Ν’ αγκαλιάζεις τους ανθρώπους που αγαπάς,
να μπλέκονται οι μυρωδιές και να υφαίνουν όνειρα.
Να κλείνουν τα μάτια και να στεγνώνουν δάκρυα.
Να πάλλονται οι καρδιές, να ζωντανεύει η ελπίδα.
Ν’ αγκαλιάζεις τους ανθρώπους που αγαπάς,
να μπλέκονται οι μυρωδιές και να υφαίνουν όνειρα.
Να κλείνουν τα μάτια και να στεγνώνουν δάκρυα.
Να πάλλονται οι καρδιές, να ζωντανεύει η ελπίδα.
Όλα είναι θέμα οπτικής και προοπτικής.
Όπου κοιτάς πορεύεσαι κι όπως κοιτάς βαδίζεις.
Αν κοιτάς τον καθρέφτη,
πάντα κάνεις τα αντίθετα από αυτά που νιώθεις.
Αν κοιτάς την εικόνα του εαυτού μέσα σου,
γίνεσαι ο ίδιος πορεία και τρόπος ζωής.
Το Άγιο Φως ήρθε και φέτος, μα δεν έλαβε καμιά υποδοχή.
Το έκλεισαν σαν λαθρομετανάστη σε κέντρο συγκέντρωσης.
«Επικίνδυνη» χρίστηκε η παραλαβή του από το εκκλησίασμα, γιατί ο άνθρωπος κινδυνεύει από τον άνθρωπο και ό,τι τον ενώνει είναι απειλή για την υγεία του.
Όμως ο Χριστός Ανέστη.
Για τον άρρωστο, που ελπίζει στη θεραπεία του.
Για τον άστεγο, που ονειρεύεται κάτω απ’ τα θολά αστέρια της πόλης.
Για τον ναρκομανή, που αρνείται αυτόν τον κόσμο που του στερεί τα όνειρα με τον πιο σκληρό τρόπο.
Για τα ορφανά, που αναζητούν ένα χάδι σε βλέμματα και μια αγκαλιά στη βραδινή προσευχή τους.
Για την οικογένεια του ανέργου που στερείται, μα δε χάνει την πίστη της.
Για τη μάνα, που της πήρε τόσο άχαρα ο θάνατος το παιδί μέσα από τα χέρια.
Για τα βρέφη, που για μάνα γνώρισαν την απόρριψη.
Για όσους φέτος στερήθηκαν το ύστατο αντίο σε φίλους κι οικογένεια.
Για τους λειτουργούς που σηκώνουν το σταυρό της αρρώστιας άλλων.
Για τα παιδιά, που το σαράκι της αβεβαιότητας αυτών που ζούμε κατατρώει την ανεμελιά τους.
Για τον ηλικιωμένο, που περνά τις γιορτές με μόνη συντροφιά την εικόνα της Παναγιάς στο φως του καντηλιού του.
Για την οικογένεια εκείνων που ακόμα κάνουν το σταυρό τους πριν φάνε όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι.
Για σένα και για μένα, που φυλάμε την αγάπη σαν φυλαχτό μέσα μας και πασχίζουμε να πράξουμε το καλό με υπομονή.
Για όλους όσους έλαβαν το πνευματικό Άγιο Φως με την ψυχή τους.
Για τους αδικημένους, τους φτωχούς, τους αμαρτωλούς, τους πονούντες και πενθούντες.
Σταυρώθηκε από τον άνθρωπο και αναστήθηκε για τον Άνθρωπο.
Οι προδότες κι οι Φαρισαίοι, μόνοι τους προκαλούν τη μοίρα τους ανά τους αιώνες, αποστρέφοντας την καρδιά τους από την Αγάπη Του. Το κενό της απουσίας Του είναι η μεγαλύτερη τιμωρία που επιβάλλουν στον εαυτό τους. «Οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι».
Μα εσύ, που παρ’ όλα σου τα στραβά και τις αμφιβολίες, κρατάς το σταυρό στην καρδιά σου, μη φόβου.
Για σένα ανέστη ο Κύριος.
Η Αγάπη Του, πιο μεγάλη από την απιστία και τη ματαιοδοξία των ανθρώπων, υπάρχει και δεν περιορίζεται από καμία εντολή και κανένα μέτρο.
Φέτος που εντολές δόθηκαν και μέτρα πάρθηκαν για’ σένα, ήρθε η ώρα να θυμηθείς και να νιώσεις, μόνος μες στην αγκάλη Του, πως ο Χριστός ανέστη για τον Άνθρωπο.
Φανερά δείπνα σε πλούσια τραπέζια τραβούν τα φώτα.
Μα ο μυστικός δείπνος τελείται στην άκρη ενός πεζοδρομίου, λαμβάνοντας Φως.
Στο άδειο χαρτόκουτο ενός άστεγου.
Στην κάμαρα ενός φτωχού, η προσευχή έμεινε ανεκπλήρωτη.
Όχι από τον Θεό, μα απ' τον συνάνθρωπο.
Εκείνον που δεν έμεινε.
Σηκώθηκε κι έφυγε πριν γίνει η Κοινωνία για να προλάβει.
Κλεισμένος έξω από χρυσοποίκιλτες πόρτες,
με τους κατόχους τους να παίζουν στον τζόγο ζωές
και να κρατούν μυστικά σφαλισμένα για την ασφάλειά τους.
Ποιά μύηση αλήθεια σε κάνει άνθρωπο;
Ποιά μύηση σε κάνει απόστολο του λόγου της αγάπης, αν όχι η πράξη αυτής;
Τα φανερά προσποιούνται μυστικότητα και τα κρυφά αληθοφάνεια.
Ο αλέκτωρ λάλησε.
Όχι τρις μα τρισάκις.
Δεν ακούγεται πια.
Κουράστηκε να μαρτυρά αθέλητες προδοσίες.
Το φιλί επιτράπηκε και δόθηκε με ζήλο.
Είναι το μόνο που αφήνεται πια ελεύθερο να μολύνει ψυχές.
Το φιλί της αγάπης απαγορεύτηκε.
Στον ήχο της πρώτης κραυγής, ο Ιούδας ζώστηκε τα 30 αργύρια.
Τα 7 αμαρτήματα εις τριπλούν, την τιμωρία και την αιώνια ενοχή.
Απόλαυσε τον απαγορευμένο καρπό πριν γίνει δηλητήριο στα σωθικά του.
Πέρα στο λόφο του μαρτυρίου, στα πόδια του σταυρού, η Μάνα σπαράζει.
Η τελευταία κραυγή της,
βάλσαμο κι οδυρμός στα στήθη κάθε μάνας... εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
Τι πιο όμορφο από το να ταπεινώθεις εμπρός στο φώς;
Γυμνός, λυτρωμένος, ελεύθερος.
Τότε υπομένονται τα πάθη.
Όταν δεν μπορούν πια να σ'αγγίξουν.
Όταν η αρετή της ταπεινοφροσύνης φτάνει
στο μεγαλείο της για να συναντήσει
το μεγαλείο του Θεού.
Δια της ταπείνωσης οδηγούμαστε στα ύψη.
Σ'εκείνα τα ύψη που νικούν τον φόβο
και καλλιεργούν την ασφάλεια της ύπαρξης.
Εκεί που τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα,
φρέναρε ξάφνου η ζωή
κι από την πρόσκρουση πετάχτηκαν
συνήθειες, μάσκες, φτιασιδώματα και συμπεριφορές.
Γέμισε ο τόπος ακρωτηριασμένους χαρακτήρες
να παλεύουν να παραμείνουν ζωντανοί στην εντατική του σπιτιού τους.
Κι ένας εαυτός παραμελημένος και κατακρεουργημένος
να παρακαλά για λίγη φροντίδα, δείχνοντας τα χρόνια τραύματά του,
με την ελπίδα, στην αδράνεια των θυτών του, να γιατρευτεί.
Ποτέ η αγκαλιά σου να μη μένει αδειανή,
όταν εκείνος που την έχει μεγαλύτερη ανάγκη είναι ο εαυτός σου.
Σπίτι είναι η αγκαλιά και εσύ ο κύριος κάτοικός της.
Μην αγκαλιάζεις τον εαυτό σου μόνο για να σκεπάσεις τη θλίψη του.
Στέγασε το χαμόγελο και τη χαρά του.
Αν μάθεις να αγκαλιάζεις εσένα κάθε στιγμή, ευχάριστη ή δυσάρεστη,
η αγκαλιά σου θα γίνει βάλσαμο και για οποίον τη μοιραστεί μαζί σου.
Είναι έμφυτη η ανάγκη του ανθρώπου να αναζητά την αλήθεια,
μα επίκτητη τάση του να παγιδεύεται εύκολα στο ψέμα.
Όσο εύκολο είναι να πιστέψεις ένα ψέμα που φαίνεται αληθινό,
τόση δύναμη θέλει για να αποδεχθείς μια αλήθεια που μοιάζει με ψέμα.
Είναι οι «μεγάλοι» έρωτες, ηφαίστεια που εκρήγνυνται
και σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους,
αφήνοντας πίσω τους καρδιές αποκαΐδια.
Μα είναι κι εκείνοι οι έρωτες, οι «καθημερινοί»,
σαν τα μικρά ρυάκια που κυλούν δίπλα στις πλαγιές
και δροσίζουν ό,τι ζωντανό συναντήσουν στο διάβα τους.
Σκορπώντας σταγόνες ζωής απλόχερα, να ξεδιψά η ψυχή σου.
Μετάνιωσε η άνοιξη σαν έλειψαν οι ανθρώποι.
Θέλησε να παραιτηθεί στην έρμη μοναξιά της.
Μα άκουσε το φθινόπωρο το βροχερό της κλάμα
Κι απ' τα δεινά της σκέφτηκε να την ελευθερώσει.
«Όσο λυπούνται οι άνθρωποι στη θέση σου θα μείνω.
Μα όταν θα στάξουν οι καρδιές ξανά γλυκό το μέλι,
θα τρέξω σαν τον άνεμο γοργά να σε φωνάξω.
Για δε νοείται να φτιαχτεί μαγιάτικο στεφάνι
δίχως εσέ να τριγυρνάς με την καλοκαιριά σου,
να προϋπαντήσεις χαρωπά το ολόθερμο το θέρος».
Δάκρυσε πάλι η άνοιξη εμπρός στην καλοσύνη
Κι αμέσως αποκρίθηκε πως δε θ’ αποχωρήσει
«Μ' έχουν ανάγκη οι άνθρωποι, δεν τους εγκαταλείπω.
Μονάχα κράτα με γερά τα δάκρυα να στεγνώσω.
Στ’ άνθη μου με χαμόγελο του ήλιου να γυρίσω.
Σαν την ελπίδα ευαίσθητη, είμαι μα δεν πεθαίνω,
Σε μέρες ομορφότερες σκυτάλη εγώ πριν δώσω».
Τότε στα ουράνια φάνηκε δειλά χρωματισμένο
Το τόξο που η άνοιξη είχε για μόνο όπλο
Του ανθρώπου την απελπισιά με τούτο να σκοτώνει
Και να τον κάνει τη ματιά ψηλά να ορθώνει πάλι.
Κι αν για το βέλος του έρωτα κατάστηθα είναι ο στόχος
Μες την ψυχή, της άνοιξης, βγαίνει το ουράνιο τόξο.
