Ποιήματα

Το παραμύθι

Θα ήθελα να 'χα
ένα μαχαίρι κι ένα μαγικό πινέλο.
Με το μαχαίρι θ' αφαιρούσα κάθε ασχήμια
και με το πινέλο θα ζωγράφιζα
χαμόγελα στις ψυχές των ανθρώπων.
Αλλά πάλι.... με ξέρω.
Στο τέλος,
θα έβαφα και το μαχαίρι
να μην μπορεί κανένα κακό να τρυπώσει
σε τούτο δω το παραμύθι!

Το νόημα

Στάθηκα στα συντρίμμια μια στιγμή
να φωτογραφίσω την εικόνα στη μνήμη.
Ήρθες δίπλα μου και ρώτησες.
"Τι ψάχνεις;"
"Νόημα" αποκρίθηκα.
"Δε θα το βρεις εδώ" μου είπες.
"Το νόημα δεν κρύβεται στην καταστροφή".
"Και πού να ψάξω;" αναρωτήθηκα απογοητευμένη.
"Φτιάξε κάτι" πρότεινες.
Σε κοίταξα.

Μου άπλωσες το χέρι.
"Πάμε".
Πήρα ό,τι μου πρόσταξε η καρδιά και σ' ακολούθησα.
Σε λίγο σταμάτησα.
Κοίταξα τ' απομεινάρια που κουβαλούσα
κι απελπίστηκα.
"Τι θα φτιάξω μ' αυτά; Είναι όλα μαγαρισμένα" διαπίστωσα.
"Μη βλέπεις τι είναι, αλλά τι μπορείς εσύ να κάνεις"
με συμβούλεψες.

Τότε κατάλαβα πως το νόημα είναι η ίδια η δημιουργία
κι όχι τα υλικά ή το αποτέλεσμα.

"Κι όταν τελειώσω;".
"Θα φτιάξεις κάτι άλλο".

Τότε είδα πως το νόημα δεν είναι κάτι σταθερό.
Το βρίσκεις για να το ξαναχάσεις και να το ξαναβρείς.
Κάθε φορά και λίγο πιο μεστό.

"Θα με βοηθήσεις;".
"Γι'αυτό είμαι εδώ".

Άφησα κάτω όσα κρατούσα κι έπιασα το χέρι σου.
Τότε παρηγορήθηκα πως ό,τι δημιουργήσω
από εδώ και πέρα θα έχει κάτι από την αγάπη σου.

Η φυγή

Σαγηνευτική δύναμη με καλεί σαν τον δραπέτη
Να τρέξω, ν’ απομακρυνθώ, να χαθώ.
Σ’ έναν κόσμο πιο φιλόξενο
για την πληγωμένη ευαισθησία μου.
Δε μου υπόσχεται ακριβή προορισμό.
Μια ασαφή ιδέα για πυξίδα μόνο.
Τριγύρω όλα ξένα με αύρα εχθρική.
Από τ’ ασήμαντα ως τα πιο ουσιώδη.
Αναταράσσουν με τις δονήσεις τους
την ήδη ταραγμένη ψυχή μου.
Δε χωρά κανέναν και τίποτα αυτή τη στιγμή.
Μόνο εκείνην που με την προστατευτική της χροιά
με καλύπτει.
Λόγια στριμωγμένα στο μυαλό μου,
αδιάλειπτα κι ακατανόητα, βαραίνουν την καρδιά.
Πονάω.
Μόνο αυτή μου μένει.
Με καλεί σαν θεραπεία που γνωρίζω πως δεν είναι.
Ποθώ να βουτηχτώ στη δειλία μου, παρά να σταθώ.
Αυτή τη στιγμή που απουσιάζει το κουράγιο.
Ίσως αργότερα, κάπου ανάμεσα σ’ ένα όμορφο θέαμα,
σε μια όμορφη σκέψη ή λέξη να το βρω.
Μα τώρα χάνομαι κι εκείνη με περιμένει.
Μιλά ψιθυριστά μέσα στο μυαλό μου σαν ερωμένη.
Μουδιάζει τη σκέψη μου.
Σχεδόν δεν αισθάνομαι.
Δε θα μου δώσει απαντήσεις,
δε θα μου βρει λύσεις.
Ίσως στο ταξίδι τις βρω κρυμμένες
στην εναλλαγή παραστάσεων.
Προς το παρόν υπακούω στην ορμητική της έλξη.
Δεν περιμένω τίποτα.
Δεν επιθυμώ τίποτα.
Μονάχα εκείνη.
Με καλεί.
Με περιμένει.
Η φυγή από τον επώδυνο βάλτο των πληγών.

“Για το καλό μας”

Σ' έναν φάκελο μέσα σπαρταρά
το μέλλον ενός τόπου.
Κι εσύ ο υπεύθυνος, θαρρείς.
Αγγίζεις τη σχισμή
και κάνεις μια ευχή
ρίχνοντας μέσα την ευθύνη σου.
«Ό,τι κι αν βγει, ας είναι για το καλό μας».

Το ξύλινο κουτί
ένα σμάρι από όνειρα, ελπίδες,
δικαιώματα και ανάγκες
κλείνει και ποτίζει με αξία
μονάχα για μία μέρα.
Μα ύστερα συλλήβδην θα ριχτούν
σε μια αποθήκη σκοτεινή
στη νάρκη την τετραετή
στο παρασκήνιο.
«Για το καλό μας».

Στον ερχομό του δειλινού,
η μπλε αυλαία θα πέσει
κι ο θίασος θ' ανέβει στη σκηνή
ενός έργου που δε λέει ν' ανατραπεί
για το καλό μας.
Ίδια ιστορία, ίδιοι πρωταγωνιστές
μα το εισιτήριο κάθε φορά πιο ακριβό.
Πιο αιματηρό.

Κι εμείς, οι θεατές,
οι καρφωμένοι στην πλατεία
να παρακολουθούμε σιωπηλοί
μια ακατανόητη, τρομακτική πορεία.
«Για το καλό μας».

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων, το ξημέρωμα θ’ αργήσει.
Το σκοτάδι βασιλεύει κι απλώνει τα φθαρμένα δίχτυα του.
Με ίνες συμφέροντος τα έπλεκαν με περίσσια ιδιοτελή φροντίδα
οι συντηρητές του αιώνες κι αιώνες τώρα.
Εκείνοι που με σημαία τους το μαύρο υποστηρίζουν το σκοτάδι και την τσέπη τους,
κρύβοντας προθέσεις και ίντριγκες πίσω από μεγαλεπίβολα σχέδια.
Με περίσσεια δεξιοτεχνία, πατούν στα ζωντανά πτώματα των σκοτεινών οπαδών
που έλκονται από τη μυρωδιά της ξένης εξουσίας
σαν τις μύγες που αναζητούν απεγνωσμένα ακαθαρσίες για να τραφούν.
Οι σκοτεινοί οπαδοί είναι η κρυφή δύναμη.
Το βάθρο του ματωμένου θρόνου.
Επιμελώς εκπαιδευμένοι με διαμορφωμένες πεποιθήσεις
που παπαγαλίζουν δεξιά και αριστερά μολύνοντας τον αέρα.
Στη θέα των αρχηγών, λόγια κολακείας ξεπηδούν
σαν μαστίγια από το στόμα τους για να χαϊδέψουν εγωισμούς
καλά εδραιωμένους στις χρυσοποίκιλτες καρέκλες τους.
Η ζωή τους μια δουλοπρεπής υπόκλιση.

Οι πολίτες της χώρας επιβιώνουν μέρα με τη μέρα.
Έχουν κληρονομήσει ζωές με σαθρά θεμέλια κι ανεπαρκείς αξίες.
Καθημερινά κολυμπούν σ’ έναν βούρκο που τους λερώνει
από τα μάτια μέχρι το μυαλό.
Πολλοί διαφωνούν με το σκοτάδι.
Συζητούν, διαπιστώνουν κι έπειτα πάλι σιωπούν.
Αναζητούν, μα υποκύπτουν στην ανάγκη.
Κάποιοι διαδηλώνουν υπέρ του φωτός
κι ας μην είναι σίγουροι αν το έχουν δει ποτέ.
Άλλοι τους ακολουθούν από συνήθεια
κι άλλοι από βαρεμάρα ή από την ανάγκη του ανήκειν.
Με κοιμισμένη συνείδηση πώς να φέρουν την αλλαγή;
Σκόρπιες φωνές, διχασμένες κι αυτές σε αποχρώσεις δίχως όραμα.
Αν οργανωθούν κάτω από έναν κοινό σκοπό, το σκοτάδι τις φιμώνει με πόνο
για να υποκύψουν στ’ αντανακλαστικά της επιβίωσης.
Μεγεθύνει ανείπωτες συμφορές στις συστημικές οθόνες του
κι υποβάλλει την ανάγκη ύπαρξης του.

Μα ξεθωριάζει πια η παντοδυναμία του.
Η φθορά κατατρώει τους ιμάντες κι αποκαλύπτει
ρωγμές κι αναλήθειες οφθαλμοφανείς.
Οι άνθρωποι δεν κάνουν πια σχέδια μακροπρόθεσμα.
Όνειρά τους έγιναν τ’ αυτονόητα και τα δικαιώματα.
Κουράστηκαν κι η κούραση είναι επικίνδυνος σύμβουλος.
Αγανάκτησαν κι ο θυμός ζητά σθεναρά διέξοδο.
Απηύδησαν κι η απόγνωση πιέζει για λύσεις.
Απελπίστηκαν κι η απογοήτευση διψά για βελτίωση.

Μονάχα μια εκλεπτυσμένη ενσυναίσθηση
μπορεί να διαφύγει από τα σκοτεινά δίχτυα.
Να υψωθεί, ν’ αντικρίσει τα τραύματα,
να κατανοήσει και να σκύψει ύστερα να λυτρώσει τα δικά της.
Μία προς μία, ώσπου ο ήχος της εσωτερικής αλλαγής
να γίνει αντίλαλος που δε σωπαίνει στη θέα του σκοταδιού.

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων, το ξημέρωμα πρέπει να έρθει.
Εκ των έσω.

Πρωτομαγιά του έρωτα

Ντύθηκε ο Μάιος με χρώματα
κι ένα στεφάνι κόκκινο άφησε να φυλά
το μνημείο του αγνώστου ερωτευμένου.

Για να τιμήσει η ελπιδοφόρα άνοιξη
τους αγώνες του να κρατήσει ζωντανή
τη φλόγα του έρωτα
εις τους αιώνας των αιώνων.

Αλήθεια ή έρωτας

Ντύθηκα ένα ψέμα και χτύπησα την πόρτα σου.
Με θαύμασες.
Είπες πως ήμουν ό, τι ζητούσες.
Γύρισα κι έφυγα χωρίς προειδοποίηση.
Σ' άφησα έκπληκτο κι ερωτευμένο με το ψέμα μου.
Μου ζήτησες μια εξήγηση και σου είπα την αλήθεια.
Απογοητεύτηκες.
Απομακρύνθηκες.
Με κατηγόρησες πως σε κορόιδεψα.
Είπες πως με προτιμούσες όπως ήμουν πριν.
Πως ήμουν πιο αληθινή.
Πίστεψες το ψέμα μου περισσότερο από εμένα.
"Δεν είναι δυνατόν" μονολογούσες.
Ντύθηκα ξανά και σε παρηγόρησα.
Δε σου άξιζε μια ψεύτρα.
Ζήτησα συγγνώμη κι έκλεισα την πόρτα.
Σε σένα, τον έρωτα κι εμένα την ίδια,
που δεν είχα τη δύναμη για έναν έρωτα κάλπικο
ν' απαρνηθώ την αλήθεια μου.

Λάζαρος

Λάζαρε, δεύρω έξω
να δεις τους ζωντανούς.
Εκείνους που τυλιγμένοι στο θερμό σαρκίο τους
περιφέρονται και διατείνονται πως ζουν.
Εκείνους που βαλτωμένοι στο βούρκο της συνήθειας
έχουν ξεχάσει το φως της ημέρας και τη λάμψη της σελήνης.
Έχουν αισθήσεις, παλμό και κίνηση,
μα καμία συναίσθηση, κανένα καρδιοχτύπι
και κανένα κίνητρο δεν τους ωθεί.

Λάζαρε, δεύρω έξω
κι αποκρίσου.
Εσύ που είδες.
Εσύ που ξέρεις.
Τι πιότερο να επιθυμεί κανείς;
Μια αιώνια ζωή ντυμένη μες στο σάβανο
ή έναν ύπνο μακάριο στο γέρμα ενός βίου άξιου κι ευτυχή;

Δεύρω έξω
κι ομολόγησε από το σκοτεινό κατώφλι του θανάτου
ποια σωτηρία σ’ αποτράβηξε;
Ποια ζωή θα είναι ίδια μετά το πέρασμα
και πόση μοναξιά κρύβει μια ανάσταση
ανάμεσα στους ζωντανούς νεκρούς;

Λάζαρε, δεύρω έξω.
Ο θάνατος έφυγε.
Γύρε και κοιμήσου τ’ όνειρο της αναγέννησης.
Τούτο τ’ απόβραδο νικήσανε τ’ αστέρια.

Δεν υπάρχει γιορτή

Στη μνήμη των θυμάτων
οι γυναίκες ακουμπούν λουλούδια στο προσκέφαλο. 
Τα τραύματα ακόμα αιμορραγούν. 
Δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα ένα μούδιασμα στα σπλάχνα που γεύονται την απώλεια. 

Ο μόνος που γιορτάζει τούτη τη μέρα είναι ο θάνατος. 
Είτε με τη μορφή του Χάροντα είτε του Αγγέλου
διακόσμησε γιορτινά τον ουρανό με νεανικές ψυχές. 
Εδώ δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα θρήνος. 

Πώς να γιορτάσει η γυναίκα όταν η μάνα πενθεί;
Για να γιορτάσει πρέπει να είναι ολόκληρη. 
Τώρα περιφέρεται σα να της ξεριζώσαν την καρδιά. 
Θα πάρει χρόνο, χρόνια. 
Χρόνια πολλά για να απαλύνει λίγο ο πόνος της. 

Οι υπόλοιπες; 
Γινόμαστε ένα αόρατο τείχος προστασίας,
μήπως οι προσευχές μας αφαιρέσουν λίγο βάρος
και συνοδέψουν τα παιδιά στο τελευταίο ταξίδι τους. 
Είμαστε συνεπιβάτες σ' ένα εθνικό μνημόσυνο. 
Καμιά γιορτή δε μας χωρά απόψε. 

Πάμε κι όπου βγει…

Σήμερα η αρμόδια τύχη "απεργούσε".
Σήμερα οι ανεύθυνοι υπεύθυνοι είχαν βάρδια.
Σήμερα το ταξίδι άλλαξε προορισμό.
Σήμερα ο θάνατος αγρυπνούσε.
Οι γραμμές της μοίρας συγκρούστηκαν μοιραία.

Πόσα λόγια να έμειναν μισά;
Τι εικόνες ν' αντίκρισαν τα μάτια
λίγο πριν κλείσουν για πάντα;

Σήμερα άδειασαν αγκαλιές.
Σήμερα πάγωσαν καρδιές.
Σήμερα εκτροχιάστηκαν ζωές.
Σήμερα το μήνυμα "έφτασα" δεν ήρθε.

Οι οθόνες έσβησαν μαζί με τις ψυχές.
Τα βαγόνια γίναν φέρετρα
και οι φωνές κραυγές.

Αύριο;

Δε βαριέσαι... "Πάμε κι όπου βγει"...

1 2 3 4 5 11