Στα άδυτα του χαμένου χρόνου

Η θάλασσα χρυσίζει κι απόψε. Θαρρώ πως θα έχω καλό ταξίδι. Μα που είναι αυτός ο βαρκάρης; Μου είπαν πως θα με περιμένει στην όχθη, μα το μόνο που βλέπω είναι η βάρκα του αραγμένη στην ακτή. «Θησαυρός» γράφει στην καρίνα της. Τι παράξενο όνομα για πλεούμενο! Κοιτάω το ρολόι μου. Δώδεκα παρά πέντε.

Το περίμενα χρόνια τούτο το ταξίδι. Κάθε φορά έλεγα θα ξεκινήσω κι όλο κάτι με κρατούσε πίσω. Υποχρεώσεις, δουλειά. Ύστερα οικογένεια. Πού να τους αφήσω; Αντί γι’ αυτούς άφησα εμένα. Ό,τι αφήνεις, σ’ αφήνει, λένε κι ό,τι ταΐζεις, θεριεύει. Σαχλαμάρες. Πώς ν’ απαλλαχτείς από τον εαυτό σου; Ακόμα και να θες, είναι ο μόνος που έχεις. Κι όμως. Ό,τι αφήνεις, σ’ αφήνει, μου φώναζε μια φωνή μέσα μου. Ναι, καλά. Θα βρω χρόνο. Έχω καιρό. Τώρα προέχουν άλλα.

Τη νύχτα που βρήκα τις πατημασιές δίπλα από το κρεβάτι μου, το πήρα απόφαση. Δεν έπρεπε ν’ αναβάλλω άλλο το ταξίδι. Χρυσά χνάρια, ίσα με σαράντα νούμερο είχαν γεμίσει τον τόπο. Πρέπει να είναι ψηλός. Δεν έχω καμία ελπίδα αν αναμετρηθώ μαζί του. Πρέπει να πάω με τα νερά του. Το βράδυ τον είδα στον ύπνο μου. Ήρθε με τη βάρκα του να με πάρει. Στην καρίνα έγραφε άλλο όνομα. «Νέμεσις». Πετάχτηκα καταΐδρωμένη. Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Οι πατημασιές είχαν εξαφανιστεί, αλλά ήξερα ότι δε θα γλιτώσω.

Άρχισα να φτιάχνω τις βαλίτσες μου. Μία–μία τις άδειαζα από αναμνήσεις και τις γέμιζα με συναισθήματα, τακτοποιημένα προσεκτικά. Κάτω κάτω τη χαρά, από πάνω τη λύπη, ύστερα τον φόβο και τελευταίο τον θυμό. Με το ζόρι χώρεσε. Ξεχυνόταν από παντού και γραπωνόταν από τα πάντα. Κόντεψε να με διαλύσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Όταν τελείωσα μαζί του, τις έκλεισα ερμητικά.

Πού να ‘ναι κι αυτός ο ευλογημένος; Κουράστηκα να τις κουβαλάω. Ασήκωτες είναι. Πήγε δώδεκα ακριβώς. Μήπως να πάρω τη βάρκα και να φύγω; Έχει μπονάτσα και τα κουπιά είναι στερεωμένα στους σκαρμούς. Ρίχνω τις βαλίτσες μέσα και κάθομαι στο σέλμα. Πόσο δύσκολο να είναι; Με δυο κουπιές, η βάρκα προχωρά σαν να αιωρείται. Η καρίνα σκίζει απαλά τη χρυσή θάλασσα, ενώ οδεύει προς τον καταρράκτη. Γυρνώ να κοιτάξω πίσω, μήπως κι ο βαρκάρης έφτασε αργοπορημένος. Κανείς. Η μαύρη φιγούρα του δε φαίνεται πουθενά.

Πρέπει να πέρασαν το πολύ δέκα λεπτά που λάμνω. Βρίσκομαι ήδη μόλις ένα μέτρο από τον καταρράκτη που δεσπόζει καταμεσής του χρυσού πελάγους. Με πιτσιλά, μα οι σταγόνες δεν κάθονται πάνω μου. Διατρέχουν το δέρμα μου και πέφτουν, σαν να τις τραβά μια άλλου είδους βαρύτητα. Όσο πλησιάζω, οι σταγόνες γίνονται βροχή. Μια χρυσή βροχή από άμμο με λούζει ολόκληρη. Η βάρκα αρχίζει να γεμίζει. Σε λίγο θα βυθιστώ. Με κινήσεις βιαστικές πετάω τις βαλίτσες μέσα στη θάλασσα. Στέκονται στην επιφάνεια και σύντομα καλύπτονται από τη βροχή. Η άμμος έφτασε ως τα γόνατα. Ο «Θησαυρός» σχεδόν δε φαίνεται πια. Ποιος θα βρει το κουφάρι μου θαμμένο εδώ κάτω;

Ρίχνω μια τελευταία ματιά στο σώμα μου. Μια μαύρη φιγούρα με κουπί στο χέρι, ίδια με του βαρκάρη. Σηκώνω το κεφάλι. Το στενό στόμιο απ’ όπου πέφτει η βροχή, λαμπυρίζει. Ο χρόνος τελειώνει. Ένα χέρι πλησιάζει το γυαλί κι αναποδογυρίζει την κλεψύδρα. Ένα κλάμα μωρού ακούγεται. Ο βαρκάρης φυσά τους χρυσαφένιους κόκκους από το πρόσωπό του και το βγάζει στην ακτή, μαζί με τις άδειες πια βαλίτσες του.

Related Posts