Εκεί που τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα,φρέναρε ξάφνου η ζωήκι από την πρόσκρουση πετάχτηκανσυνήθειες, μάσκες, φτιασιδώματα και συμπεριφορές.Γέμισε ο τόπος ακρωτηριασμένους χαρακτήρεςνα παλεύουν να παραμείνουν ζωντανοί στην εντατική του σπιτιού τους.Κι ένας εαυτός παραμελημένος και κατακρεουργημένοςνα παρακαλά για λίγη φροντίδα, δείχνοντας τα χρόνια τραύματά του,με την ελπίδα, στην αδράνεια των θυτών του, να γιατρευτεί.
Ποτέ η αγκαλιά σου να μη μένει αδειανή,όταν εκείνος που την έχει μεγαλύτερη ανάγκη είναι ο εαυτός σου.Σπίτι είναι η αγκαλιά και εσύ ο κύριος κάτοικός της.Μην αγκαλιάζεις τον εαυτό σου μόνο για να σκεπάσεις τη θλίψη του.Στέγασε το χαμόγελο και τη χαρά του.Αν μάθεις να αγκαλιάζεις εσένα κάθε στιγμή, ευχάριστη ή δυσάρεστη,η αγκαλιά σου...
Είναι έμφυτη η ανάγκη του ανθρώπου να αναζητά την αλήθεια,μα επίκτητη τάση του να παγιδεύεται εύκολα στο ψέμα.Όσο εύκολο είναι να πιστέψεις ένα ψέμα που φαίνεται αληθινό,τόση δύναμη θέλει για να αποδεχθείς μια αλήθεια που μοιάζει με ψέμα.
Είναι οι «μεγάλοι» έρωτες, ηφαίστεια που εκρήγνυνταικαι σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους,αφήνοντας πίσω τους καρδιές αποκαΐδια.Μα είναι κι εκείνοι οι έρωτες, οι «καθημερινοί»,σαν τα μικρά ρυάκια που κυλούν δίπλα στις πλαγιέςκαι δροσίζουν ό,τι ζωντανό συναντήσουν στο διάβα τους.Σκορπώντας σταγόνες ζωής απλόχερα, να ξεδιψά η ψυχή σου.
Μετάνιωσε η άνοιξη σαν έλειψαν οι ανθρώποι. Θέλησε να παραιτηθεί στην έρμη μοναξιά της. Μα άκουσε το φθινόπωρο το βροχερό της κλάμα Κι απ’ τα δεινά της σκέφτηκε να την ελευθερώσει. «Όσο λυπούνται οι άνθρωποι στη θέση σου θα μείνω. Μα όταν θα στάξουν οι καρδιές ξανά γλυκό το μέλι, θα τρέξω σαν τον άνεμο...
Σαν αρχινώ ο άνθρωπος να κάμω το σταυρό μου τα δάχτυλα ακουμπώ σφιχτά, γερά αγκαλιασμένα τρία είναι τον αριθμό, μέρη τσ’ Αγίας Τριάδας μέσα κλείω την κεφαλή, καρδία και χέρια δύο. Να ‘ναι μυαλό και ‘σθήματα και πράξεις ένα σώμα τριάδα να ‘ναι ανθρώπινη, στη σάρκα εγκλωβισμένη για του Θεού Βασίλειο σιμά συνταξιδιώτες μαζί με...
Ημέρεψαν τ’ αγριολούλουδα. Τα φύτεψαν σε γλάστρες και τα ‘κλείσαν πίσω από τζάμια για την ασφάλειά τους. Μα εκείνα δεν είπαν όχι. Δέχτηκαν την πρόσκαιρη απομόνωσή τους. Παρά την ανεξάρτητη φύση τους. Για να ξαναξημερώσει η μέρα που θ’ αντικρίσουν τα λιβάδια τους και μεθυσμένα από το λίκνισμα του ανέμου, θα χορέψουν και πάλι. Λουλούδια...
Τίποτα δε γίνεται φυλακή χωρίς τη θέλησή μας. Ένα μικρό παράθυρο αρκεί. Για να ονειρευτείς, να ταξιδέψεις, να ερωτευτείς. Ένας μικρός ελευθερωτής του μυαλού να σου επιτρέπει ν’ ατενίζεις τον ορίζοντα της έμπνευσης. Τότε όλα τα ανέφικτα γίνονται εφικτά κι όλα τα μακρινά γεμίζουν την αγκαλιά σου. Νοητά για το σώμα, αληθινά για την ψυχή....
Όταν η σιωπή δείχνει αδιέξοδο και φωνάζει βοήθεια… Μην τρομάξεις. Κι αν σε ρωτήσουν «τι έχεις;» απάντησε «Πού να σου λέω τώρα…» Δεν έχει σημασία αν όντως θα τους πεις. Θα βοηθηθείς όμως εσύ στο να βρεις την άκρη του νήματος. Μην απελπιστείς. Μπόρα είναι και θα περάσει. Δώσε χρόνο στον εαυτό σου. Κάνε επανάσταση...
Σκαρφαλώνεις με κόπο έχοντας την ηδονή της κορύφωσης να σου σιγοκαίει το μυαλό. Καταραμένο το πάθος σε αιώνια ένωση με την πτώση αμέσως μετά την κατάκτηση. Μένεις να βιώνεις τη ζωή και το θάνατο σε μια συνεχή μαρτυρική εναλλαγή. Μα όσο πρόσκαιρη είναι η αίσθηση της νίκης, άλλο τόσο εφήμερη είναι και η πτώση. “Τίποτα...