Ο έρωτας ανατέλλει το ηλιοβασίλεμα

Ήταν το πρώτο τους ταξίδι μαζί. Η παρέα ήταν αχώριστη τρία χρόνια τώρα˙ ο Στέλιος, ο ψηλός και χιουμορίστας, η Σοφία, το φυτουκλάκι, ο Πάρης, ο ωραίος, η Ελένη, το αντράκι κι ο Γιάννης, ο χαμηλών τόνων. Ετερόκλητο πλήθος που βρήκε κοινά στοιχεία μέσα από τα βιώματα της εφηβείας και τα σχολικά θρανία που μοιράζονταν. Οι πέντε τους αντιμετώπιζαν τα πάντα μαζί. Μιλούσαν καθημερινά με μηνύματα στην ομαδική συζήτηση που είχαν φτιάξει με όνομα «OGs»* και σχολίαζαν τα πάντα, από τους καθηγητές και τις εργασίες τους, μέχρι τα οικογενειακά τους προβλήματα.

Την πενταήμερη την περίμεναν πώς και πώς κι ιδιαίτερα εφόσον θα πήγαιναν σε νησί. Το έβλεπαν κάπως σαν διακοπές κι ας τους συνόδευαν οι καθηγητές τους. Τον Κεχαγιόγλου και την Λυμπεροπούλου τους είχαν από κοντά, όποτε ήταν εξασφαλισμένο πως θα περνούσαν καλά. Άλλωστε το είχαν ανάγκη. Το άγχος των πανελληνίων που θα ακολουθούσαν τους είχε ζώσει μ’ ένα μόνιμο σφίξιμο στο στήθος. Όλους εκτός από τον Στέλιο. Το μυαλό του ήταν μόνο στο μπάσκετ, οπότε θα έδινε εξετάσεις μόνο για το χατίρι των δικών του. Οι άλλοι τέσσερις τον φώναζαν «τουρίστα» κι έκλεβαν όσο μπορούσαν από την ανεμελιά του, για να μετριάσουν την αγωνία τους.

Στο καράβι, έπιασαν θέση στο κατάστρωμα, έκατσαν κατάχαμα επάνω στα σακ βουαγιάζ τους κι άρχισαν τη συζήτηση. Η Σοφία ζαλιζόταν στα καράβια και οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να της μιλούν συνέχεια για να ξεχνιέται. Για τον Γιάννη, ήταν το πρώτο ταξίδι με πλοίο και κοιτούσε τα πάντα με το βλέμμα ενός ενθουσιασμένου παιδιού. Τον είχε φάει το εξοχικό στο βουνό τόσα χρόνια.

«Πω παιδιά κοιτάξτε! Έχει και σωσίβιες λέμβους! Ρεεε πόσο μεγάλα είναι αυτά τα σκοινιά!!»

«Ναι, τα έχουν φτιάξει γίγαντες! Δεν το’ξερες;» τον πείραζε ο Στέλιος.

«Έλα μωρέ άσ’ τον! Κοίτα τον πώς χαίρεται!» τον μάλωνε η Σοφία που της άρεσε ο Γιάννης στα κρυφά.

Σε λίγο, άφησαν τον ενθουσιασμό του Γιάννη να τους παρασύρει κι άρχισαν να περιπλανιούνται εδώ κι εκεί, ανακαλύπτοντας νέα σημεία του καραβιού. Όταν βαρέθηκαν, γύρισαν πίσω και σώπασαν για ν’ απολαύσουν τον ήχο της θάλασσας, όπως μόνο η νιότη ξέρει να τιμά τα μικρά σαν να είναι σπουδαία.

Αφού έφτασαν Ρόδο και τακτοποιήθηκαν στο ξενοδοχείο, τα κορίτσια πέρασαν από το δωμάτιο των αγοριών για να τα πάρουν και να κατέβουν στο λόμπι, όπου τους περίμεναν οι καθηγητές. Όλοι μαζί ξεκίνησαν για την πρώτη τους βόλτα στην παλιά πόλη. Περπάτησαν στα πλακόστρωτα σοκάκια, θαύμασαν τα πέτρινα τείχη και τις αψίδες, σεργιάνισαν στη ρομαντικά φωτισμένη πλατεία κι έβγαλαν άπειρες φωτογραφίες με τα κινητά τους.

Στο γυρισμό, ο Πάρης, ως πρόεδρος του δεκαπενταμελούς, προσπάθησε να πείσει τους καθηγητές να τους πάνε την επόμενη μέρα να δουν το ηλιοβασίλεμα στην παραλία της Ψαροπούλας. Όταν εκείνοι είπαν το ναι, όλη η τάξη ζητοκραύγασε. Τον αγαπούσαν τον Πάρη, γιατί πέρα από το ομορφότερο αγόρι της τάξης, ήταν δίκαιος και μαχόταν πάντα για τα δικαιώματά τους.

Πίσω το ξενοδοχείο, αφού σιγουρεύτηκαν πως οι καθηγητές είχαν πάει για ύπνο, τα αγόρια βγήκαν νυχοπατώντας και πήγαν στο δωμάτιο των κοριτσιών. Η Ελένη τους περίμενε για να βγάλει από την τσάντα της τα Breezer, που είχε κρύψει ανάμεσα στα ρούχα της. Ήπιαν τα ποτά τους παριστάνοντας τους ενήλικες που θα γίνονταν επίσημα σε λίγους μήνες και ξάπλωσαν κι οι πέντε ανάσκελα στα κρεβάτια. Γέλασαν με την ψυχή τους με τον Στέλιο που μιμούνταν τις επιπλήξεις των καθηγητών και κουτσομπόλεψαν τους συμμαθητές τους.

Όταν τα άμαθα στο αλκοόλ κεφάλια τους άρχισαν να ζαλίζονται, η κουβέντα γύρισε στο σοβαρό. Σαν συγκοινωνούντα δοχεία που ακόμα δεν έχουν μάθει τι θα πει αυτονομία, ονειροπολούσαν ότι θα είναι για πάντα μαζί. Υπόσχονταν πως ακόμα κι αν παντρευτούν και κάνουν οικογένειες, δε θα χαθούν. Ξεστόμιζαν επιπόλαια όλα αυτά που η ανήξερη νιότη ονειρεύεται, τη στιγμή που η ανέφελη ζωή που θαρρούσαν πως θ’ ανοιχτεί μπροστά τους, περίμενε καρτερικά να τους υποδεχτεί στον κακοτράχαλο δρόμο της. Δε γνώριζαν πως αυτές ήταν οι τελευταίες ανέμελες στιγμές που θα ζούσαν. Δε φαντάζονταν καν πως το πιο δύσκολο κομμάτι του να είσαι ενήλικας δεν είναι ούτε οι σπουδές που θα κάνεις ούτε η δουλειά που θα πιάσεις, αλλά η ευθύνη των αποφάσεων που βαραίνει πια αποκλειστικά και μόνο εσένα.  

Ο Μορφέας τους βρήκε εκεί, τον έναν ξαπλωμένο σχεδόν πάνω στον άλλο. Τα ξημερώματα, η Σοφία πετάχτηκε στον ύπνο της. Ο Γιάννης, που κοιμόταν δίπλα της, είχε απλώσει το χέρι του κι ακουμπούσε το πόδι της. Παλεύοντας ανάμεσα στην αμηχανία και το καρδιοχτύπι, κατάφερε να σηκωθεί και να τους ξυπνήσει, για να προλάβουν να γυρίσουν στο δωμάτιό τους πριν τους πάρουν χαμπάρι οι καθηγητές.

Το πρόγραμμα της ημέρας είχε ξεναγήσεις, επισκέψεις σε μουσεία, φαγητό σε ταβέρνα και το απόγευμα την πολυαναμενόμενη βόλτα στην παραλία. Η παρέα ρουφούσε εικόνες και γέμιζε αχόρταγα το σακούλι των εμπειριών. Ακόμα κι ο Στέλιος που άκουγε ιστορία κι έβγαζε σπυράκια, εντυπωσιάστηκε από τα ιστορικά στοιχεία του νησιού. Ο Γιάννης κι η Σοφία παρακολουθούσαν σιωπηλοί, ο Πάρης είχε τον νου του στους υπόλοιπους και ήταν αλερτ μην τυχόν χρειαστεί να επέμβει για να υπερασπιστεί κάποιον κι η Ελένη το σκαρφάλωνε σε όποιο τοιχάκι της δινόταν ευκαιρία.

Πριν κατέβουν στην παραλία, οι καθηγητές τους άφησαν να περιηγηθούν λίγο στα μαγαζιά της παλιάς πόλης. Τα κορίτσια αγόρασαν σουβενίρ και τα αγόρια είχαν κολλήσει σε κάτι εικονογραφημένα βιβλία για ιππότες. Πετώντας περισσότερο παρά περπατώντας, έφτασαν στην αμμουδιά. Χωρίστηκαν σε πηγαδάκια των τεσσάρων έως έξι ατόμων και κάθισαν στις πετσέτες που είχαν στις τσάντες τους. Η Σοφία και η Ελένη βολεύτηκαν ανάμεσα στον Γιάννη και τον Πάρη, ενώ ο Στέλιος ξάπλωσε φαρδύς πλατύς μπροστά στα πόδια τους.

Κοιτούσαν με ανυπομονησία τον ορίζοντα λες και περίμεναν τον αγαπημένο τους καλλιτέχνη να βγει στη σκηνή για να τραγουδήσει. Ο ήλιος κατέβηκε αργά, άπλωσε αυτάρεσκα τις ακτίνες του απ’ άκρη σ’ άκρη, βάφοντας τον ουρανό με αποχρώσεις του πορτοκαλί και του ροζ. Οι νεανικές καρδιές, ερωτευμένες και μη, χάζευαν την ομορφιά των χρωμάτων. Ο Γιάννης έγειρε προς τα πίσω και στηρίχθηκε στα χέρια του, βάζοντας το ένα –λίγο τυχαία και λίγο επίτηδες– πίσω από την πλάτη της Σοφίας. Εκείνη ένιωσε το άγγιγμά του κι ανασηκώθηκε ελαφρά ξαφνιασμένη. Έπειτα αφέθηκε κι ακούμπησε ελαφρά πάνω του.

Ο Πάρης αγκάλιασε την Ελένη που έβγαλε το χέρι του από πάνω της εκνευρισμένη. Του άρεσε αυτό το αγοροκόριτσο. Ίσως να είχε επηρεαστεί από τους άλλους που τον παρότρυναν κοροϊδευτικά πως πρέπει να την κλέψει και να γυρίσει στην Τροία. Ήταν ωραία η Ελένη –κακά τα ψέματα– κι ας στερούνταν θηλυκότητας. Εκείνη όμως δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται. Κανείς δεν είχε καταλάβει πως η αντίδρασή της σε κάθε κίνηση του Πάρη να την πλησιάσει ήταν απλά μια άμυνα για να μην προδοθεί. Ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του και δεν ήξερε για πόσο ακόμα θα άντεχε να το κρύβει.

Κάτω από το φως του σούρουπου που έδυε, κάτι νέο ανέτειλε. Κάτι ξένο μπήκε στην παρέα και την άλλαξε μια για πάντα. Τίποτα δεν προμήνυε πια τη νηνεμία των προηγούμενων χρόνων. Ο έρωτας είχε έρθει να ταράξει τα νερά μέσα τους και μεταξύ τους, όπως μόνο εκείνος ξέρει. Η ζωή τώρα ξεκινούσε.

*OG = original gangster είναι μια έκφραση που αναφέρεται σε κάποιον που θεωρείται πρωτοπόρος ή καλύτερος από όλους στον τομέα του

Related Posts