Tag

φαντασία

Φαντασία vs πραγματικότητα

3 Απριλίου, 2020

Δύο από τις διαστάσεις στις οποίες χωρίζονται τα πεδία της ζωής είναι, αναμφίβολα, η πραγματικότητα και η φαντασία. Ως πραγματικότητα θεωρούνται οι καταστάσεις που καλούμαστε καθημερινά ν’ αντιμετωπίσουμε εν σώματι με εργαλεία το μυαλό και το συναίσθημά μας. Ως φαντασία, από την άλλη, ορίζεται το φάσμα στο οποίο το μυαλό μπορεί να δημιουργήσει οτιδήποτε κατά βούληση, ανεξάρτητα από αυτό που βιώνει στην πραγματικότητα.

Η φαντασία, ως χωρόχρονος των εν εγρηγόρσει ονείρων, επιτρέπει ένα διαφορετικό πεδίο πράξεων από την πραγματικότητα. Απενοχοποιημένος από οποιαδήποτε κοινωνικά στερεότυπα, ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί όπου θέλει, οικειοποιούμενος παράλληλα όποια χαρακτηριστικά επιθυμεί για τον εαυτό του και τους γύρω του.

Κατεξοχήν πνευματική ικανότητα, λίγο πιο ανεπτυγμένη στους καλλιτέχνες, η φαντασία είναι και ο οίκος της έμπνευσης. Στεγάζοντας, λοιπόν, όνειρα, φιλοδοξίες και δημιουργικότητα, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του ανθρώπου, είτε εκείνος αποφασίζει να λειτουργεί ενεργά ως προς αυτήν, είτε ονειροπολεί και δέχεται ως επί το πλείστον παθητικά το αποτέλεσμα της δημιουργικής φαντασίας τρίτων.

Συχνά, η πραγματικότητα παρουσιάζεται ως αντίπαλος της φαντασίας. Αυτό συμβαίνει διότι η δεύτερη τείνει να δημιουργεί μια αίσθηση ελευθερίας, την οποία η πραγματικότητα δεν μπορεί να συναγωνιστεί. Άλλος ένας παράγοντας υπέρ της φαντασίας είναι πως τελεί υπό τον πλήρη έλεγχο της πνευματικής πτυχής του ανθρώπου, ενώ η πραγματικότητα καθορίζεται από παράγοντες τόσο εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς από αυτόν. Γι’ αυτό και η φαντασία, ως πεδίο δράσης, υπερτερεί της πραγματικότητας στην προτίμηση των περισσότερων ανθρώπων.

Τέλος, ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί στον κόσμο της φαντασίας με ένα απλό άλμα σκέψης από όπου κι αν βρίσκεται, χωρίς τη συνοδεία του σώματος του. Δεδομένης αυτής της δυνατότητας, η ονειροπόληση ή η δημιουργική φαντασία, αποτελεί ένα από τα αγαπημένα μέσα απόδρασης από την καθημερινότητα και τις έγνοιες που αυτή συνεπάγεται. Ένας τρόπος να ανακτήσει ο άνθρωπος δυνάμεις και να αισθανθεί ζωντανός κι απελευθερωμένος από περιορισμούς και υποχρεώσεις.

Παρ’ όλ’ αυτά, όσο ποθητή κι αν είναι, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μπορούμε να ζήσουμε μία ζωή με πληρότητα, επισκεπτόμενοι μόνο τη φαντασία μας. Η πραγματικότητα είναι εκείνη που, εν τέλει, μας διαμορφώνει και εξελίσσει μέσα από την απειλή του απρόβλεπτου και τη δύναμη της εμπειρίας που χτίζει. Όσο ελκυστικός κι αν είναι ένας κόσμος όπου όλα συμβαίνουν κατ’ ευχήν ή, αν μη τι άλλο, ελεγχόμενα, δια του πόνου και μόχθου της πραγματικότητας είναι που φτάνουμε στην πολυπόθητη αυτογνωσία.

Ό,τι κι αν σκαρφίστηκε ποτέ η φαντασία του ανθρώπου, η ζωή πάντα έβρισκε τον τρόπο να αποδεικνύεται ένα βήμα παραπέρα. Όπως είναι γνωστό, «η πραγματικότητα πολλές φορές ξεπερνά τη φαντασία» και γι’ αυτό ουσιαστικά αποτελεί την αστείρευτη πηγή έμπνευσης της. Ακόμα και καλλιτεχνικά, όταν η δημιουργική επινόηση μας διδάσκει την τέχνη της αναπαράστασης, η ζωή μας φέρνει αντιμέτωπους με την γνησιότητα.

Εξάλλου, το αποτέλεσμα της έμπνευσης, είτε αυτό είναι έργο ζωγραφικής, συγγραφικό, θεατρικό, μουσικό ή οποιασδήποτε μορφής τέχνης, χρειάζεται υλοποίηση για να μοιραστεί στο κοινό του και να αφήσει το γνήσιο αποτύπωμά του.

Στην ουσία, λοιπόν, φαντασία δεν νοείται χωρίς πραγματικότητα και η πραγματικότητα γίνεται πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμη μέσω της φαντασίας. Είτε είμαστε ονειροπόλοι, είτε πραγματιστές, οι δυο αυτές διαστάσεις είναι αλληλένδετες και απαραίτητες, σε διαφορετικές για τον καθένα αναλογίες, προκειμένου να έχουμε μια αρμονική συνύπαρξη σώματος και πνεύματος. Διότι αν η πραγματικότητα θέτει τα όρια του ανθρώπου εντός της σάρκας του, η φαντασία διευρύνει τα σύνορα της ψυχής του.

Οι Φωταυγείς και η Σκιά

11 Μαρτίου, 2020

Σήκωσα το χέρι μου στο ύψος των ματιών μην κάνει να τ’ αγγίξει. Η Σκιά ήταν εκεί για άλλη μια φορά. Η παρουσία της αποκρουστική όπως πάντα. Είχε πάρει μορφή ανθρώπου. Ενός άνδρα σοβαροφανούς, με ύφος επιβλητικό. Το βλέμμα του στράφηκε πάνω μου από την πρώτη στιγμή. Μια σκοτεινή ομίχλη είχε για αύρα, μα μόνο εγώ μπορούσα να τη δω. Χάρισμα, θες; Κατάρα; Δεν είχε σημασία. Άρχισε να μιλά μειλίχια, κάπως αντιφατικό για το παρουσιαστικό του. Ο λόγος του φαρμάκι βαφτισμένο βάλσαμο, δηλητηρίαζε και το πιο δυνατό μυαλό. Κάθε που μια κολακεία δραπέτευε από το στόμα του, στην άκρη των χειλιών του έσταζε αίμα. Οι κινήσεις του, δήθεν καθωσπρέπει, έλιωναν και την πιο παγερή καρδιά.
 
Μα για μένα, ήταν η Σκιά. Η αλλόκοτη και απεχθής εικόνα ολοένα και πλησίαζε. Ξαφνικά, οι λέξεις του έγιναν σφαίρες. Έρχονταν κατά πάνω μου με ορμή, στοχεύοντας να με πληγώσουν, μήπως και το δικό μου αίμα γίνει τώρα λεία του. Όμως δεν είχα σκοπό να τις αφήσω να μ’ αγγίξουν. Η αλήθεια, σαν υδάτινη παλίρροια, άρχισε να με ξεχειλίζει. Άνοιξα το στόμα μου και το αλμυρό κύμα της τον σκέπασε. Ούρλιαξε από τον πόνο του αλατιού στις πληγές που ο ίδιος είχε ανοίξει στον εαυτό του. Άρχιζε να βρίζει ιερά και όσια, μέχρι που έπεσε καταρρακωμένος καταγής.
 
Σταμάτησα. Κατέβασα το χέρι από τα μάτια και τον κοίταξα. Η μαύρη αύρα τον είχε καταπνίξει και είχε μείνει μονάχα η Σκιά. «Τι ζητάς από μένα;» ρώτησα ενοχλημένη. «Το φως σου. Με πονά» απάντησε αναστατωμένη. «Γιατί δε μένεις μακριά μου;» πρότεινα αυστηρά. «Εσύ με κάνεις και φαίνομαι. Η ουσία σου με θρέφει. Την έχω ανάγκη» ομολόγησε ευθαρσώς. «Σταμάτα να με ακολουθείς» πρόσταξα. «Με έλκεις» συνέχισε. «Μάθε τότε πως όσο κι αν παλεύεις να μου στερήσεις το φως, η ψυχή μου θα το κάνει δυνατότερο. Αν προσπαθήσεις να με καταλάβεις, στο τέλος θα διαλυθείς. Η επιλογή είναι δική σου» .
 
Γύρισα την πλάτη και συνέχισα το δρόμο μου με έναν εμφανή αέρα σιγουριάς στο βάδισμά μου.Η Σκιά έμεινε πίσω. Καθώς απομακρυνόμουν, η φιγούρα άρχισε να χάνει το σχήμα της, ώσπου έγινε ένα με το σκοτάδι τριγύρω της. Βλέπεις, εμείς οι Φωταυγείς δεν έχουμε σκιά. Το Φως είναι η αύρα και ο δρόμος μας.

Διάλογος με τον έρωτα

19 Φεβρουαρίου, 2020

Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Μια ανάσα κοφτή και βαριά ακροβατούσε στην ησυχία. Η Μυρτώ τρόμαξε. Προχωρούσε αργά και με όλες τις αισθήσεις σ’ εγρήγορση. Μέσα από κάτι ξεχασμένες χαραμάδες, μια δεσμίδα φωτός αποκάλυψε μια ανθρώπινη φιγούρα. Ένας άγνωστος άνδρας κείτονταν αβοήθητος. Τον πλησίασε διστακτικά. Είχε μια ανοιχτή πληγή στο μέρος της καρδιάς, που έκρυβε με το χέρι του. 

«Έλα κοντά» της είπε λιγοψυχώντας. Η Μυρτώ έκανε ένα αβέβαιο βήμα κι ύστερα στάθηκε.

«Έλα κοντά!» την πρόσταξε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Προχώρησε σαν υπνωτισμένη. Έπιασε αργά το χέρι που της έτεινε κι εκείνος έσφιξε με τα δάχτυλά του την παλάμη της.

Μια στιγμιαία λάμψη την τύφλωσε και τη μετέφερε σε άλλο χωροχρόνο. Ένιωσε ένα μικρό γαργάλημα. Στην ανάποδη του χεριού της σερνόταν ένα σκουλήκι. Το τίναξε με αηδία. Ένα άλλο ανέβαινε προς τον αγκώνα της. Το ανατριχιαστικό περπάτημά του στο γυμνό της δέρμα την έκανε να τιναχτεί ξανά. Έστρεψε το βλέμμα στον ώμο της. Περισσότερα σκουλήκια. Κατέβασε το κεφάλι έντρομη. Το στήθος της σκέπαζαν εκατοντάδες ζωύφια σαν μια κινούμενη πανοπλία. Ένιωθε το βάρος τους σαν από μόλυβδο. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά η κραυγή έσβησε στα χείλη της. Το λαρύγγι της είχε στεγνώσει.

Σήκωσε τα μάτια. Η ίδια ανδρική φιγούρα στεκόταν με μεγαλοπρέπεια απέναντί της. Η μορφή του ήταν πλέον οικεία. Δυο λευκά φτερά ξεπηδούσαν από την πλάτη του και απλώνονταν στα πλάγια. Η αψεγάδιαστη ομορφιά του καθήλωνε το βλέμμα της. Δεν έδειχνε να νοιάζεται για τα σκουλήκια. Κρατούσε στο χέρι του ένα τριαντάφυλλο κόκκινο σαν τον ίδιο τον πόθο. Το έτεινε προς το μέρος της χαμογελώντας.

Πίσω του στεκόταν ο Παύλος ανέκφραστος. Η Μυρτώ ξαφνιάστηκε. Έκανε να χαμογελάσει, αλλά τα χείλη της πάγωσαν. «Να μη με δει έτσι» σκέφτηκε. Ευτυχώς την έκρυβε ο Έρωτας. Το μυαλό της στράφηκε αμέσως στο τριαντάφυλλο. «Να το πάρω, να κρύψω τα σκουλήκια».

Η ανάσα της ήταν γρήγορη. Το άγχος μην τη δει ο Παύλος την καταπονούσε. Με μια απότομη κίνηση άρπαξε το τριαντάφυλλο, τρυπώντας το δάχτυλό της σ’ ένα αγκάθι. Το κοίταξε θυμωμένη, όπως μαλώνουμε ένα παιδί που κάνει κάτι ανάρμοστο. Νόμισε πως μπορούσε να του επιβληθεί, αλλά το λουλούδι είχε δική του βούληση. Ένα φως έσκισε τους αρμούς των φύλλων του κι ανέβηκε προς τα πέταλα, ώσπου το τύλιξε ολόκληρο μέσα σε μια φωτεινή αύρα. Η Μυρτώ το ακούμπησε αργά στο στήθος της προσμένοντας το θαύμα.

Πισωπάτησε καθώς της έσπρωξε το χέρι.

«Τι συνέβη; Γιατί δε με άφησες να δω;» είπε απορημένη σαν να ξυπνούσε από λήθαργο.

«Τη συνέχεια την ξέρεις» της απάντησε αυστηρά.

Η Μυρτώ έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «Δε συνέβη έτσι! Δε συνέβη έτσι!» διαμαρτυρόταν κουνώντας το κεφάλι δεξιά κι αριστερά.

«Δεν έχω λόγο να σου πω ψέματα και το ξέρεις» απάντησε απογοητευμένος.

Ένα αίσθημα ενοχής την κατέβαλε. Οι τύψεις είχαν γίνει τώρα αόρατα σκουλήκια που τρύπωναν με ευκολία στις σκέψεις της.

«Στο διάολο ο έρωτας!» είχε φωνάξει οργισμένη, όταν ο Παύλος έκλεινε την πόρτα πίσω του με δύναμη. Η πίκρα από τα λόγια που είχαν ανταλλάξει είχε προσωρινά αναισθητοποιήσει την καρδιά της. Βαυκαλιζόταν πως ήταν καλύτερα έτσι, νομίζοντας πως έριχνε παυσίπονο στις πληγές της. Είχε φταίξει, αλλά ο εγωισμός δεν την άφηνε να δει. Αμέτρητες φορές είχε παραπονεθεί πως ο Παύλος δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια στη σχέση τους. Κι εκείνη τι έκανε; Όταν την κατηγόρησε πως κρυβόταν πίσω από τις άμυνές της, η Μυρτώ απάντησε πως είχε δικαίωμα στην ανεξαρτησία. Πως δε χρειαζόταν έναν άντρα να δεθεί. Πως μπορούσε να τα καταφέρει και μόνη της, όπως έκανε τόσα χρόνια. Οι συναισθηματισμοί δεν της ταίριαζαν. Στο διάολο ο έρωτας…

Ο Παύλος ήταν πια παρελθόν, αλλά το κενό στην καρδιά της είχε παραμείνει. Όταν απαρνείσαι τα όνειρά σου να ζήσεις τον μεγάλο έρωτα, τον καταδικάζεις σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο, τον τιμωρείς και τον πληγώνεις.

«Δεν ήμουν άξια» παραδέχτηκε. Τα χέρια της κρέμονταν στα πλάγια και το σαγόνι της σχεδόν ακουμπούσε το στέρνο της.

«Δεν ήμουν άξια να κρατήσω το τριαντάφυλλό σου. Γι’ αυτό δεν έγινε το θαύμα, έτσι δεν είναι;» Τον κοίταξε απελπισμένη. Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Η πληγή του αιμορραγούσε.

«Άσε με να σε βοηθήσω» τον παρακάλεσε.

«Τι μπορείς να κάνεις; Δεν έχει νόημα πια». Η φωνή του έσβηνε.

«Όχι! Όχι! Δεν μπορείς να εγκαταλείψεις! Σε παρακαλώ!» φώναξε. Πήγε κοντά του και τον πήρε προσεκτικά στην αγκαλιά της σαν μωρό. Έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να του πει. Κάτι που θα τον κρατούσε στη ζωή.

Ένιωσε να βρίσκεται στην άκρη του γκρεμού. Σαν όλα να εξαρτιόνταν από εκείνη. Ή θα έπεφτε ή θα πετούσε. Πήρε φόρα κι έκανε το άλμα.

«Δεν πεθαίνει ο Έρωτας! Δεν γίνεται να πεθάνει! Όχι όσο υπάρχει η αγάπη! Ακούς;» Ένιωσε την αλμύρα των δακρύων να γλείφει τις άκρες των χειλιών της. Ακούμπησε το πρόσωπό της στο μέτωπό του. Τα μάτια του έκλειναν. Έπιασε το χέρι του και το κράτησε σφιχτά. «Δε θέλω να σε χάσω» του ψιθύρισε.

Τα δάχτυλά του χαλάρωσαν. Τον κοίταξε τρομοκρατημένη. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που του έδινε ζωή είχε φύγει. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το κορμί του κι άρχισε να ταλαντώνεται μπρος πίσω, μην αντέχοντας την ακινησία του θανάτου. Με τα βλέφαρά της κλειστά, ευχήθηκε να είχε πεθάνει εκείνη στη θέση του.

Η λάμψη την τύφλωσε για δεύτερη φορά. Βρισκόταν στην ίδια θέση με την αγκαλιά άδεια. Στα πόδια της ήταν ακουμπισμένο το τριαντάφυλλο του Έρωτα. Ενστικτωδώς κοίταξε το στήθος της. Δεν υπήρχε τίποτα. Έψαξε γύρω της να τον βρει με μια ελπίδα να καίει στην καρδιά της σαν τον ήλιο του καλοκαιριού. Ήταν εκεί απέναντί της. Ανοιγόκλεινε τις φτερούγες του σαν φλεγόμενος φοίνικας.

«Σ’ ευχαριστώ» ψέλλισε και μ’ ένα πέταγμα απομακρύνθηκε στον ορίζοντα.

Η Μυρτώ άνοιξε τα μάτια της. Γύρισε και κοίταξε το ρολόι. Ήταν τέσσερις το ξημέρωμα. Ανακάθισε στο κρεβάτι. Μια σουβλιά στο στήθος κι ύστερα ένα αλλόκοτο αίσθημα γαλήνης διαδέχτηκαν το ένα το άλλο. Έμεινε λίγο ακίνητη προσπαθώντας να συνέλθει, ενώ οι σκέψεις χόρευαν στο μυαλό της. Ανάμεσά τους πέρασε αναπάντεχα κι ο Μίλτος, ο φοιτητής που είχε γνωρίσει το πρωί στο μαγαζί. Πετάρισε τα βλέφαρά της. Τι είχε συμβεί;

Στο κομοδίνο ήταν ακουμπισμένο το βιβλίο που είχε ξεκινήσει να διαβάζει την προηγούμενη μέρα. Το πήρε στα χέρια της και διάβασε τον τίτλο ψιθυριστά. «Έρωτας Φοίνικας». Μ’ ένα μειδίαμα ανακούφισης, το άνοιξε και το ξεφύλλισε. Ήξερε πως δε θα κατάφερνε να ξανακοιμηθεί.

Ο ήρωας

21 Νοεμβρίου, 2019

Kαι κάπως έτσι γεννήθηκε ο Ήρωας. Όχι, δεν βουτήχτηκε στην πηγή της αθανασίας από τη μητέρα του σαν άλλος Αχιλλέας. Αυτός δεν είχε μάνα. Η μόνη μάνα του ήταν η ζωή. Η ζωή τον δίδαξε πώς να περπατά. Κι ήταν σκληρή μαζί του.

Δεν ήταν βασιλιάς τρανός και πολυμήχανος σαν τον Οδυσσέα. Εκείνος ήταν γεμάτος αδυναμίες. Θνητός σαν το θάνατο και υλικός σαν το χώμα. Το μόνο που μοιραζόταν μαζί του ήταν ο νόστος. Αυτή η δίψα να φτάσει στη λύτρωση. Αυτή κρατούσε μέσα του μια άσβεστη φλόγα που τον έσωζε κάθε φορά που έπεφτε στα βάραθρα της ύπαρξης του.

Αυτή ήταν η αθανασία του. Με ματωμένα τα χέρια από τα κομμάτια της καρδιάς του, δακρυσμένα τα μάτια να αντικατοπτρίζουν την ομίχλη της ψυχής του, εκείνος στεκόταν ξανά στα πόδια του και προχωρούσε. Αυτή η δύναμη να κοιτά μπροστά πάση θυσία. Και καθώς προχωρούσε κι απομακρυνόταν από τις σκιές του, οι πληγές του θεραπεύονταν κι ένα ανίκητο φως ανάβλυζε από τις ουλές που έκλειναν.

Κάποιος θα τον έλεγε ημίθεο σαν τον Ηρακλή που έβγαινε άτρωτος από όποιο άθλο. Ήταν ημίθεος, μα όχι με την αρχαία έννοια του όρου. Ήταν δισυπόστατος. Κορμί σάρκινο, αδύναμο και φθαρτό με μια ψυχή θεϊκή, άυλη και αιθέρια. Πώς κάτι άυλο κατοικούσε μέσα σε κάτι υλικό αλήθεια; Μια απάντηση που έψαχνε για χρόνια να βρει.

Μα την απάντηση έμελλε να του τη δώσει η ζωή κατά το τέλος του βίου του. Τότε που γερασμένος πια έγερνε κάθε βράδυ στο προσκέφαλο του κρεβατιού του, προσμένοντας το θάνατο σαν φίλο κι όχι σαν εχθρό. Όταν ο άνθρωπος φιλιώσει με το θάνατο, νικά το φόβο.

Έτσι άφοβος, έμοιαζε λίγο με τον Θησέα που φόρεσε μαύρα πανιά στη νίκη του. Δεν συλλογιζόταν το πένθος γιατί γι’ αυτόν δεν υπήρχε. Για να πενθήσεις πρέπει να έχεις κάτι να χάσεις. Εκείνος δεν είχε τίποτα πια. Μόνο κέρδος είχε να αποκομίσει.

Κι όταν ο αιώνιος ύπνος τον αγκάλιασε και η ύλη του έδυε στην τελευταία του ανάσα, πήρε την απάντηση του.

Όσο η σάρκα φθίνει, τόσο η ψυχή ανυψώνεται. Μόνο αντίστροφα οι αντίθετες φύσεις μπορούν να συνυπάρξουν. Μα το κοινό ταξίδι τους δεν το ορίζει παρά η μοίρα που τις ένωσε.

Κι η μοίρα απόψε χώρισε τις φύσεις του κι έμεινε ανάλαφρος να ταξιδεύει προς την αθανασία της Ιθάκης. Αυτός ήταν ο Ήρωας.

Ο κάθε σύγχρονος ήρωας που, μέσα στην τραγωδία της ζωής, ορθώνει το ανάστημα και βροντοφωνάζει πως η εξ ορισμού φύση του δεν είναι γόνος δικός της.

Ένα ανάποδο παραμύθι

23 Σεπτεμβρίου, 2019

«Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ο άνθρωπος που αγαπά πάντα ζει καλύτερα από αυτόν που μάχεται να ευτυχήσει.» σκέφτηκε και κάθισε σε μια άνετη πολυθρόνα.

Ήταν αλήθεια, ένιωθε πλήρης. Χαιρόταν με τη χαρά των φίλων του και το αίσιο τέλος της περιπέτειας τους. Πάνω από όλα, όμως, ένιωθε ευγνωμοσύνη γι ’αυτά που η ζωή του έφερε χωρίς να αγωνιστεί. Ή έτσι φαινόταν.

Τις μάχες του τις έδινε κρυφά. Όταν οι υπόλοιποι θεωρούσαν ότι ξεκουράζεται, ότι διασκεδάζει, ότι εργάζεται. Ότι είναι καλά. Κάνεις δεν υποψιαζόταν τον πόλεμο που μαινόταν μέσα του. Ήξερε, όμως, να αγαπά. Είχε μόνο ένα μεγάλο ελάττωμα. Δεν ήξερε να ζητά. Έδινε πάντα χωρίς να πάρει τίποτα για τον εαυτό του. Πολλές φορές φαινόταν στους γύρω του ότι δε χρειαζόταν βοήθεια. Ότι δεν είχε ανάγκες.

Η ζωή του έδωσε πολλά. Πίκρες, πόνο, στενοχώρια, αποτυχίες. Κάθε φορά που τον χτυπούσε, εκείνος έπεφτε και ξανασηκωνόταν με το κεφάλι ψηλά. Κάποια στιγμή, μετά από χρόνια συνεχών δοκιμασιών, επιτέλους κουράστηκε. Δεν άντεχε άλλο. Προσπαθούσε να αναλογιστεί τι έκανε λάθος και η ζωή του φερόταν τόσο σκληρά. Ήταν άνθρωπος που αγαπούσε και δεν έβλαπτε κανέναν. Άρχισε να νιώθει πράγματα που δεν τα είχε νιώσει ποτέ ξανά. Θυμό, παράπονο, οργή. Έκλαψε σαν μικρό παιδί που δεν μπορεί να καταλάβει τον κόσμο των μεγάλων.

Μια μέρα που είχε βγει να πάρει λίγο αέρα μακριά από όλους και όλα, την απάντηση του την έδωσε πράγματι ένα μικρό παιδί. Έπαιζε με τα παιχνίδια του μόνο και ανέμελο σε κάποιο πάρκο. Η μητέρα του διάβαζε ένα βιβλίο στο αντικρινό παγκάκι. Κάθισε κι εκείνος σε ένα παγκάκι και το παρατηρούσε.

Είχε μεγάλη αγάπη στα παιδιά και η ηρεμία του συγκεκριμένου παιδιού τον τράβηξε. Ο μικρός τον είδε, αλλά στην αρχή δεν του έδωσε σημασία. Ξαφνικά ήρθε κοντά του και του έδωσε ένα αποσυναρμολογημένο παιχνίδι του.

«Με βοηθάς;» του είπε με χαμογελαστό ύφος.

Του έκανε εντύπωση, γιατί είχε δει τον μικρό να συναρμολογεί πολλές φορές το παιχνίδι του πριν λίγο. Αναρωτιόταν γιατί να του ζητήσει βοήθεια, αφού ήταν κάτι που μπορούσε να καταφέρει μόνος.

«Φυσικά!» δέχτηκε με χαρά.

Την ώρα που το συναρμολογούσε, ο μικρός παρατηρούσε τις κινήσεις του. Μόλις του έδωσε το παιχνίδι φτιαγμένο, το παιδί έτρεξε ξανά στα παιχνίδια του και του έφερε κι άλλο. Από το ένα στο άλλο, κατέληξαν να παίζουν μαζί. Όσο έπαιζαν, αποσυναρμολογούσαν και επανασύνδεαν τα παιχνίδια, παρατήρησε ότι το παιδί άρχισε να μιμείται τις δικές του κινήσεις για να φτιάχνει τα παιχνίδια του.

Μετά από κάμποση ώρα, η μητέρα του σηκώθηκε και τον φώναξε να φύγουν. Το παιδί τον χαιρέτησε κι έτρεξε στη μαμά του μαζί με τα παιχνίδια του. Ήταν το ωραιότερο απόγευμα που είχε περάσει εδώ και χρόνια.

Όταν έμεινε μόνος, σκεφτόταν τη συμπεριφορά του μικρού. Γιατί του είχε ζητήσει βοήθεια; Τώρα πια του ήταν ξεκάθαρο. Ήταν ο τρόπος του μικρού να τον εντάξει στο παιχνίδι του. Δεν τον ένοιαξε που ήξερε να φτιάχνει τα παιχνίδια του γιατί ήθελε παρέα. Μα η σοφία του παιδιού δε σταμάτησε εκεί. Φρόντισε κιόλας να μάθει από τον τρόπο που ένας μεγάλος συναρμολογεί, γιατί ήξερε ότι «από τους μεγάλους μαθαίνουμε».

Έβαλε τον εαυτό του στη θέση του παιδιού και η διαπίστωση τον έκανε να αναπηδήσει με έκπληξη στο κάθισμα του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε ζητήσει από κάποιον βοήθεια; Ακόμα κι η μνήμη του αδυνατούσε να τον βοηθήσει. Αυτό, λοιπόν, ήθελε η ζωή από εκείνον! Αυτό ήταν το μάθημα που τα επαναλαμβανόμενα παθήματα είχαν στόχο να του δώσουν! Μόλις οι δυσκολίες ξεπερνούσαν τα όρια του, θα αναγκαζόταν να ζητήσει βοήθεια. Αυτό ήταν το σχέδιο. Ήταν πολύ παράξενο και συνάμα τόσο όμορφο που ένα παιδί του είχε αποκαλύψει τον μυστικό τρόπο που λειτουργεί η ζωή!

Ήταν άνθρωπος που δεν καθυστερούσε στις αποφάσεις του. Μόλις κατάλαβε τι θα τον έβγαζε από τη μιζέρια του, βάλθηκε να αλλάξει. Είχε τόσα πολλά να μάθει. Ένιωθε και πάλι ευγνωμοσύνη. Είχε τη λύση. Θα ζητούσε βοήθεια!

Σηκώθηκε χαρούμενος να φύγει. Ξαφνικά μαρμάρωσε. Μια διαπίστωση διαπέρασε το μυαλό του σαν σφαίρα. Η χαρά του συμπεράσματος τον έκανε να σκεφτεί επιπόλαια, σαν παιδί. Έπεσε ξανά βαρύς στο παγκάκι. Δεν ήταν τόσο απλό όσο νόμιζε. Από ποιόν θα ζητούσε βοήθεια και γιατί; Αφού δε χρειαζόταν κάτι.

Σκέφτηκε πάλι το παιδί. Θυμήθηκε ότι ούτε εκείνο χρειαζόταν πράγματι βοήθεια. Ή μήπως έτσι θεώρησε εκείνος; Μήπως εκείνη τη δεδομένη στιγμή, σε κάτι που κατά τα άλλα είχε την ικανότητα να κάνει, χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου άλλου; Η ειλικρίνεια του παιδιού ήταν ότι παραδέχτηκε πως χρειαζόταν κάποιον. Κάτι που ποτέ δεν έκανε ο ίδιος.

Ξεφύσηξε. Πώς του διέφυγε κάτι τόσο οφθαλμοφανές; Είχε μάθει να τα κάνει όλα μόνος, σε τέτοιο σημείο που ακόμα κι όταν χρειαζόταν κάποιον να τον βοηθήσει, προσπαθούσε να τα καταφέρει και πάλι μόνος. Οι ανθρώπινες σχέσεις, όμως, δε λειτουργούν μονομερώς. Ούτε τα συναισθήματα. Αυτά ήταν που τον είχαν πνίξει τόσα χρόνια. Τα συναισθήματα που νόμιζε πως ξεπερνούσε μόνος, μα το μόνο που έκανε ήταν να τα συσσωρεύει μέσα του αγνοώντας τα.

Σε κάθε δυσκολία, αντί να ανεβαίνει στην επιφάνεια για να πάρει βαθιά ανάσα, βυθιζόταν όλο και περισσότερο. Αυτό τον είχε κουράσει. Τον είχε γεράσει. Παρότι η ηλικία του δεν το υπαγόρευε, οι ασημένιες ανταύγειες είχαν ήδη κάνει την εμφάνιση τους στους κροτάφους του, αποδεικνύοντας, πρώτα στον ίδιο, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το σώμα του αντιδρούσε και υποχωρούσε συνάμα στην πίεση. Όταν η πίεση δεν ξεσπά, δε μοιράζεται, ο χαμένος είναι πάντα το σώμα.

Δε μοιραζόταν. Η δικαιολογία πάντα ίδια. Ποιός θα τον καταλάβαινε; Ποιός θα είχε τη δύναμη και τη διάθεση να ψάξει μαζί του ως τα βάθη της ψυχής του για να βρει την άκρη του νήματος; Ποιός θα δεσμευόταν; Ποιόν θα δέσμευε; Την ιδέα του να δεσμεύσει κάποιον δεν την άντεχε. Ήθελε οι άνθρωποι γύρω του να είναι ελεύθεροι.

Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Κάτι που ίσως δεν ήθελε να παραδεχτεί. Αν τον καταλάβαινε κάποιος, ο ίδιος θα ήταν πρόθυμος να δεχτεί τα νέα δεδομένα; Να πάρει το μάθημα; Πίστευε πως ήταν. Αρκεί να βρισκόταν κάποιος. Τώρα έβλεπε πως έπρεπε να βρεθεί. Να αφήσει τις δικαιολογίες κατά μέρος και να κάνει αυτό που η ζωή ζητούσε από εκείνον. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να μοιραστεί.

Προσπάθησε να σκεφτεί ανάμεσα στους φίλους και τους γνωστούς του αν υπήρχε κάποιος στον οποίο θα μπορούσε να μιλήσει. Στην αρχή τους απέκλεισε όλους. Ήταν όλοι απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα. Μετά πίεσε τον εαυτό του, για καλό αυτή τη φορά. Έπρεπε να κάνει την αρχή.

Υπήρχε κάποιος που μπορούσε να μιλήσει. Ήταν ο μόνος που θα καταλάβαινε. Ήταν αυτός που έπρεπε να μάθει. Όσο δούλευε στο μυαλό του την ιδέα, τόσο φωτιζόταν το πρόσωπο του. Θα μιλούσε. Απλά και ειλικρινά.

Έφυγε από το πάρκο αποφασισμένος, ενώ βάδιζε προς την εκτέλεση της απόφασης του. Γύρισε σπίτι. Μόλις άνοιξε την πόρτα, στάθηκε μπροστά του. Τον κοιτούσε με μάτια έτοιμα να πλημμυρίσουν από τα λόγια του. Εκείνος απλά περίμενε.

«Λοιπόν» άρχισε.

«Θέλω να μιλήσουμε».

Η λάμψη του καθρέφτη φώτισε τους κροτάφους του.

«Μια φορά κι έναν καιρό…»

Φωτοσταλίδες

2 Δεκεμβρίου, 2018

Ω μούσα εσύ πολύμορφη, τόσες εμπνεύσεις δίνεις
Την πένα κρατά μου γερά κι έχω μακρύ ταξίδι
Να φτάσω μες την άβυσσο να διηγηθώ το πάθος
Το πάθος που έγινε έρωτας κι αυτός αγνή αγάπη
Αφού ψυχή δεν πούλησε στα χρόνια του στον Άδη.

Νέος αγνός και καθαρός σαν σύγχρονος Ορφέας
Τη μουσική είχε για άρμα του, μ' αυτό και πορευόταν.
Ώσπου η μοίρα τα ‘φερε και στην αυλή μιας νέας
Να συναντήσει τη χαρά που χρόνια ονειρευόταν.

Η αυλή της ήταν όμορφη, σπαρμένη με λουλούδια
Κι εκείνος πια θεώρησε, βρήκε την Ευρυδίκη
Άρχισε να της τραγουδά του ανθώνα του τραγούδια
Που να ‘ξερε ότι η μουσική θα φέρει θεία δίκη!

Πατέρα είχε τον Πλούτωνα, τη Δήμητρα μητέρα
Σαν Περσεφόνη που διαιρεί τη νύχτα από τη μέρα.
Εκείνη μέρα ήθελε να έχει στην ψυχή της
Μα άλλη γνώμη είχανε γι' αγάπη οι γονιοί της.
Η μάνα της τη φρόντιζε, την υπεραγαπούσε
Μα ο πατέρας της κλουβί της έχτισε και ζούσε
Στου Άδη μέσα τα σκιερά κι αφώτιστα σοκάκια
Πεδία Ηλύσια τα ‘λεγε, μα κόλαση ήταν άδεια.
Κενή από την ομορφιά που φέρνει η αγάπη
Γεμάτη μόνο με είδωλα στου Αχέροντα κατάρτι.

Η κόρη μόλις γνώρισε τον νέο γιο της μούσας
Αμέσως ερωτεύτηκε του ήλιου του τα λούσα.
Γιατί είχε φως μες την καρδιά και μουσική στα μάτια
Κι η αρμονία του λόγου του την πήγε σε παλάτια.
Μακριά απ' του Άδη τη σπηλιά την πετροσφαλισμένη
Να ξεμουδιάσει τα φτερά η ψυχή η φυλακισμένη.

Στην φυλακή δεν άργησε ξανά όμως να γυρίσει
Μόλις ο ήλιος έφτασε στου τέλους του τη Δύση.
Κι ο νέος απ' το φόβο του μην αποχωριστούνε
Στη γη την ακολούθησε βαθιά μέσα να μπούνε.
Είδε τους δρόμους σκοτεινούς, τα είδωλα στους τοίχους
Κι είπε να πείσει την καρδιά πως ζει μέσα στους μύθους.
Μα η ψυχή του θέλησε να την αγνοπροσέχει
Αφού για αυτόν η αγάπη τους απ 'τ' άλλα όλα προέχει.

Στη μούσα τότε ορκίστηκε για την αγνή αγάπη
Στην κόλαση να μείνει εκεί στης κόρης την αγκάλη
Άσπιλη και αμόλυντη κρυφά να την κρατήσει
Μην μπει το σκότος στη ψυχή και της την μαγαρίσει.

Χρόνια πολλά περάσανε, συνήθισε η ματιά του
Του κάτω κόσμου η σκιά πάντα στα βήματα του
Μα η μουσική δεν έλειψε ποτέ απ' τη ζωή του
Αφού σ' αυτήν εμύησε την κόρη, την καλή του.
Η μουσική τους έθρεφε με νέκταρ κι αμβροσία
Και έχτισε ένα σπιτικό σε άυλη εστία.
Αυτή και τους νανούριζε, αυτή και τους ξυπνούσε
Κι ό,τι όμορφο είχαν στην ψυχή εκείνη το υμνούσε.

Το φως όμως δεν έφτανε να δέσουν οι καρποί τους
Και σαν στο χώμα έπεφταν, σκουλήκια οι σύντροφοι τους.
Άλλοι τους σφετερίζονταν και άλλοι τους τρυγούσαν
Νεκροί στο σώμα, στην ψυχή, σθένος απομυζούσαν.
Ακόλουθοι του Πλούτωνα, ηγέτες κι υπηρέτες
Στάλα ψυχής μυρίζονταν κι έτρεχαν σαν επαίτες.
Μην και στον Κόσμο επάνω βγει μια τους δημιουργία
Και γκρεμιστεί ευθύς μεμιάς του Άδη η δυναστεία.

Η μούσα όμως προστάτιδα του νέου και της νέας
Είχε νήμα την έμπνευση από το κάθε άσμα
Και δυο μανδύες ύφαινε στο τέλος της ημέρας
Να τους φυλάνε απ' το κακό και πλοίο να είν' συνάμα.
Πλοίο για τον Αχέροντα να μην τους παρασύρει
Δικιά τους βάρκα να τους πάει σε φωτεινό γιοφύρι.
Είν' το γιοφύρι που συνδέει το βίος του Κάτω Κόσμου
Μ' όλο τον πλούτο της στεριάς που δεν είναι δικός του.

Εκεί κρυφά ακουμπούσανε κάποιες φωτοσταλίδες
να φέγγουνε τον δρόμο τους, να τρέφονται οι ελπίδες.
Μην και στο Έρεβος βρεθούν κι αγγίξουνε τη Λήθη
Πικρό νερό εκεί και πιουν κι αλλάξουνε τα ήθη.

Αυτά ήταν τα σχέδια του Πλούτωνα δυνάστη
Να θανατώσει του έρωτα περήφανο το άτι.
Να λείψει η αγάπη απ' την ψυχή, να έρθει η διχόνοια
Και να περάσουνε νεκροί τα υπόλοιπα τους χρόνια.

Σημάδια η μούσα έστελνε για να τ' ακολουθούνε
Να φτάσουνε στον Κέρβερο, στο Έρεβος να μπούνε.
Μα αντί στης Λήθης την πηγή, σ' αυτή της Μνημοσύνης
Να λούσουνε την κεφαλή με πνεύμα της ευθύνης.
Μύστης να γίνει ο Ορφεύς και μ' όπλο του τη λύρα
Να φέρει στον Αχέροντα ανείπωτη πλημμύρα.
Και σαν φουσκώσουν τα νερά, ιέρεια η Ευρυδίκη
Με λόγο της στη μουσική να φέρει αιώνια δίκη.
Να φτάσει ως τα Τάρταρα αγνό ύδωρ καθάριο
να εξαγνιστούνε οι ψυχές, να πάρουνε κουράγιο.

Σεισμός να γίνει και στη γη να βγει η αδικία
Για να τη δούνε οι θεοί, να επέλθει τιμωρία.
Μα τιμωρία πιο βαριά απ' το βαθύ σκοτάδι
Που μέσα του είχε ο Πλούτωνας σαν έχτισε τον Άδη
Δεν είχε ούτε ένας θεός να βρει για να του δώσει.
Κι έτσι άφησαν τα σχέδια να του τα ματαιώσει
Η αγάπη που είχαν στην καρδιά ο νέος και η νέα
Του κάψε το βασίλειο και έφερε ημέρα.

Ξημέρωσε για τις ψυχές που ήταν φυλακισμένες
Στου Άδη τη βαθιά τη γη άδικα εκεί κλεισμένες.
Για δαύτες βρήκαν οι θεοί νέα κρίση να περάσουν
Τα κρίματα τους στη σκιά όλα να τα μοιράσουν
Κι αφού μ' αυτά τρεφότανε, ο στυγερός αφέντης
Δάκρυα κι αναστεναγμοί να γίνουνε αψέντι
Μήπως το δηλητήριο το φάρμακο του δώσει
Κι η ανελέητη ψυχή δικαίως μετανιώσει.
Κι έτσι μαζί με τις ψυχές που ελευθερωθήκαν
Σε άρμα πάνω μουσικής ανέβηκαν και βγήκαν
Οι δυο νέοι που ανέλαβαν στης μούσας τους τη στέγη
Με μελωδίες να υμνούν κάθε ψυχή που φεύγει
Από τη Γη για το άυλο σπίτι του Δημιουργού της
Και στην Αγάπη να εισχωρεί του Άγνωστου Θεού της.

Ο καταραμένος

1 Δεκεμβρίου, 2018

Μες στις σκιές πλανάται αιώνες
Γιατί αρνήθηκε το Φως
Τι και αν άλλαξε χιτώνες
Ο όφις, φίδι μένει εντός.
Παραπλανά και παρασύρει
Σε ένα ψέμα δύο αλήθειες
Για να ‘χει ο άνθρωπος να φθείρει
Πνεύμα και νου, καρδιά, συνήθειες.
Θείους κανόνες παραβαίνει
Κάνει το ανίερο ιερό
Μόνο η βλασφήμια του απομένει
Θηρίο που πουλά Χριστό.
Στα κέρατα του οι εξουσίες
Και στα κεφάλια του λεφτά
Τα διαδήματα οι φήμες
Πως όσα λέει είν' σωστά.
Πρόσωπα και μορφές αλλάζει
Και μαγαρίζει την αξία
Σε σοφιστή κι αν ομοιάζει
Σοφία του είναι η μαγεία.
Μα θα 'ρθει η ώρα που η καλή του
Η ερωμένη Βαβυλών
Με μιας θα γκρεμιστεί μαζί του
Κι εκείνος θα είναι απ' όλα απών.
Οι γελασμένοι που πονέσαν
Ξανά θα γίνουν γελαστοί
Γιατί ψυχή δεν απωλέσαν
Τώρα θ' αλλάξουν οι καιροί.
Κιθαρωδοί με τις κιθάρες
Που υμνωδίες τραγουδούν
Εξορκισμό για τις κατάρες
Ευχή για όσους μετανοούν.
Κοπιώντες και πεφορτισμένοι
Θα αναπαυθούν μέσα στο Φως
Και οδός θα είναι η Αγάπη
Η Αγάπη, ο Λόγος κι ο Θεός.

Tο γυάλινο σπίτι

27 Νοεμβρίου, 2018

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κορίτσι που ζούσε σε ένα γυάλινο σπίτι. Θα περίμενε κανείς οι τοίχοι του να είναι διάφανοι, όμως στην πραγματικότητα ήταν θόλοι. Σκεπασμένοι με υδρατμούς σε όλο το μήκος τους. Πολλές φορές το κοριτσάκι άπλωνε το χέρι και ζωγράφιζε πάνω στους υδρατμούς για να παίξει. Άλλες φορές έγραφε λέξεις κι άλλες σχεδίαζε απλά σχήματα. Κάθε που άγγιζε με το δαχτυλάκι της τον τοίχο κι έσπαγε τη συνοχή των υδρατμών, έβλεπε λίγο έξω από το σπίτι. Προλάβαινε να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο πριν αυτοί σχηματιστούν ξανά για να την παγιδεύσουν στην υγρή αγκαλιά τους. Το σπίτι είχε πολλή υγρασία. Τόση υγρασία που τα πνευμόνια της είχαν μάθει να λειτουργούν με αυτήν.

Στο πίσω μέρος υπήρχε μια αυλή. Ξεχασμένη κι απεριποίητη. Από μικρή ήθελε να βγει στην αυλή. Να την δει από κοντά. Ποτέ δεν το έκανε. Πάντα την κοίταζε μέσα από τις ρωγμές των υδρατμών που ζωγράφιζε με το χέρι της. Μια μέρα, όταν είχε μεγάλωσε πια λίγο, τόλμησε να ανοίξει την πόρτα της αυλής. Στην αρχή ένιωσε τα πνευμόνια της να ξεραίνονται από τη διαφορά υγρασίας. Φοβήθηκε και ξανάκλεισε την πόρτα. Προσπάθησε κι άλλες φορές να βγει στην αυλή. Μάταια όμως. Κάθε φορά ο ίδιος φόβος: ότι δεν θα μπορέσει να ανασάνει δίχως την υγρασία που είχε συνηθίσει. Το μόνο που της έμενε να κάνει, ήταν να φτιάξει την αυλή όμορφη μέσα στο μυαλό της. Και αυτό έκανε. Με κάθε δαχτυλιά πάνω στους τοίχους προσέθετε με τη φαντασία της και κάτι στην αυλή. Ένα φυτό, ένα παγκάκι, μια κούνια, ένα δέντρο, ένα λουλούδι. Ώσπου στο τέλος της έδωσε τη μορφή των ονείρων της. Έναν υπέροχο κήπο ανθισμένο, έτοιμο να υποδεχτεί ένα παιδί και να του χαρίσει χαμόγελα κι ελευθερία. Ποτέ δεν της έφτασε όμως αυτό. Όσο μεγάλωνε, μεγάλωνε μαζί και η ανάγκη να δημιουργήσει αυτόν τον κήπο στ' αλήθεια. Μόνη της όμως δε θα τολμούσε ποτέ να βγει στην αυλή. Ήταν πεπεισμένη πια ότι δεν μπορούσε.

Κάποτε, ενώ ζωγράφιζε στη γυάλινη επιφάνεια της εξώπορτας του σπιτιού, πέρασε απ' έξω μια παρέα παιδιών. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Κι άλλες φορές είχαν περάσει παιδιά, αλλά κανένα δεν είχε δείξει ποτέ ενδιαφέρον. Την κοιτούσαν μόνο. Άλλα με απορία, άλλα με φόβο, αλλά με κριτική. Αυτή η παρέα όμως είχε κάτι διαφορετικό. Σαν να το ήθελε η μοίρα να περάσουν από εκεί. Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν και τους παρατηρούσε. Όντως ήταν διαφορετικά αυτά τα παιδιά. Είχαν μια λάμψη στα μάτια τους και μια καθαρότητα καρδιάς στο βλέμμα τους. Την κοίταξαν. Για πρώτη φορά ένιωσε την ανάγκη να επικοινωνήσει με ανθρώπους. Πριν να το καταλάβει κι εκείνη σήκωσε το χέρι της και τους έγνεψε να έρθουν μέσα. Προς έκπληξη της, τα παιδιά, χωρίς να το σκεφτούν, άρχισαν να περπατούν προς το μέρος της. Όταν έφτασαν στο κατώφλι του σπιτιού, η καρδιά της από τη χαρά και την αγωνία κόντευε να σπάσει! Άνοιξε δειλά  την πόρτα και τους άφησε να περάσουν.

Πρώτο μπήκε ένα αγόρι. Την ακολούθησε σαν να ήθελε να του δείξει το σπίτι, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά περιπλανιόνταν μόνα τους στον χώρο. Από τη λαχτάρα της να μοιραστεί, τον πήγαινε από μέρος σε μέρος με τον ενθουσιασμό παιδιού που πηγαίνει για πρώτη φορά στην παιδική χαρά. Στη βιασύνη της όμως ξέχασε την αυλή. Μόλις τελείωσε η ξενάγηση, σταμάτησαν λίγο να ξαποστάσουν. Στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον. Το κορίτσι σήκωσε ντροπαλά τα μάτια και αυτά συναντήσαν τα μάτια του αγοριού. Τι ήταν αυτό που είχαν τα μάτια του; Σαν τίποτα να μην μπορούσε να τους σταθεί εμπόδιο. Σαν να ήταν από έναν άλλον κόσμο που το κορίτσι δεν είχε καν φανταστεί. Κι όμως! Ξαφνικά θυμήθηκε την αυλή της! Ναι τα μάτια του είχαν κάτι από την αυλή της! Είχαν ελευθερία! Μόνο εκείνος θα μπορούσε να καταλάβει. Το ήξερε. Το ένιωθε. Εκείνον περίμενε! Του έπιασε ασυναίσθητα κι αυθόρμητα το χέρι και τον τράβηξε προς την αυλή. Εκείνος δεν αντιστάθηκε. Ήταν πάντα πρόθυμος. Το κορίτσι άρχισε να ζωγραφίζει με πάθος πάνω στο γυαλί αυτά που είχε φανταστεί και να του τα περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια. Το αγόρι κοιτούσε προσεκτικά, πότε με ενθουσιασμό, πότε με κατανόηση, πότε με χαμόγελο. Όμως κάτι τον κρατούσε πίσω. Δεν μιλούσε. Κι αυτό ανησυχούσε το κορίτσι.

Η μέρα κύλησε, ήρθε το βράδυ και τα παιδιά έμειναν εκεί. Πέρασαν μέρες. Πέρασαν χρόνια. Έκαναν το σπίτι της σπίτι τους. Άλλα συνήθισαν αμέσως την υγρασία σαν να την αναζητούσαν. Άλλα ένιωθαν συχνά δυσφορία, αλλά επέλεξαν να μείνουν. Κάποια τελικά έφυγαν. Τα έδιωξε το ίδιο το σπίτι. Το αγόρι πάντα δίπλα στο κορίτσι, αλλά πάντα σιωπηλό. Λίγα χρόνια αργότερα άρχισε να ανασαίνει βαριά. Φαινόταν ότι δεν άντεχε πια το κλίμα του σπιτιού, όμως δεν ήθελε να αφήσει το κορίτσι. Εκείνη τον έβλεπε ότι αρρώσταινε. Ανησυχούσε ότι θα τον χάσει. Δεν της περνούσε όμως ούτε κατά διάνοια να του πει να φύγουν. Ότι ήταν η υγρασία που έφταιγε. Προσευχόταν μόνο να συνηθίσει. Να προσαρμοστεί. Να γίνει καλά.

Με τον ερχομό των παιδιών μεταμορφώθηκε σιγά σιγά και το ίδιο σπίτι. Η υγρασία είχε γίνει πιο μεγάλη για να φτάνει για όλους. Ήταν τόση πια που οι εσωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είχαν αρχίσει να ξεφλουδίζουν και να κάνουν ρωγμές. Μέχρι που ήρθε η πρώτη καταστροφή. Τέτοιο σεισμό δεν είχαν ξανανιώσει στη ζωή τους. Οι εσωτερικοί τοίχοι γκρεμίστηκαν ολοσχερώς. Έμεινε μόνο το γυάλινο περίβλημα. Το σπίτι στεκόταν πια στον αέρα. Δεν κατάλαβαν πως και γιατί ήρθε η καταστροφή. Το κορίτσι λύγισε. Ο πόνος της βουβός. Έχασε κάθε στήριγμα και έβλεπε το σπίτι μετέωρο. Φοβόταν. Ξέχασε την αυλή. Δεν μπορούσε να ονειρευτεί τίποτα πια. Το αγόρι όμως πάντα δίπλα της. Και τα παιδιά πάντα εκεί. Στο σπίτι που ήταν σαν δικό τους.

Μετά το σεισμό κάτι άλλαξε. Το αγόρι άρχισε να μιλά. Και σε εκείνη και σε όλα τα παιδιά. Είχε δει. Είχε καταλάβει πως ερχόταν το τέλος. Έψαχνε να ανοίξει τα παράθυρα. Μα παράθυρα δεν υπήρχαν. Άνοιγε συχνά τις πόρτες να παίρνουν αέρα τα παιδιά, μα αυτές έκλειναν ξανά με δύναμη και ορμή σαν θυμωμένες. Σκούπιζε τα τζάμια με το χέρι του να βλέπουν τα παιδιά έξω. Να μην ξεχάσουν τη θέα του έξω κόσμου. Να μην τη χάσουν. Το κορίτσι τον έβλεπε και χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί επιτέλους μιλούσε και συμμετείχε. Δεν καταλάβαινε το πως και το γιατί το έκανε, αλλά χαιρόταν.

Το σπίτι αντιδρούσε έντονα, με περισσότερη υγρασία, τόση που θα μπορούσε να τους σκοτώσει, αν δεν ήταν το αγόρι να ανοίγει τις πόρτες. Άρχισαν και τα παιδιά να ανοίγουν τις πόρτες, να παίρνουν αέρα. Ακόμα και το κορίτσι βρήκε το θάρρος να ανασάνει. Αυτό το άνοιξε-κλείσε έφθειρε το σπίτι, ώσπου σε ένα κλείσιμο πόρτας έγινε η πρώτη μεγάλη ρωγμή. Όταν αντιλήφθηκαν τα παιδιά ότι το σπίτι άρχισε να σπάει και τα γυαλιά θα τους κάρφωναν θανάσιμα, έψαξαν για διέξοδο. Σχεδόν τράπηκαν σε φυγή. Το κορίτσι έπιασε ξανά το αγόρι από το χέρι, όπως εκείνη την πρώτη φορά που γνωρίστηκαν και τον τράβηξε προς την αυλή. Μόνο που αυτή την φορά βρήκε το θάρρος, άνοιξε την πόρτα και βγήκαν και οι δύο έξω. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους και το σπίτι άρχισε να καταρρέει. Έμειναν πιασμένοι χέρι-χέρι να το κοιτούν αποσβολωμένοι.

Το κορίτσι άρχισε να μην μπορεί να ανασάνει. Πνιγόταν. Ο λαιμός της ξερός και τα πνευμόνια της γέμιζαν με κάτι πρωτόγνωρο. Αέρα. Το αγόρι σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τόσο βαθιά που στην εκπνοή του έβγαλε μια κραυγή. Η δόνηση της κραυγής διέλυσε και το τελευταίο κομμάτι γυαλιού που είχε μείνει όρθιο στο σπίτι. Δεν έμειναν παρά θρύψαλα. Το κορίτσι γονάτισε. Τα δάκρυα της κυλούσαν με ορμή και πότιζαν το χώμα. Άνοιξε τα μάτια και είδε ένα μικρό πράσινο κλωνάρι να δροσίζεται από τα δάκρυα της. Όμως ήταν τόσα πολλά, που το κλωνάρι έγερνε από το βάρος. Το κορίτσι σταμάτησε να κλαίει. Έσκαψε με τα χέρια της, πήρε το μικρό κλωνάρι στη χούφτα της μαζί με λίγο χώμα και το έδειξε στο αγόρι.

«Αυτό είναι ζωή!» της είπε.

«Και τι χρειάζεται για να υπάρχει ζωή;» τον ρώτησε με τα δακρυσμένα μάτια της να τον κοιτούν διψασμένα.

«Αγάπη! Μόνο αγάπη χρειάζεται! Τίποτε άλλο».

Υποσχέθηκαν να φτιάξουν μαζί την αυλή των ονείρων της. Έναν κήπο με ό,τι όμορφο είχαν μέσα τους για να φυτέψουν το κλωνάρι και να το θρέφουν με αγάπη από την ψυχή τους.

Ο λοξός τοξοβόλος και το δηλητηριασμένο μήλο

26 Οκτωβρίου, 2017

Κάπου πέρα από τον χώρο και παλιά μέσα στον χρόνο, σ’ ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας τοξοβόλος. Όλοι τον θαύμαζαν για το πόσο εύστοχος ήταν και μάλιστα έλεγαν πως τα βέλη του είχαν φτερά. Όποιον στόχο κι αν έβαζε τον πετύχαινε κι είχε περάσει με επιτυχία όλες τις δοκιμασίες που του είχε βάλει ο βασιλιάς. Γι ’αυτό και στο τέλος, για να τον τιμήσει για το ταλέντο του, τον προσκάλεσε να κατοικήσει στο παλάτι, όπου θα του προσέφεραν ό,τι ήθελε για όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Ο τοξοβόλος αρνήθηκε την τόσο δελεαστική πρόταση και όλο το βασίλειο θεώρησε ότι είναι τρελός. Από τότε του βγήκε και το παρατσούκλι «ο λοξός» που παρόλο που έβρισκε τον στόχο με το βέλος του, δεν πέτυχε στον στόχο της ζωής να μείνει στο παλάτι.

Κανείς δεν αναρωτήθηκε ποτέ τι τον έκανε να αρνηθεί. Μόνο ο ίδιος γνώριζε και δεν το εκμυστηρεύτηκε ποτέ σε κανέναν. Μετά από λίγο καιρό, έφυγε από το βασίλειο και τριγυρνούσε στα γύρω δάση. Οι κάτοικοι του βασιλείου επιβεβαίωσαν την πεποίθηση τους ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν.

Πέρασαν χρόνια πολλά από όταν τον είδαν τελευταία φορά, ώσπου κάποια μέρα, ένας αγγελιοφόρος του βασιλείου, που είχε βγει για να μεταφέρει ένα μήνυμα στο γειτονικό βασίλειο, βρήκε στον δρόμο του ένα δετό χειρόγραφο τυλιγμένο μέσα σε ένα κομμάτι δέρμα. Στην πρώτη σελίδα έγραφε «Ο στόχος της ζωής».

Ο αγγελιοφόρος το πήγε κατευθείαν στον βασιλιά, γιατί κατάλαβε ότι κάποια σχέση μπορεί να είχε με τον χαμένο τοξοβόλο. Πράγματι, ο βασιλιάς διαπίστωσε ότι ο τοξοβόλος είχε γράψει σε αυτές τις σελίδες για ποιον λόγο έφυγε από το βασίλειο και τι έκανε τα χρόνια που έλειπε. Κατάλαβε τόσα πολλά που θεώρησε ότι αυτό ήταν ένα δίδαγμα που έπρεπε να ακούσουν όλοι οι υπήκοοι του. Είπε, λοιπόν, να καλέσουν τον κόσμο να μαζευτεί στην αυλή του παλατιού και να τους ανακοινώσουν ότι ο βασιλιάς είχε να τους πει κάτι σημαντικό.

Έτσι κι έγινε. Όλοι αγωνιούσαν να ακούσουν τι το σημαντικό είχε να τους πει ο βασιλιάς και το κουτσομπολιό ανάμεσα τους έδινε κι έπαιρνε. Όταν όμως ο βασιλιάς φάνηκε στο μπαλκόνι του, όλοι έπαψαν με μιας.

«Πριν  μερικές μέρες, ο αγγελιοφόρος μου βρήκε αυτό στο δάσος» είπε δείχνοντας το χειρόγραφο.

«Θέλετε να μάθετε τι είναι;» τους ρώτησε.

«ΝΑΙ!» ακούστηκε σαν ομοβροντία.

«Είναι το χειρόγραφο του τοξοβόλου».

Όλοι σώπασαν αποσβολωμένοι.

«Το έγραψε λίγο πριν πεθάνει. Τον σκότωσαν στο γειτονικό βασίλειο γιατί θεώρησαν ότι η φυγή του από το δικό μας σήμαινε ότι ήταν προδότης και έπρεπε να τιμωρηθεί. Έτσι τον καταδίκασαν και τον έβαλαν να πετύχει τον τελευταίο του στόχο. Ένα δηλητηριασμένο μήλο. Το μήλο αυτό έφερε έπειτα και τον θάνατο του» είπε με θλίψη ο βασιλιάς.

Η σιωπή των υπηκόων τούς κάλυπτε σαν πέπλο βαρύ. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλον και μετά έριχναν ένοχα το βλέμμα τους στη γη.

«Ο τοξοβόλος έφυγε και δεν μπορούμε πια να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Εκείνος μας συγχώρεσε. Έγραψε όμως αυτό το χειρόγραφο για να μάθουμε από την ιστορία του. Είχε πει σ’ έναν από τους αυλικούς του γειτονικού βασιλείου που τον συμπαθούσε, πού να πάει και να το αφήσει για να το βρούμε. Θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα και σας διατάσσω να το βάλετε όλοι καλά στο μυαλό και την καρδιά σας».

«Δεν έφταιγαν εκείνοι. Δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τι σημαίνει στόχος. Ο στόχος είναι όπως οι φάσεις της ζωής. Αρχίζει μόλις βρεις αυτό που θα στοχεύσεις και τελειώνει μόλις το πετύχεις. Το δύσκολο είναι να βρεις ποιος θα είναι ο στόχος που θα είναι ωφέλιμος στη φάση τη ζωής που περνάς. Η δική μου δεν ήταν αυτή που μου ζητούσαν να ζήσω. Αν πήγαινα να μείνω στο βασίλειο, θα έπρεπε να σταματήσω να στοχεύω. Ο τοξοβόλος είναι ελεύθερο πνεύμα. Δε φυλακίζεται σε τείχη ούτε σε καταστάσεις. Είχα πολλά ακόμα να κάνω. Ήταν δύσκολο να το καταλάβουν. Δεν τους αδικώ. Εύχομαι όμως να νιώσουν κάποια στιγμή ότι όλη η ζωή είναι ένας μεγάλος στόχος. Αν τον πετύχεις, θα φύγεις από αυτήν ευδαίμων. Αν πάλι δεν τον πετύχεις, θα τρέμεις την ώρα και τη στιγμή που θα σε βρει ο θάνατος. Για μένα ήταν εύκολο. Είμαι τοξοβόλος. Ξέρω να βάζω στόχους και να τους πετυχαίνω. Ποτέ δεν πενθώ για τον στόχο που πέτυχα επειδή τελείωσε. Γνωρίζω το τέλος και βαδίζω προς μια νέα αρχή. Δεν φοβάμαι τον θάνατο. Κι ας με βρει τώρα από αυτό που θα στοχεύσω. Άλλοι μου το επιβάλλουν. Ξέρω ότι αυτός ο στόχος θα φέρει το τέλος. Μα είμαι τοξοβόλος. Γνωρίζω ότι όλα κάποτε τελειώνουν. Μα πριν τελειώσουν πρόλαβα κι έμαθα. Έμαθα ποιος είμαι. Έμαθα τι είναι η ζωή. Κι η ζωή είναι ένας στόχος».

Ο Κήπος της ψυχής

6 Οκτωβρίου, 2017

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν τρεις σοφοί συγγραφείς. Ήταν φίλοι αγαπημένοι και μαζεύονταν συχνά, πότε στο σπίτι του ενός, πότε στου άλλου και έγραφαν. Είχαν γράψει τόσα πολλά που είχαν γεμίσει μια ολόκληρη βιβλιοθήκη με τα βιβλία τους! Πότε έγραφαν αστυνομικές περιπέτειες, πότε ιστορικά κείμενα και βιογραφίες, πότε ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Άλλοτε πάλι έγραφαν κοινωνικά μυθιστορήματα, άλλοτε θεατρικά έργα και άλλοτε έκαναν ολόκληρες επιστημονικές μελέτες. Ποτέ όμως, σ' όλη τους τη συγγραφική ζωή δεν είχαν γράψει ένα παραμύθι.

Μια μέρα λοιπόν, καθώς είχαν μαζευτεί για να ξεκινήσουν ένα νέο βιβλίο, ο ένας από τους τρεις ήταν μελαγχολικός.

"Τι έχεις φίλε μας και είσαι τόσο συννεφιασμένος; Τι σου συμβαίνει;" τον ρώτησαν οι άλλοι δύο.

"Να... χτες όλο το βράδυ προσπαθούσα να βρω μια ιδέα για το τι θα είναι το επόμενο έργο μας" απαντάει.

"Και λοιπόν"; ξαναρωτούν.

"Να... αναλογίστηκα ότι έχουμε γράψει τόσα βιβλία, τόσα δοκίμια μέχρι και εγχειρίδια και άρθρα, αλλά ποτέ δεν γράψαμε ένα παραμύθι."

"Μα τα παραμύθια είναι για παιδιά!" παρατήρησε ο δεύτερος.

"Ναι, αλλά αν θέλουμε να λεγόμαστε συγγραφείς πρέπει να γράφουμε για όλους και στον κόσμο μας δεν υπάρχουν μόνο μεγάλοι. Υπάρχουν και παιδιά."

"Έχεις δίκιο λοιπόν! Ας γράψουμε ένα παραμύθι!" πρότεινε ο τρίτος με ενθουσιασμό.

"Μα πώς γράφεται ένα παραμύθι;" ρώτησε ο δεύτερος.

"Αυτό αναρωτιόμουν κι εγώ χτες βράδυ και δεν μπόρεσα να βρω απάντηση. Γι' αυτό είμαι μελαγχολικός" ξαναείπε ο πρώτος.

"Μην είστε ανόητοι!" πετάχτηκε ο τρίτος. "Ένα παραμύθι είναι πολύ εύκολο να γραφτεί! Απλά χρειάζεται μια όμορφη ιστορία και στο τέλος ένα ηθικό δίδαγμα!" πρόσθεσε γεμάτος αυτοπεποίθηση.

"Και πώς βγαίνει ένα ηθικό δίδαγμα;" απόρησε ο δεύτερος.

"Μα είναι απλό αγαπητοί μου φίλοι! Θα βρούμε τι θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά και αυτό θα βάλουμε ως ηθικό δίδαγμα!" απάντησε αμέσως ο τρίτος.

"Τι όμως θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά;" αναστέναξε μελαγχολικά ο πρώτος.

"Αυτό που θα τους διδάξουμε θα πρέπει να είναι κάτι όμορφο, όπως το να αγαπούν τα ζώα ή να είναι ευγενικοί" είπε συλλογιζόμενος ο δεύτερος.

"Σαφώς! Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν πώς να κάνουν όμορφα πράγματα, ώστε όταν μεγαλώσουν να γίνουν καλοί άνθρωποι για την κοινωνία. Διότι μια καλή κοινωνία αποτελείται από καλούς ανθρώπους" τόνισε ο τρίτος.

"Σωστά! Μα... έχουν γραφτεί χιλιάδες παραμύθια και έχουν διδάξει πολλά όμορφα πράγματα στα παιδιά. Όμως η κοινωνία μας δεν έχει γίνει καλύτερη. Γιατί τα παιδιά όταν γίνουν μεγάλοι ξεχνούν τα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών και δεν τα ακολουθούν στη ζωή τους" είπε με δισταγμό ο δεύτερος.

"Μα φυσικά! Αυτό είναι! Πώς δεν το είχα σκεφτεί! Όταν γίνουν μεγάλοι θεωρούν ότι τα παραμύθια είναι μόνο για παιδιά, όπως είπες κι εσύ στην αρχή! Άρα παύουν να πιστεύουν και στα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών!" είπε ο πρώτος.

"Όπως παύουν να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη" πρόσθεσε ο δεύτερος.

"Ακριβώς! Άρα αυτό που θα πρέπει να διδάξουμε στα παιδιά είναι πως να παραμείνουν παιδιά!"

Ο τρίτος, που άκουγε τόση ώρα σιωπηλός, κοίταξε τους άλλους δύο με νόημα και είπε με σιγανή φωνή:

"Τότε θα πρέπει να γράψουμε την ιστορία της καρδιάς και του εγκεφάλου."

Έτσι κι έγινε. Κάθισαν γύρω από το μεγάλο τραπέζι τους, πήραν τα χαρτιά και τα μολύβια τους και ξεκίνησαν:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ένα κορίτσι που το έλεγαν Καρδιά τριγύριζε χαρωπά μέσα σε έναν πανέμορφο κήπο γεμάτο με τα πιο σπάνια άνθη. Τον κήπο της Ψυχής. Είχε κατακόκκινα μακριά μαλλιά και χόρευε συνεχώς με ρυθμό. Δεν σταματούσε ποτέ να χορεύει και να περιποιείται τα άνθη του κήπου της Ψυχής. Μια μέρα, όταν η Καρδιά ήταν πια κοπέλα, ένας άγνωστος περαστικός από τον κήπο της, την πλησίασε και την ρώτησε: "Καλή μου κοπέλα, μήπως μπορώ να κόψω ένα από τα τόσο όμορφα άνθη σου για να ομορφύνω τον κήπο μου;" "Ποιός είσαι εσύ;" απάντησε τρομαγμένη η Καρδιά. "Με συγχωρείς. Ξέχασα να συστηθώ. Με λένε Εγκέφαλο και ζω στον κήπο του Νοός. Όμως έχω παντρευτεί μια γυναίκα ανοικοκύρευτη και ακαμάτρα και δεν φροντίζει καθόλου τον κήπο μας. Σκέψη τη λένε. Μόνο να βλέπει, να ακούει και να κουτσομπολεύει τους άλλους κήπους τη νοιάζει. Παλιά δεν ήταν έτσι. Παλιά ήταν καλή και στοργική και ο κήπος μας ήταν όμορφος σαν τον δικό σου. Αλλά από τότε που άρχισε να ακούει τις συμβουλές του Εγωισμού, του γερομάγου του διπλανού χωριού, δεν μπορώ να τη συμμαζέψω. Γι' αυτό σου λέω, δώσε μου καμιά ρίζα να βάλω κι εγώ στον κήπο μου γιατί έχει μαραθεί τελείως." Η Καρδιά γενναιόδωρη και καλοσυνάτη όπως ήταν, ξερίζωσε και έδωσε στον Εγκέφαλο μερικά από τα ομορφότερα άνθη του κήπου της. Εκείνος την ευχαρίστησε και έφυγε.

Μετά από λίγες μέρες, να σου τον πάλι ήρθε και της ξαναζήτησε λουλούδια. Εκείνη του ξαναέδωσε με χαρά. Τον επόμενο μήνα ξαναήρθε και τον μεθεπόμενο, μέχρι που έφτασε να επισκέπτεται τον κήπο της Ψυχής σχεδόν κάθε μήνα. Η Καρδιά παρατήρησε ότι όσο ξερίζωνε τα λουλούδια της, τόσο πιο περίεργος γινόταν ο χορός της. Άλλες φορές πιο γρήγορος, άλλες πιο αργός. Κάποιες φορές μάλιστα ένιωθε να την πονούν τα πόδια της και δεν είχε καν κουράγιο να φροντίσει τον κήπο της. Όμως δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να χαρίζει δώρα στον επισκέπτη της.

Μετά από μερικούς μήνες, όταν ξαναήρθε ο Εγκέφαλος, η Καρδιά έτρεξε αμέσως να του προσφέρει νέες ρίζες. Τότε, έκπληκτη και έντρομη, είδε ότι είχε ήδη ξεριζώσει όλα τα άνθη του κήπου της Ψυχής και δεν είχε μείνει ούτε ένα! Ένιωσε το αίμα να φεύγει από επάνω της και τα μαλλιά της άσπρισαν! Έπεσε τότε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. "Τι έκανα η τρελή!! Τι έκανα!" άρχισε να φωνάζει. Ο Εγκέφαλος την άκουσε και έτρεξε να δει τι συνέβη. Κάτασπρη σαν το χιόνι όπως ήταν, την είδε και τρόμαξε. "Τι έπαθες; Τι σου συνέβη;" ρώτησε προσπαθώντας να την συνεφέρει. "Τα λουλούδια μου! Έκοψα όλα τα λουλούδια μου!" είπε εκείνη με δάκρυα στα μάτια. "Μην ανησυχείς! Θα φυτρώσουν άλλα!" την παρηγόρησε. "Εσύ φταις!" θύμωσε η Καρδιά. "Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα είχα κόψει τα λουλούδια μου! Κοίτα τώρα τον κήπο μου! Άδειασε! Πώς θα ζήσω! Δεν έπρεπε να σε εμπιστευτώ! Δεν έπρεπε!" ψέλλισε με αναφιλητά. "Καλή μου Καρδιά, θα σου πω ένα μυστικό. Η Σκέψη είχε καταστρέψει όλα τα λουλούδια του κήπου μας εδώ και καιρό. Όταν δεν είχε μείνει πια ούτε ένα πήγα να συμβουλευτώ τη Συνείδηση, την καλή νεράιδα της χώρας. Βλέπεις, τα άνθη του κήπου του Νοός αν ξεριζωθούν δεν ξαναφυτρώνουν. Τα άνθη όμως του κήπου της ψυχής, όσο και να τα κόβεις ξανανθίζουν. Γι' αυτό χρειαζόμουν τη βοήθεια σου. Όμως τον τελευταίο μήνα πήγα να ξαναδώ τη Συνείδηση και μου είπε πως τα άνθη της ψυχής ξαναφυτρώνουν μόνο όταν τα κόβεις, όχι όταν τα ξεριζώνεις. " "Τότε πάει, καταστράφηκε ο κήπος μου! " απογοητεύτηκε η Καρδιά. "Μην βιάζεσαι. Όταν είπα στη Συνείδηση ότι σου ζήτησα να μου δώσεις ρίζες από τα φυτά σου, με μάλωσε γι’ αυτήν την ανοησία μου και μου ζήτησε να επανορθώσω για αυτό μου το σφάλμα, αλλιώς δεν θα με άφηνε ήσυχο. Βλέπεις η Συνείδηση είναι καλή νεράιδα, αλλά γίνεται πολύ αυστηρή όταν σφάλλεις. Όταν, λοιπόν, τη ρώτησα πως μπορούσα να επανορθώσω, κούνησε το μαγικό της ραβδί και εμφανίστηκε αυτό το αξιοθαύμαστο και σπάνιο λουλούδι! " είπε ο Εγκέφαλος και το πρόσφερε στην Καρδιά. Εκείνη σταμάτησε αμέσως τα κλάματα και θαύμασε "Τι όμορφο που είναι! ". "Μου είπε ότι λέγεται Ελπίδα και είναι το πιο ανθεκτικό από όλα τα άνθη. Είπε επίσης πως αν το φυτέψεις θα ξαναφυτρώσουν όλα τα ονειρεμένα άνθη που είχες στον κήπο σου! Αυτό θα φροντίσει για όλα! " "Σ ’ευχαριστώ! " είπε ευγενικά η Καρδιά. "Και κάτι ακόμα! Μου έδωσε αυτή τη μαγική χρυσή σκόνη για να λούσεις τα μαλλιά σου. Είναι η χρυσόσκονη της Αγάπης. Αν λουστείς μ’ αυτήν, κανείς δεν θα μπορεί να σε εξαπατήσει και τα μαλλιά σου δεν θα χάσουν ποτέ ξανά το χρώμα τους. Θα γίνουν χρυσά σαν τον ήλιο και θα απολαμβάνουν το φως και τη θέρμη τους όλοι όσοι έρχονται κοντά σου! " "Σ’ ευχαριστώ και πάλι", είπε η Καρδιά και έτρεξε να φυτέψει την Ελπίδα στον κήπο της Ψυχής και να λουστεί με την Αγάπη, για να μην μπορεί ποτέ πια κανείς να την πληγώσει.»


Άφησαν κάτω τα μολύβια και κοιτάχτηκαν με μια αίσθηση ικανοποίησης και ολοκλήρωσης.

"Όμως… Δεν γράψαμε το ηθικό δίδαγμα!" είπε ο δεύτερος.

"Νομίζω ότι τα «παιδιά» θα καταλάβουν" είπε ο πρώτος.

"Κι εγώ το ίδιο!" συμφώνησε ο τρίτος.

1 2