Η ροζ εσάρπα

Μασούσε με μανία την τσιχλόφουσκα μέσα στην τάξη, μήπως καταφέρει να συγκεντρώσει τη σκέψη της στο μάθημα, μα συνεχώς της ξεγλιστρούσε. Έτρεχε στα απογεύματα, τότε που ήταν ακόμα κοριτσάκι δημοτικού και καθόταν πάνω στο παχύ περσικό χαλί μπροστά στα πόδια της γιαγιάς της. Εκείνη είχε πιάσει την αγαπημένη της θέση στην παλιά βελούδινη μπερζέρα κι έπλεκε ιστορίες με το μυαλό της και κασκόλ με τις βελόνες της. Άλλες φορές, της διάβαζε βιβλία και ταξίδευαν μαζί σε κόσμους φανταστικούς με δράκους και πριγκίπισσες. Μα οι στιγμές που είχαν χαραχτεί πιο βαθιά στη μνήμη της ήταν εκείνες του πόνου. Όποτε ήταν θλιμμένη, καθόταν με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα της γιαγιάς. Εκείνη τής χάιδευε τα μαλλιά και της τραγουδούσε κι η Κωνσταντίνα έκλαιγε σιωπηλά για να μην διακόψει το τραγούδι της. Οι νότες ρουφούσαν τους λυγμούς και τους έσβηναν με τη μελωδία τους, αγαλλιάζοντας την καρδούλα της μικρής.

Η γιαγιά Αναστασία την είχε μεγαλώσει. Εκείνη τη διάβαζε, την έπλενε, την έντυνε και τη φιλοξενούσε σπίτι της τρεις φορές την εβδομάδα. Οι γονείς της ήταν πολυάσχολοι. Για εκείνους πάνω απ’ όλα ήταν η δουλειά. Ώρες ώρες, η Κωνσταντίνα απορούσε γιατί έκαναν παιδί. Ίσως για να εκπληρώσουν τον σκοπό τους στην κοινωνία ή να μην τους χαρακτηρίσουν ως άτεκνους. Από υποχρέωση την έκαναν, αυτό ήταν σίγουρο. Στα μάτια της γιαγιάς της γνώρισε τι θα πει αγάπη. Σ’ αυτό το παλιό σπίτι που μύριζε μπισκότα και κοκκινιστό μοσχαράκι με κανέλλα. Εκεί ένιωθε σπίτι της. Η γιαγιά Αναστασία ήταν η μάνα κι ο πατέρας της. Δεν είχε κανέναν άλλον η Κωνσταντίνα.

Σαν να την τραβούσε από τα πόδια να κατέβει από τον κόσμο των αναμνήσεων, η φωνή του καθηγητή την προσγείωσε απότομα.

«Καλογήρου, βγάλε την τσίχλα τώρα, είπα!»

Σηκώθηκε, έφτυσε την τσίχλα κι επέστρεψε στη θέση της. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι πάνω από τον πίνακα. Πέντε λεπτά ακόμα. Ένιωθε τύψεις που δεν πρόσεχε στο μάθημα. Ήταν στην τρίτη λυκείου. Έπρεπε να διαβάζει ασταμάτητα για να περάσει στη σχολή που ήθελε, μα τον τελευταίο μήνα τα είχε φορτώσει στον κόκορα, όπως της έλεγαν χαρακτηριστικά οι γονείς της. Πώς θα έμπαινε ιατρική; Η αλήθεια ήταν πως δεν το επέλεξαν μόνο οι γονείς της για εκείνη. Από μικρή είχε ταλέντο στο να φροντίζει τραύματα και στην αυλή της γιαγιάς δεν είχε αφήσει βατράχι, σαλιγκάρι και έντομο που να μην του είχε κάνει ανατομία. Ήθελε να γίνει γιατρός και να ειδικευτεί στην παιδιατρική. Σε αντίθεση με τους γονείς της, λάτρευε τα παιδιά. Όλη αυτή η αδιάθετη στοργή μέσα της, χρειαζόταν κάπου να διοχετευθεί.

Το κουδούνι χτύπησε. Πήρε την τσάντα της κι έφυγε από το σχολείο τρέχοντας να προλάβει το λεωφορείο. Σήμερα θα πήγαινε πάλι από το σπίτι της γιαγιάς. Περίμενε πώς και πώς τη στιγμή που θα βρισκόταν στην ασφαλή της φωλιά. Άνοιξε την πόρτα με ανυπομονησία. Άφησε την τσάντα της στο πάτωμα και κρέμασε το μπουφάν της προσεκτικά στον καλόγερο.

«Γιαγιά ήρθα!» φώναξε, μα η φωνή της έσβησε πριν τελειώσει τη φράση της. Εκείνο το πολυπόθητο «καλώς το κορίτσι μου!» δε θ’ ακουγόταν ποτέ πια. Ακόμα δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Δεν ήθελε να το συνειδητοποιήσει. Μπήκε στο σαλόνι και πήγε στην παλιά μπερζέρα. Χάιδεψε απαλά τη ράχη με τ’ ακροδάχτυλά της, σαν να μην ήθελε να ενοχλήσει τη θλίψη της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Μια μυρωδιά πούδρας και μαλακτικού γαργάλησε την ψυχή της. Η ροζ εσάρπα της! Την έπιασε και την αγκάλιασε σφιχτά. «Γιαγιά μου» ψέλλισε και μέσα στην αόρατη αγκαλιά της, έκλαψε σιωπηλά.

Με την ίδια εσάρπα στους ώμους, εξήντα χρόνια αργότερα, η γιαγιά Κωνσταντίνα διηγείται στα εγγόνια της ιστορίες για την προγιαγιά Αναστασία. Για την αγάπη της στα ζώα, την αμέριστη φροντίδα που τους έδειχνε, το ματαιωμένο της όνειρο να γίνει κτηνίατρος. Από εκείνη είχε πάρει το ταλέντο και την αγάπη για την ιατρική. Χάρη σ’ εκείνη έγινε γιατρός. Γύρισε κι έδειξε τον γεμάτο παιδικές ζωγραφιές τοίχο δίπλα της.

«Χάρη σ’ εκείνη, τόσα παιδιά βρήκαν ξανά το χαμόγελό τους… Όπως κι εγώ» τους εξομολογήθηκε και χάιδεψε νοσταλγικά τη ροζ εσάρπα.

Related Posts