Ψυχολογικές αποχρώσεις

Η αλλαγή

Τόσα χρόνια ζούσε στο ψύχος.
Όμως η καρδιά του αναζητούσε τη θέρμη.
Η καρδιά ζει από τη θέρμη.
Χωρίς αυτήν αποπροσανατολίζεται.
Στο ψύχος μουδιάζει.
Εκείνος είχε την αίσθηση πως όλα είχαν παγώσει.
Το μυαλό, οι αισθήσεις, το σώμα του.
Όλα.

Μόνο η θέληση του έμενε.
Να βρει τη θέρμη.
Να ζεστάνει ξανά την καρδιά του.
Το σκοτάδι τον είχε βαρύνει πολύ.
Τόσο πολύ που ακόμα κι ο θυμός του,
βαρύς σαν μολύβι, τον καταπλάκωνε.

Δεν μπορούσε να ξεσπάσει.
Να πετάξει το βάρος.
Θαρρείς κι ήταν παλτό που του φορτώσαν
κι ένιωθε ότι το χρειαζόταν
μέχρι να βρει τρόπο και κουράγιο να ζεσταθεί.

Το σκοτάδι του επέτρεψε
να διατηρήσει για χρόνια μέσα του μια φλόγα μόνο.
Τη φλόγα της ελπίδας.
Το σκοτάδι τρέφεται από αυτήν.
Και τη συντηρεί για να φαίνεται μεγαλόπρεπο μπροστά της.
Τρέφεται από την ψευδαίσθηση ότι είναι μεγάλο κι εκείνη μικρή.
Ότι υπερτερεί.
Δεν την αφήνει όμως να δυναμώσει.
Φοβάται ότι θα χαθεί στη θέα του φωτός της.
Γιατί γνωρίζει ότι όσο μικρή κι αν είναι, δεν παύει να είναι φως.

Εκείνος είχε τόσο φως στην καρδιά του.
Τόσο που η καλοσύνη του άγγιζε
και αγκάλιαζε όποιον βρισκόταν κοντά του.
Πάντα έδινε.
Έπαιρνε τη φλόγα και την έκανε φωτιά
για να ζεστάνει όποια ψυχή πονούσε.
Κι ας είχε εκείνος το ψύχος τριγύρω.
Κι ας τον πονούσε που η θερμή για εκείνον ήταν μακριά.
Η αγάπη της καρδιάς του ήταν βάλσαμο για τους άλλους.
Εκείνον τον κρατούσε μονάχα η υπομονή.

Όμως τώρα είχε μουδιάσει.
Το βάρος πολύ.
Ο δρόμος μακρύς.
Η φλόγα μέσα του.
Η θέληση του, ήταν η μόνη θέρμη του.
Το ψύχος είχε φύγει πια.
Το σκοτάδι είχε απομακρυνθεί,
γιατί εκείνος έφυγε.
Δραπέτευσε.
Ελευθερώθηκε.
Όμως αυτό το μούδιασμα του έκοβε τα πόδια.

Έκανε να ανασηκωθεί,
μήπως βγάλει το παλτό, μα έπεσε πάλι.
Κανείς τριγύρω.
Τα μάτια του θολά ακόμα από το κρύο.
Δεν ήξερε καν αν έβλεπε.
Δοκίμασε πάλι.
Πτώση ξανά.
Μα δεν παραιτήθηκε.
Η θέληση του δυνατή.
Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να πέσει και τρίτη φορά.
Δεν είναι μόνο ότι δε θα του άξιζε.
Είναι ότι ο μόνος δρόμος πια για εκείνον ήταν προς τα επάνω.
Μα το μούδιασμα θέλει χρόνο για να φύγει.
Να κυλήσει ξανά το αίμα στο σώμα και να φτάσει στην καρδιά.
Χρόνο και κίνηση.
Να μην σταματά να κινείται.

Αυτό είχε κατά νου.
Η κάθε μικρή κίνηση να φέρει αλλαγή.
Την αλλαγή που τόσο χρειαζόταν.
Η απότομη μεταφορά από το ψύχος στη θέρμη
θα έκαιγε την καρδιά του.
Το γνώριζε καλά και δεν θα το επέτρεπε ούτε αυτό.
Η άσκηση της υπομονής του τόσα χρόνια τον είχε μάθει να περιμένει.
Τώρα δε θα ήταν πια μάταιο.
Δε θα ήταν ψεύτικη η ελπίδα του.
Τώρα πια θα μεγάλωνε τη φλόγα του για εκείνον.
Για την καρδιά του.
Αυτή ήταν η αλλαγή που χρειαζόταν.

Καθρέφτες

Καθρέφτης.
Τι είναι αυτό το άχρωμο γυαλί
που παίρνει το χρώμα που του δίνεις;
Θλίβεσαι, θλίβεται.
Γελάς, γελάει.
Θυμώνεις, θυμώνει.
Δεν έχει όμως μνήμη.
Μόλις φύγεις από μπροστά του όλα σβήνουν.
Έτσι είναι η εικονικότητα.
Υπάρχει μόνο όταν της δίνεις την ενέργεια σου.

Είναι όπως το σκοτάδι.
Υπάρχει αφαιρετικά.
Ελλείψει φωτός.
Κι ό,τι δεν υπάρχει δημιουργεί φόβο.
Γιατί στερεί γνώση δημιουργώντας μυστήριο.
Είναι ετερόφωτος ο καθρέφτης.
Όπως η Σελήνη.
Αντανακλά το φως
που θα ακουμπήσεις στην επιφάνεια του.
Κι όπως η Σελήνη,
έχει άμεση σχέση με το νερό.
Το νερό ήταν ο πρώτος καθρέφτης.
Μόνο που ο φυσικός καθρέφτης
δε σβήνει την ανάμνηση ότι σε καθρέφτισε.
Την κρατά σφιχτά μαζί με κάθε αποτύπωμα
που αφήνει η ύλη στο υγρό του σώμα.

Το νερό είναι ζωντανό.
Είναι αυτόφωτο.
Κι όμως γίνεται καθρέφτης.
Ποια η διαφορά σ' αυτούς τους δύο καθρέφτες;
Ο Θεός επέτρεψε στο νερό να γίνεται καθρέφτης
για να αποκτά ο άνθρωπος γνώση της ύλης του.
Γι' αυτό και δεν δημιουργεί φόβο.
Μόνο ζωή δίνει.

Ο άνθρωπος, αχάριστος κληρονόμος,
απομόνωσε αυτή την ιδιότητα του νερού
και την χάρισε σε ένα άψυχο γυαλί.
Μα κάθε τι που απομονώνεται
από το σύνολο της σοφίας του Δημιουργού
χάνει την ουσία και το νόημα του.
Έτσι ο γυάλινος καθρέφτης
αφαιρεί γνώση από τον άνθρωπο
δείχνοντας του ένα είδωλο που δε θα γίνει ποτέ.
Του δείχνει την αντίθεση του.

Κι όμως...πόσο όμοιος μοιάζει!
Τον παραπλανά και τον ωθεί
να εμπλουτίσει το είδωλο που του παρουσιάζει
αντί για τον εαυτό του τον ίδιο.
Όμως ο Θεός προνόησε κι έδωσε στον άνθρωπο
κι έναν εσωτερικό καθρέφτη.

Τα μάτια.
Τα μάτια έχουν χρώμα.
Θλίβονται, γελάνε, θυμώνουν.
Δημιουργούν μνήμη.
Μέσω του φωτός.
Αυτός ο καθρέφτης όμως δεν έχει είδωλα.
Δεν αντικατοπτρίζει.
Εκπέμπει.
Κι είναι ο μόνος καθρέφτης
που δεν μπορεί ο άνθρωπος
ν' αντικρίσει χωρίς υλικό μέσον.
Χρειάζεται καθρέφτης για να δει ο άνθρωπος
τον καθρέφτη των ματιών του.
Και ποιος καλύτερος καθρέφτης γι' αυτό
από τον συνάνθρωπο του;

Τα μάτια δόθηκαν για να φτιάχνουν κοινωνίες.
Τα μάτια δόθηκαν για να ενώνουν.
Δίνουν εικόνα της ψυχής στα μάτια που τα βλέπουν.
Τα μάτια υπάρχουν για να επικοινωνούν οι ψυχές.
Για να σπάνε τους υλικούς καθρέφτες.

Αν κοιτάξεις έναν άνθρωπο στα μάτια
και σε κοιτάξει κι εκείνος με αγάπη,
μην τον αφήσεις να φύγει.
Δέχτηκε να σπάσεις τον καθρέφτη του
κι έχει τη δύναμη να το κάνει κι εκείνος για σένα.

Κι από τα θραύσματα ανασταίνεται η εικόνα του ανθρώπου.
Απαλλαγμένη από είδωλα και αντιθέσεις.
Αγνή.
Κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση Θεού.

Το ποτήρι

Η πόρτα μισάνοιχτη
Η ανάσα ελαφριά κι ο παλμός αδύναμος.
Ησυχία.
Κανένας θόρυβος, κανένας χτύπος.
Θαρρώ πως όλα είναι εντάξει.
Σε τάξη και με απόλυτη ασφάλεια.
Πλάι μου ένα ποτήρι νερό
Ξεχασμένο και μισογεμάτο
Αφήνω το χέρι μου αγγίξει το ποτήρι
Και κλείνω τα μάτια.

Ο Μορφέας αποκαλύπτει τις μαγικές του δυνάμεις
Και τ’ όνειρο με παρασύρει.
Πλανιέμαι σ’ άλλους γαλαξίες.
Περπατώ σε ουράνιους δρόμους.
Μ’ άγνωστο προορισμό.
Μόνη.
Στην πορεία συναντώ άστρα, πλανήτες,
Ένα σύμπαν από λάμψεις και θαύματα.
Αναρωτιέμαι αν κάπου ανάμεσα τους κρύβεται κάποιος…

Η απορία θα απαντηθεί
Ενώ ο ωραιότερο πλανήτης αναδύεται εμπρός μου.
Τον εξερευνώ ανενόχλητη κι ευτυχισμένη.
Μια φωνή διακόπτει τα πάντα.
Κίνηση, σκέψη, αναπνοή.
Σαν όαση σε μια απέραντη ουράνια έρημο
Μια ολόλαμπρη μορφή ξεπροβάλλει.
Με καλωσορίζει θερμά
Και μου προσφέρει ύδωρ
Για να ξεδιψάσω από το μακρινό ταξίδι.

Η γεύση του αιθέρια και λεπτή
Σαν λόγος που γεμίζει την ψυχή μου εικόνες οράματος.
Η αναζήτηση υποκλίνεται στην ολοκλήρωση
Και το όνειρο στην πραγματικότητα.
Ανοίγω τα μάτια.
Η ησυχία έχει χαθεί μες στους ήχους της φύσης.
Η πόρτα ορθάνοιχτη.
Η ανάσα γρήγορη κι ο παλμός δυνατός.
Μα στο πλάι αντικρίζω το θαύμα…
Το ποτήρι είναι πια γεμάτο!

1 2 3 4 5