναντι στον άνεμο την πείσμωσε. Όρθωσε το ανάστημα της, κράτησε την κάπα της σφιχτά με το χέρι στο λαιμό και προχώρησε.

Βρήκε το κουράγιο να φτάσει ως την πόρτα. Όταν πέρασε την πύλη είχε πια συννεφιάσει. Δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο, τα καντηλάκια έφεγγαν σαν ευχές για τις ψυχές που χάθηκαν. Το βλέμμα της σταθερό χάραζε την πορεία. Μόλις έφτασε, κοίταξε τη φωτογραφία που δέσποζε στο μνήμα. Χαμήλωσε τα βουρκωμένα μάτια της και τα δάκρυα χάραξαν τον δρόμο για την ψυχή της. “Πόσο μαύρο θα φορέσεις ακόμα καρδιά μου για να βρεις το φως;” αναλογίστηκε.

Ήταν ο τέταρτος θάνατος που έζησε μέσα σε ένα χρόνο. Ο πατέρας της, η αδερφή της, η μάνα της… Λύγισε. Πόνεσε. Φώναξε. Μα ο τέταρτος θάνατος στράγγιξε τη ζωή από μέσα της. “Γιατί να ζει μια μάνα μετά το θάνατο του παιδιού της;” το ερώτημα που τη βασάνιζε τις νύχτες ήρθε ξανά στο μυαλό της.

Μια γυναίκα, μαυροφορεμένη κι εκείνη, πλησίασε κι έκοψε τον ειρμό της σκέψης της. “Το παιδί σου;” “Το παιδί μου.” είπε με ένα λυγμό γαντζωμένο στα χείλη της. “Η ευχή της μάνας σ’ ακολουθεί και μετά θάνατον.” Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει τι εννοούσε. Δεν τη ρώτησε καν ποιά ήταν. Αν είχε χάσει κι εκείνη παιδί. Τα λόγια της γυναίκας ήχησαν σαν καμπάνα μέσα στην καρδιά της. Κι αυτός ο απόηχος την τάραξε. Σαν να τη ζέστανε λίγο να ξεμουδιάσει από τον πολύ πόνο.

Πώς λίγες λέξεις μπορούν να σηκώσουν έναν σταυρό; Αυτό είχε κάνει εκείνη η γυναίκα. Μάνα δε σε κάνει η ζωή του παιδιού σου. Μάνα σε κάνει η ατέρμονη αγάπη και φροντίδα σου γι’ αυτό. Η μάνα δεν παύει να αγαπά. Η μάνα δεν παύει να φροντίζει. Κι αν παύει η αγκαλιά κι αν παύει το χάδι, υπάρχει η ευχή. Και με την ευχή της μάνας, η ψυχή του παιδιού μπορεί να φτάσει μέχρι τον παράδεισο.

Ένα ανάποδο παραμύθι

23 Σεπτεμβρίου, 2019

«Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ο άνθρωπος που αγαπά πάντα ζει καλύτερα από αυτόν που μάχεται να ευτυχήσει.» σκέφτηκε και κάθισε σε μια άνετη πολυθρόνα.

Ήταν αλήθεια, ένιωθε πλήρης. Χαιρόταν με τη χαρά των φίλων του και το αίσιο τέλος της περιπέτειας τους. Πάνω από όλα, όμως, ένιωθε ευγνωμοσύνη γι ’αυτά που η ζωή του έφερε χωρίς να αγωνιστεί. Ή έτσι φαινόταν.

Τις μάχες του τις έδινε κρυφά. Όταν οι υπόλοιποι θεωρούσαν ότι ξεκουράζεται, ότι διασκεδάζει, ότι εργάζεται. Ότι είναι καλά. Κάνεις δεν υποψιαζόταν τον πόλεμο που μαινόταν μέσα του. Ήξερε, όμως, να αγαπά. Είχε μόνο ένα μεγάλο ελάττωμα. Δεν ήξερε να ζητά. Έδινε πάντα χωρίς να πάρει τίποτα για τον εαυτό του. Πολλές φορές φαινόταν στους γύρω του ότι δε χρειαζόταν βοήθεια. Ότι δεν είχε ανάγκες.

Η ζωή του έδωσε πολλά. Πίκρες, πόνο, στενοχώρια, αποτυχίες. Κάθε φορά που τον χτυπούσε, εκείνος έπεφτε και ξανασηκωνόταν με το κεφάλι ψηλά. Κάποια στιγμή, μετά από χρόνια συνεχών δοκιμασιών, επιτέλους κουράστηκε. Δεν άντεχε άλλο. Προσπαθούσε να αναλογιστεί τι έκανε λάθος και η ζωή του φερόταν τόσο σκληρά. Ήταν άνθρωπος που αγαπούσε και δεν έβλαπτε κανέναν. Άρχισε να νιώθει πράγματα που δεν τα είχε νιώσει ποτέ ξανά. Θυμό, παράπονο, οργή. Έκλαψε σαν μικρό παιδί που δεν μπορεί να καταλάβει τον κόσμο των μεγάλων.

Μια μέρα που είχε βγει να πάρει λίγο αέρα μακριά από όλους και όλα, την απάντηση του την έδωσε πράγματι ένα μικρό παιδί. Έπαιζε με τα παιχνίδια του μόνο και ανέμελο σε κάποιο πάρκο. Η μητέρα του διάβαζε ένα βιβλίο στο αντικρινό παγκάκι. Κάθισε κι εκείνος σε ένα παγκάκι και το παρατηρούσε.

Είχε μεγάλη αγάπη στα παιδιά και η ηρεμία του συγκεκριμένου παιδιού τον τράβηξε. Ο μικρός τον είδε, αλλά στην αρχή δεν του έδωσε σημασία. Ξαφνικά ήρθε κοντά του και του έδωσε ένα αποσυναρμολογημένο παιχνίδι του.

«Με βοηθάς;» του είπε με χαμογελαστό ύφος.

Του έκανε εντύπωση, γιατί είχε δει τον μικρό να συναρμολογεί πολλές φορές το παιχνίδι του πριν λίγο. Αναρωτιόταν γιατί να του ζητήσει βοήθεια, αφού ήταν κάτι που μπορούσε να καταφέρει μόνος.

«Φυσικά!» δέχτηκε με χαρά.

Την ώρα που το συναρμολογούσε, ο μικρός παρατηρούσε τις κινήσεις του. Μόλις του έδωσε το παιχνίδι φτιαγμένο, το παιδί έτρεξε ξανά στα παιχνίδια του και του έφερε κι άλλο. Από το ένα στο άλλο, κατέληξαν να παίζουν μαζί. Όσο έπαιζαν, αποσυναρμολογούσαν και επανασύνδεαν τα παιχνίδια, παρατήρησε ότι το παιδί άρχισε να μιμείται τις δικές του κινήσεις για να φτιάχνει τα παιχνίδια του.

Μετά από κάμποση ώρα, η μητέρα του σηκώθηκε και τον φώναξε να φύγουν. Το παιδί τον χαιρέτησε κι έτρεξε στη μαμά του μαζί με τα παιχνίδια του. Ήταν το ωραιότερο απόγευμα που είχε περάσει εδώ και χρόνια.

Όταν έμεινε μόνος, σκεφτόταν τη συμπεριφορά του μικρού. Γιατί του είχε ζητήσει βοήθεια; Τώρα πια του ήταν ξεκάθαρο. Ήταν ο τρόπος του μικρού να τον εντάξει στο παιχνίδι του. Δεν τον ένοιαξε που ήξερε να φτιάχνει τα παιχνίδια του γιατί ήθελε παρέα. Μα η σοφία του παιδιού δε σταμάτησε εκεί. Φρόντισε κιόλας να μάθει από τον τρόπο που ένας μεγάλος συναρμολογεί, γιατί ήξερε ότι «από τους μεγάλους μαθαίνουμε».

Έβαλε τον εαυτό του στη θέση του παιδιού και η διαπίστωση τον έκανε να αναπηδήσει με έκπληξη στο κάθισμα του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε ζητήσει από κάποιον βοήθεια; Ακόμα κι η μνήμη του αδυνατούσε να τον βοηθήσει. Αυτό, λοιπόν, ήθελε η ζωή από εκείνον! Αυτό ήταν το μάθημα που τα επαναλαμβανόμενα παθήματα είχαν στόχο να του δώσουν! Μόλις οι δυσκολίες ξεπερνούσαν τα όρια του, θα αναγκαζόταν να ζητήσει βοήθεια. Αυτό ήταν το σχέδιο. Ήταν πολύ παράξενο και συνάμα τόσο όμορφο που ένα παιδί του είχε αποκαλύψει τον μυστικό τρόπο που λειτουργεί η ζωή!

Ήταν άνθρωπος που δεν καθυστερούσε στις αποφάσεις του. Μόλις κατάλαβε τι θα τον έβγαζε από τη μιζέρια του, βάλθηκε να αλλάξει. Είχε τόσα πολλά να μάθει. Ένιωθε και πάλι ευγνωμοσύνη. Είχε τη λύση. Θα ζητούσε βοήθεια!

Σηκώθηκε χαρούμενος να φύγει. Ξαφνικά μαρμάρωσε. Μια διαπίστωση διαπέρασε το μυαλό του σαν σφαίρα. Η χαρά του συμπεράσματος τον έκανε να σκεφτεί επιπόλαια, σαν παιδί. Έπεσε ξανά βαρύς στο παγκάκι. Δεν ήταν τόσο απλό όσο νόμιζε. Από ποιόν θα ζητούσε βοήθεια και γιατί; Αφού δε χρειαζόταν κάτι.

Σκέφτηκε πάλι το παιδί. Θυμήθηκε ότι ούτε εκείνο χρειαζόταν πράγματι βοήθεια. Ή μήπως έτσι θεώρησε εκείνος; Μήπως εκείνη τη δεδομένη στιγμή, σε κάτι που κατά τα άλλα είχε την ικανότητα να κάνει, χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου άλλου; Η ειλικρίνεια του παιδιού ήταν ότι παραδέχτηκε πως χρειαζόταν κάποιον. Κάτι που ποτέ δεν έκανε ο ίδιος.

Ξεφύσηξε. Πώς του διέφυγε κάτι τόσο οφθαλμοφανές; Είχε μάθει να τα κάνει όλα μόνος, σε τέτοιο σημείο που ακόμα κι όταν χρειαζόταν κάποιον να τον βοηθήσει, προσπαθούσε να τα καταφέρει και πάλι μόνος. Οι ανθρώπινες σχέσεις, όμως, δε λειτουργούν μονομερώς. Ούτε τα συναισθήματα. Αυτά ήταν που τον είχαν πνίξει τόσα χρόνια. Τα συναισθήματα που νόμιζε πως ξεπερνούσε μόνος, μα το μόνο που έκανε ήταν να τα συσσωρεύει μέσα του αγνοώντας τα.

Σε κάθε δυσκολία, αντί να ανεβαίνει στην επιφάνεια για να πάρει βαθιά ανάσα, βυθιζόταν όλο και περισσότερο. Αυτό τον είχε κουράσει. Τον είχε γεράσει. Παρότι η ηλικία του δεν το υπαγόρευε, οι ασημένιες ανταύγειες είχαν ήδη κάνει την εμφάνιση τους στους κροτάφους του, αποδεικνύοντας, πρώτα στον ίδιο, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το σώμα του αντιδρούσε και υποχωρούσε συνάμα στην πίεση. Όταν η πίεση δεν ξεσπά, δε μοιράζεται, ο χαμένος είναι πάντα το σώμα.

Δε μοιραζόταν. Η δικαιολογία πάντα ίδια. Ποιός θα τον καταλάβαινε; Ποιός θα είχε τη δύναμη και τη διάθεση να ψάξει μαζί του ως τα βάθη της ψυχής του για να βρει την άκρη του νήματος; Ποιός θα δεσμευόταν; Ποιόν θα δέσμευε; Την ιδέα του να δεσμεύσει κάποιον δεν την άντεχε. Ήθελε οι άνθρωποι γύρω του να είναι ελεύθεροι.

Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Κάτι που ίσως δεν ήθελε να παραδεχτεί. Αν τον καταλάβαινε κάποιος, ο ίδιος θα ήταν πρόθυμος να δεχτεί τα νέα δεδομένα; Να πάρει το μάθημα; Πίστευε πως ήταν. Αρκεί να βρισκόταν κάποιος. Τώρα έβλεπε πως έπρεπε να βρεθεί. Να αφήσει τις δικαιολογίες κατά μέρος και να κάνει αυτό που η ζωή ζητούσε από εκείνον. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να μοιραστεί.

Προσπάθησε να σκεφτεί ανάμεσα στους φίλους και τους γνωστούς του αν υπήρχε κάποιος στον οποίο θα μπορούσε να μιλήσει. Στην αρχή τους απέκλεισε όλους. Ήταν όλοι απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα. Μετά πίεσε τον εαυτό του, για καλό αυτή τη φορά. Έπρεπε να κάνει την αρχή.

Υπήρχε κάποιος που μπορούσε να μιλήσει. Ήταν ο μόνος που θα καταλάβαινε. Ήταν αυτός που έπρεπε να μάθει. Όσο δούλευε στο μυαλό του την ιδέα, τόσο φωτιζόταν το πρόσωπο του. Θα μιλούσε. Απλά και ειλικρινά.

Έφυγε από το πάρκο αποφασισμένος, ενώ βάδιζε προς την εκτέλεση της απόφασης του. Γύρισε σπίτι. Μόλις άνοιξε την πόρτα, στάθηκε μπροστά του. Τον κοιτούσε με μάτια έτοιμα να πλημμυρίσουν από τα λόγια του. Εκείνος απλά περίμενε.

«Λοιπόν» άρχισε.

«Θέλω να μιλήσουμε».

Η λάμψη του καθρέφτη φώτισε τους κροτάφους του.

«Μια φορά κι έναν καιρό…»

Το κορίτσι κι η σκακιέρα

21 Αυγούστου, 2019

Ήταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι. Χορός και ζωή ήταν ένα για εκείνη. Το βλέμμα της άνοιξης στα μάτια της, αγνό και καθαρό. Ήθελε μόνο να χορεύει. Αυτή ήταν η ειλικρίνεια της καρδιάς της. Οι άνθρωποι πολλές φορές δεν την καταλάβαιναν, μα δεν το έβαζε κάτω. Εκείνη είχε για προστασία την αγκαλιά της μουσικής στο σώμα της όταν γίνονταν ένα.

Σε κάθε άνθρωπο που συναντούσε στη ζωή της έδινε κι ένα χρώμα. Σε άλλους χρώματα λουλουδιών, σε άλλους στοιχείων της φύσης. Η μητέρα της, για παράδειγμα, είχε το χρώμα του κοραλλιού, ο πατέρας της το πράσινο του σμαραγδιού κι ο μεγάλος αδερφός της το μπλε της βαθιάς θάλασσας. Λάτρευε τη φύση και μάθαινε από αυτήν. Ξεσήκωνε τις κινήσεις των δέντρων, των ποταμών και τις ενσωμάτωνε στο χορό της. Της άρεσαν πολλά χρώματα, αλλά δε μπορούσε να αποφασίσει ποιο χρώμα ήταν το δικό της. Είχε ψάξει πολύ, αλλά μάταια, ώσπου άφησε τη ζωή να διαλέξει χρώμα για εκείνη.

Κάποτε, έκανε αίτηση για να κερδίσει υποτροφία για φοίτηση σε μια σχολή χορού. Εκείνη την ημέρα θα ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα. Η αγωνία της ήταν τόσο μεγάλη που ένιωθε πως οι χτύποι της καρδιάς της θα μπορούσαν άνετα να δώσουν το ρυθμό για χορογραφία. Μόλις μπήκε στο κτίριο, κατευθύνθηκε προς την αίθουσα αναμονής. Η πόρτα ανοιγόκλεινε συνεχώς και πολύς κόσμος βρισκόταν εκεί λόγω της ημέρας.

Η αίθουσα αναμονής ήταν ένας μακρόστενος διάδρομος που δεν είχε τίποτα το ενδιαφέρον πέρα από το ασπρόμαυρο πάτωμα σε σχέδιο σκακιέρας. Το κορίτσι έμεινε να το παρατηρεί. Όσο κι αν λάτρευε τα χρώματα, αυτός ο μονότονος καμβάς την προσέλκυε, όπως έναν αστροφυσικό η ανακάλυψη ενός νέου πλανήτη. Ο παλμός της επιτάχυνε, κάνοντας το δέρμα στο πλάι του λαιμού της να ταλαντώνεται σαν μεμβράνη κρουστού οργάνου. 

Έγειρε το κεφάλι και το δεξί της πόδι, όμοιο με πινέλο ζωγράφου που ετοιμάζεται για την παρθενική πινελιά του, άγγιξε ένα λευκό πλακάκι. Με μια πιρουέτα, στριφογύρισε με χάρη το κορμί της. Το τεντωμένο πέλμα της πήρε λίγο μαύρο κι έπειτα ξανά λίγο λευκό και μ’ ένα απότομο τίναγμα σκόρπισε με τη φαντασία της μια βροχή από γκρίζο. Συνέχισε να ακροβατεί πάνω στην ασπρόμαυρη παλέτα της, πότε αργά, με ακρίβεια και πότε δυναμικά και παθιασμένα, δίνοντας μορφή στον πίνακα που είχε στο μυαλό της. 

Με τα μαλλιά της πιασμένα κότσο και το λευκό κορμάκι χορού που φαινόταν πάνω από το αέρινο μαύρο παντελόνι της, έμοιαζε με ασπρόμαυρο κύκνο που λικνιζόταν στο ρυθμό μιας ανύπαρκτης μουσικής συμφωνίας και καθρεφτιζόταν σ’έναν αόρατο καμβά, εμπρός στα έκπληκτα μάτια των παρευρισκομένων. 

Όταν σταμάτησε, με την ένταση να πάλλει ακόμη τα κύτταρα της και το συναίσθημα να αναβλύζει από τις εκφράσεις του προσώπου της, ένιωθε πληρότητα. Μόνο έτσι θα μπορούσε να το περιγράψει. Κοίταξε τον κόσμο γύρω της. Όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Χαμογέλασε. Σκέφτηκε ότι κατάφερε να τους χρωματίσει με τον χορό της. Το έβλεπε στα πρόσωπα τους.

Μέσα σε αυτήν την αίθουσα με το ασπρόμαυρο πάτωμα, τα χρώματα που εκείνη έβλεπε είχαν μοιραστεί στα μάτια τους. Ανάμεσα τους ήταν κι οι καθηγητές που θα ανακοίνωναν τα αποτελέσματα. Δεν είχε πετύχει την υποτροφία με την αίτηση της. Την κέρδισε όμως με τον χορό της. Ήταν η καλύτερη παρτίδα σκάκι που παίχτηκε ποτέ από έναν μόνο παίκτη.

Από εκείνη την ημέρα, τα όνειρα της άρχισαν να χρωματίζουν τον καμβά της ζωής της. Τότε ήταν που κατάλαβε πως οι άνθρωποι που ταξιδεύουν μέσα στην τέχνη δε μπορούν να περιοριστούν σε ένα χρώμα. Όχι γιατί είναι καλύτεροι από τους άλλους. Αλλά επειδή μοιάζουν με το νερό. Παίρνουν το χρώμα που τους δίνει ο ουρανός της τέχνης τους για να ξεδιψούν τις ψυχές των άλλων ανθρώπων.

Δε θα ξεχνούσε ποτέ το χάρισμα που της αποκαλύφθηκε εκείνη την ημέρα, σε μια αίθουσα αναμονής με ασπρόμαυρο πάτωμα.

Ο τελευταίος χορός

1 Αυγούστου, 2019

Άργησες.
Κι ας σου είπα να έρθεις πριν να είναι αργά.
Τώρα ξέρω πόσο μάταιο ήταν.
Αφού θα ερχόσουν όταν εσύ ήθελες.
Θέλει όμως δύο αυτός ο χορός.
Η μοναξιά δε χορεύει καλά.
Μου πατάει τα πόδια και χάνω τα βήματα.
Κι αυτός ο άτονος, σχεδόν φάλτσος ήχος από το παλιό πιάνο δε με εμπνέει να χορέψω.
Μαζί θα τα φτιάχναμε όλα καινούρια.
Θυμάσαι;
Ήχος από βιολιά για αρχή, έπειτα κρουστά για ρυθμό και τέλος τα πλήκτρα για αποκορύφωση.
Κι οι κινήσεις μας να ακολουθούν με χειρουργική ακρίβεια τις εναλλαγές των οργάνων.
Άργησες.
Τώρα χορεύω μόνη.
Μα δεν είναι χορός αυτός.
Πιο πολύ προσπαθώ να μη σταματάω να κινούμαι.
Αυτό το εξαναγκασμένο λίκνισμα άλλοτε με νανουρίζει, άλλοτε με κουράζει.
Είναι μονότονη η ζωή χωρίς έρωτα.
Μα εγώ κουράστηκα να περιμένω.
Ας μην έρθεις.
Δε σε παρακαλώ, ούτε σε διώχνω.
Μόνο που θα μάθω να χορεύω χωρίς εσένα.
Αν είναι ο έρωτας τέχνη, είναι κι η τέχνη έρωτας.
Κι έχω πολύ κι από τα δύο μέσα μου.
Δε θέλω να σε χρειάζομαι.
Η ανάγκη προσκαλεί τη δέσμευση κι η δέσμευση σκοτώνει τον έρωτα.
Δεν θέλω κανέναν κοντά μου από ανάγκη, μα από επιλογή.
Η επιλογή είναι η φλόγα του αισθήματος.
Κι εγώ σε ήθελα για μένα.
Σε είχα ανάγκη για να χορεύω.
Νόμιζα πως ήταν χορός για δύο ο χορός μας.
Όμως τώρα βλέπω ότι μπορώ και μόνη.
Άργησες.
Θα έχεις ξεχάσει και τα βήματα πια.
Γι’ αυτό μέσα στο λίκνισμα εξετάζω ξανά τις επιλογές μου.
Κι αν εσύ δεν είσαι μέσα σε αυτές, θα είναι και δική σου επιλογή.
Ποτέ δε φταίει μόνο ο ένας. Είναι γνωστό αυτό.
Άκουσε με.
Κοίτα με.
Θα αρχίσω ξανά να χορεύω.
Κι ας είναι ο τελευταίος χορός.
Η παράσταση δεν τελείωσε ακόμα για μένα.
Κι ας άργησες.

Η Αρετή και ο Αλέξανδρος ήταν ζευγάρι στο χορό και τη ζωή. Μεγάλωσαν μαζί από παιδιά. Τους ένωσε η αγάπη τους για το χορό και μέσα από αυτήν γεννήθηκε και ο έρωτας τους. Η Αρετή ζούσε για να χορεύει με τον Αλέξανδρο. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς εκείνον. Ήταν πλασμένοι να είναι μαζί. Τα σώματά τους ταίριαζαν απόλυτα, το ίδιο και οι ψυχές τους. Έτσι πίστευε.

Ο Αλέξανδρος ήταν πολύ φιλόδοξος. Ήθελε συνεχώς να ανεβαίνει επίπεδα στο χορό. Τον τελευταίο καιρό η προπόνηση τους είχε γίνει εξαντλητική για την Αρετή. Αυτός ήταν και ο καυγάς τους. Εκείνος όμως ήθελε περισσότερα. Κάποια μέρα της ανακοίνωσε την απόφαση του να ακολουθήσει μόνος του καριέρα στο εξωτερικό. Η απόφαση του αυτή της στοίχισε. Δεν ήθελε όμως να μπει εμπόδιο στο δρόμο του. Είχε την αξιοπρέπεια να τον αφήσει να φύγει, αφού αυτό επιθυμούσε. Εκείνος, την τελευταία φορά που συναντήθηκαν, της υποσχέθηκε πως μόλις πετύχει αυτό που ήθελε, θα γυρνούσε κοντά της και θα χόρευαν ξανά μαζί για πάντα. Όμως άργησε.

Τα χρόνια περνούσαν και η ελπίδα αργόσβηνε μέσα στην καρδιά της Αρετής. Σταμάτησε να χορεύει. Δεν έβρισκε νόημα πια. Περνούσε τις περισσότερες ώρες της διαβάζοντας, καθισμένη σε μια πολυθρόνα. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο δύσκολο της ήταν να σηκωθεί. Οι γιατροί διέγνωσαν μια σπάνια μορφή σταδιακής παράλυσης. Η Αρετή είχε αρχίσει να αφήνεται. Η ελπίδα χανόταν.

Όταν της ανακοίνωσαν τη διάγνωση και ότι το πιθανότερο ήταν σε λίγο καιρό να μην μπορεί να σηκωθεί πια από την πολυθρόνα, πείσμωσε. Του έγραψε ένα γράμμα. Έπρεπε να του πει ότι άργησε. Να του θυμίσει την υπόσχεση του. Η υπερηφάνεια της δεν καταδέχτηκε να του πει για την αρρώστια της κι ότι εκείνος την προκάλεσε. Τον αγαπούσε ακόμα. Τον αγαπούσε τόσο που δεν άντεχε ακόμα και τώρα να τον πληγώσει. Όμως έπρεπε να του πει τι νιώθει. Αυτό όφειλε να το γνωρίζει.

Όταν ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα της, θυμήθηκε τι ένιωθε για εκείνη. Η ματαιοδοξία του τον είχε τυφλώσει και είχε παγώσει την καρδιά του. Τα λόγια της όμως την ζέσταναν ξανά. Διαπίστωσε την κενότητα που είχε μέσα του τόσα χρόνια που χόρευε μόνος. Θυμήθηκε πόσο μοναδικά ήταν να χορεύει μαζί της. Τώρα πια είχε το μέτρο σύγκρισης. Μετάνιωσε. Ένιωσε ανάξιος. Ένιωσε μικρός μέσα στο μεγαλείο της φήμης του. Κατάλαβε ότι η αγάπη της ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη φιλοδοξία του. Ήξερε πια πως δεν την άξιζε. Ήθελε όμως να τη δει μια τελευταία φορά. Της χρωστούσε μια απολογία.

Το ταξίδι της επιστροφής ήταν μαρτυρικό για εκείνον. Από τη μια ανυπομονούσε, από την άλλη φοβόταν την αντίδραση της. Όταν έφτασε στο κατώφλι της η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Εκείνη καθόταν στην αυλή της διαβάζοντας. Όταν σήκωσε τα μάτια της και τον αντίκρισε έκανε να σηκωθεί. Τα πόδια της δεν την βάστηξαν και έπεσε στην καρέκλα. Εκείνος έτρεξε κοντά της ανήσυχος.

«Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;».
«Άργησες».
«Συγχώρεσέ με».
«Το έχω ήδη κάνει.
«Τι έχουν τα πόδια σου;».
«Αρνούνταν να χορέψουν χωρίς εσένα».

Σιωπή.

«Σήκω!
«Είναι αργά πια. Προσπάθησα και μόνη. Στο είπα. Άργησες».
«Όχι. Ποτέ δεν είναι αργά. Δεν τελείωσε ο χορός! Σήκω!».
«Για μένα τελείωσε. Αυτό είναι το φινάλε».
«Όχι! Σήκω σε παρακαλώ! Προσπάθησε!».

Έκανε να σηκωθεί. Την έπιασε σε στάση χορού.

«Τα θυμάμαι τα βήματα. Θα δεις».

Του χαμογέλασε. Έβαλε όλη της δύναμη και έκανε όσα βήματα μπορούσε. Κατάφερε περισσότερα από όσα θα περίμενε. Κι εκείνη και οι γιατροί. Της είχε λείψει η αγκαλιά του. Του είχε λείψει το πάθος της.

Έδωσε ό ,τι είχε απομείνει μέσα της σε αυτόν τον τελευταίο χορό. Κι ύστερα έφυγε. Χορεύοντας μέσα στα χέρια του. Εκεί που ανήκε.

Και ο χορός τελείωσε εκεί ακριβώς από όπου είχε αρχίσει.

Ο ξενιτεμένος Οδυσσέας

4 Απριλίου, 2019

Το ταξίδι του μεγάλο
μα οι ελπίδες λιγοστές
να γνωρίσει την πατρίδα
να γιατρέψει τις πληγές

Λαιστρυγόνες και Σειρήνες
βρίσκει πάντοτε μπροστά
και η θέα της Ιθάκης
φεύγει όλο πιο μακριά

Τα φτερά του τα τσακίζουν
ατυχίες κι αναποδιές
κι απεχθάνεται να βλέπει
πίσω από κενές ματιές

Το ανάστημα ορθώνει
λίγο αν τύχει και του πουν
πως θα φτάσει, θα γυρίσει
εκεί που μόνο αγαπούν

Έχει μέσα φυλαγμένο
μυστικό μες την καρδιά
νόστο που κρατά κρυμμένο
καλοσύνη κι ανθρωπιά

Οδυσσέα ξενιτεμένε
με τον νόστο στην καρδιά
την Ιθάκη δεν την φέρνει
Πηνελόπης αγκαλιά

Πηνελόπη ειν’ η καρδιά σου
που κρατά το μυστικό
και Ιθάκη η αγάπη
στο γέλιο σου το παιδικό

Μέσα σου ό,τι ζητήσεις
αν το ψάξεις θα το βρεις
κανενός την ευτυχία
δεν την έφτιαξε κανείς.

Γι’ αυτό πάψε να πλανιέσαι
και ταξίδεψε απλώς
και θα δεις ο προορισμός σου
σε οδηγεί πάντα εντός.

Ο τελευταίος αγώνας

17 Δεκεμβρίου, 2018

Βυθίζομαι. Παλεύω να βγω στην επιφάνεια μα οι αλυσίδες με προφταίνουν. Ξαφνικά βρίσκω ένα βράχο μέσα στη θάλασσα. Τρέχω, αγωνίζομαι. Με όση δύναμη μου έχει απομείνει. Αρχίζω να σκαρφαλώνω. Τα βράχια είναι απότομα και κοφτερά. Ματώνω. Μα δε σταματώ. Χάνω βήματα και ξαναπέφτω.
Με τραβά το σκοτάδι του βυθού κοντά του.

Αντιστέκομαι. Χωρίς δυνάμεις πια. Απορώ με τον εαυτό μου. Δεν ξέρω αν τον αγαπώ ή τον σιχαίνομαι αλλά είναι το μόνο που έχω. Δεν μπορώ να ακούσω τη μελωδία της θάλασσας. Τα αυτιά μου έχουν βουλώσει. Το μόνο που ηχεί είναι ο βόμβος της προσπάθειας μου μέσα στο νερό. Δεν μπορώ να δω καθαρά. Τα μάτια μου έχουν πονέσει από το αλάτι. Δεν μπορώ να σκεφτώ. Μόνο αγωνίζομαι. Δεν μπορώ ούτε να ονειρευτώ ούτε να νιώσω. Όλα έχουν νεκρώσει από την κούραση. Τι με κρατάει στη ζωή; Αναρωτιέμαι.

Ξαφνικά βλέπω ένα δελφίνι. Είναι μικρό. Ίσα που κολυμπά. Όμως προσπαθεί. Μαθαίνει. Δεν παραιτείται. Είμαστε στην ίδια κατάσταση. Μόνο που αυτό είναι στο περιβάλλον του και το έχει αποδεχτεί. Και πάνω που πήγα να βρω την ελπίδα, άρχισα να χάνω την ανάσα μου. Μέσα στον πανικό μου να προλάβω να ανέβω, βλέπω το μικρό δελφίνι να έρχεται προς το μέρος μου και να προσπαθεί να με σπρώξει προς τα πάνω. “Μα είναι τόσο μικρό, πως θα τα καταφέρει;” πρόλαβα να σκεφτώ.

Όμως πριν το καταλάβω βρέθηκα να παίρνω την τόσο ζωογόνα ανάσα που χρειαζόμουν. Το δελφίνι με είχε βοηθήσει. Και να η απάντηση μπροστά μου. Ένα άγγιγμα αγάπης φτάνει να σε βγάλει από το βυθό ακόμα και χωρίς δύναμη. Φτάνει η αγάπη.
Φτάνει.
Η αγάπη.


Φωτοσταλίδες

2 Δεκεμβρίου, 2018

Ω μούσα εσύ πολύμορφη, τόσες εμπνεύσεις δίνεις
Την πένα κρατά μου γερά κι έχω μακρύ ταξίδι
Να φτάσω μες την άβυσσο να διηγηθώ το πάθος
Το πάθος που έγινε έρωτας κι αυτός αγνή αγάπη
Αφού ψυχή δεν πούλησε στα χρόνια του στον Άδη.

Νέος αγνός και καθαρός σαν σύγχρονος Ορφέας
Τη μουσική είχε για άρμα του, μ’ αυτό και πορευόταν.
Ώσπου η μοίρα τα ‘φερε και στην αυλή μιας νέας
Να συναντήσει τη χαρά που χρόνια ονειρευόταν.

Η αυλή της ήταν όμορφη, σπαρμένη με λουλούδια
Κι εκείνος πια θεώρησε, βρήκε την Ευρυδίκη
Άρχισε να της τραγουδά του ανθώνα του τραγούδια
Που να ‘ξερε ότι η μουσική θα φέρει θεία δίκη!

Πατέρα είχε τον Πλούτωνα, τη Δήμητρα μητέρα
Σαν Περσεφόνη που διαιρεί τη νύχτα από τη μέρα.
Εκείνη μέρα ήθελε να έχει στην ψυχή της
Μα άλλη γνώμη είχανε γι’ αγάπη οι γονιοί της.
Η μάνα της τη φρόντιζε, την υπεραγαπούσε
Μα ο πατέρας της κλουβί της έχτισε και ζούσε
Στου Άδη μέσα τα σκιερά κι αφώτιστα σοκάκια
Πεδία Ηλύσια τα ‘λεγε, μα κόλαση ήταν άδεια.
Κενή από την ομορφιά που φέρνει η αγάπη
Γεμάτη μόνο με είδωλα στου Αχέροντα κατάρτι.

Η κόρη μόλις γνώρισε τον νέο γιο της μούσας
Αμέσως ερωτεύτηκε του ήλιου του τα λούσα.
Γιατί είχε φως μες την καρδιά και μουσική στα μάτια
Κι η αρμονία του λόγου του την πήγε σε παλάτια.
Μακριά απ’ του Άδη τη σπηλιά την πετροσφαλισμένη
Να ξεμουδιάσει τα φτερά η ψυχή η φυλακισμένη.

Στην φυλακή δεν άργησε ξανά όμως να γυρίσει
Μόλις ο ήλιος έφτασε στου τέλους του τη Δύση.
Κι ο νέος απ’ το φόβο του μην αποχωριστούνε
Στη γη την ακολούθησε βαθιά μέσα να μπούνε.
Είδε τους δρόμους σκοτεινούς, τα είδωλα στους τοίχους
Κι είπε να πείσει την καρδιά πως ζει μέσα στους μύθους.
Μα η ψυχή του θέλησε να την αγνοπροσέχει
Αφού για αυτόν η αγάπη τους απ ‘τ’ άλλα όλα προέχει.

Στη μούσα τότε ορκίστηκε για την αγνή αγάπη
Στην κόλαση να μείνει εκεί στης κόρης την αγκάλη
Άσπιλη και αμόλυντη κρυφά να την κρατήσει
Μην μπει το σκότος στη ψυχή και της την μαγαρίσει.

Χρόνια πολλά περάσανε, συνήθισε η ματιά του
Του κάτω κόσμου η σκιά πάντα στα βήματα του
Μα η μουσική δεν έλειψε ποτέ απ’ τη ζωή του
Αφού σ’ αυτήν εμύησε την κόρη, την καλή του.
Η μουσική τους έθρεφε με νέκταρ κι αμβροσία
Και έχτισε ένα σπιτικό σε άυλη εστία.
Αυτή και τους νανούριζε, αυτή και τους ξυπνούσε
Κι ό,τι όμορφο είχαν στην ψυχή εκείνη το υμνούσε.

Το φως όμως δεν έφτανε να δέσουν οι καρποί τους
Και σαν στο χώμα έπεφταν, σκουλήκια οι σύντροφοι τους.
Άλλοι τους σφετερίζονταν και άλλοι τους τρυγούσαν
Νεκροί στο σώμα, στην ψυχή, σθένος απομυζούσαν.
Ακόλουθοι του Πλούτωνα, ηγέτες κι υπηρέτες
Στάλα ψυχής μυρίζονταν κι έτρεχαν σαν επαίτες.
Μην και στον Κόσμο επάνω βγει μια τους δημιουργία
Και γκρεμιστεί ευθύς μεμιάς του Άδη η δυναστεία.

Η μούσα όμως προστάτιδα του νέου και της νέας
Είχε νήμα την έμπνευση από το κάθε άσμα
Και δυο μανδύες ύφαινε στο τέλος της ημέρας
Να τους φυλάνε απ’ το κακό και πλοίο να είν’ συνάμα.
Πλοίο για τον Αχέροντα να μην τους παρασύρει
Δικιά τους βάρκα να τους πάει σε φωτεινό γιοφύρι.
Είν’ το γιοφύρι που συνδέει το βίος του Κάτω Κόσμου
Μ’ όλο τον πλούτο της στεριάς που δεν είναι δικός του.

Εκεί κρυφά ακουμπούσανε κάποιες φωτοσταλίδες
να φέγγουνε τον δρόμο τους, να τρέφονται οι ελπίδες.
Μην και στο Έρεβος βρεθούν κι αγγίξουνε τη Λήθη
Πικρό νερό εκεί και πιουν κι αλλάξουνε τα ήθη.

Αυτά ήταν τα σχέδια του Πλούτωνα δυνάστη
Να θανατώσει του έρωτα περήφανο το άτι.
Να λείψει η αγάπη απ’ την ψυχή, να έρθει η διχόνοια
Και να περάσουνε νεκροί τα υπόλοιπα τους χρόνια.

Σημάδια η μούσα έστελνε για να τ’ ακολουθούνε
Να φτάσουνε στον Κέρβερο, στο Έρεβος να μπούνε.
Μα αντί στης Λήθης την πηγή, σ’ αυτή της Μνημοσύνης
Να λούσουνε την κεφαλή με πνεύμα της ευθύνης.
Μύστης να γίνει ο Ορφεύς και μ’ όπλο του τη λύρα
Να φέρει στον Αχέροντα ανείπωτη πλημμύρα.
Και σαν φουσκώσουν τα νερά, ιέρεια η Ευρυδίκη
Με λόγο της στη μουσική να φέρει αιώνια δίκη.
Να φτάσει ως τα Τάρταρα αγνό ύδωρ καθάριο
να εξαγνιστούνε οι ψυχές, να πάρουνε κουράγιο.

Σεισμός να γίνει και στη γη να βγει η αδικία
Για να τη δούνε οι θεοί, να επέλθει τιμωρία.
Μα τιμωρία πιο βαριά απ’ το βαθύ σκοτάδι
Που μέσα του είχε ο Πλούτωνας σαν έχτισε τον Άδη
Δεν είχε ούτε ένας θεός να βρει για να του δώσει.
Κι έτσι άφησαν τα σχέδια να του τα ματαιώσει
Η αγάπη που είχαν στην καρδιά ο νέος και η νέα
Του κάψε το βασίλειο και έφερε ημέρα.

Ξημέρωσε για τις ψυχές που ήταν φυλακισμένες
Στου Άδη τη βαθιά τη γη άδικα εκεί κλεισμένες.
Για δαύτες βρήκαν οι θεοί νέα κρίση να περάσουν
Τα κρίματα τους στη σκιά όλα να τα μοιράσουν
Κι αφού μ’ αυτά τρεφότανε, ο στυγερός αφέντης
Δάκρυα κι αναστεναγμοί να γίνουνε αψέντι
Μήπως το δηλητήριο το φάρμακο του δώσει
Κι η ανελέητη ψυχή δικαίως μετανιώσει.
Κι έτσι μαζί με τις ψυχές που ελευθερωθήκαν
Σε άρμα πάνω μουσικής ανέβηκαν και βγήκαν
Οι δυο νέοι που ανέλαβαν στης μούσας τους τη στέγη
Με μελωδίες να υμνούν κάθε ψυχή που φεύγει
Από τη Γη για το άυλο σπίτι του Δημιουργού της
Και στην Αγάπη να εισχωρεί του Άγνωστου Θεού της.

1 4 5 6 7 8