Ποιήματα

Η μεγαλύτερη απειλή


Αναλώνεσαι.
Σκορπάς τα κομμάτια σου
πότε αλόγιστα, πότε από επιλογή.
Δίνεσαι για να καλύψεις τα κενά σου.
Δε χτίζεις σχέσεις
μήπως σ' εκμεταλλευτούν,
μήπως σε πληγώσουν.

Μα συνεχίζεις να πληγώνεσαι
από τα εφήμερα που επιδιώκεις,
ενώ η ψυχή σου λαχταρά τη δέσμευση. 
Την επαφή.
Όχι στο κορμί. 
Το χάδι της σάρκας,
σαν το κύμα της θάλασσας,
περνά, σαρώνει κι απομακρύνεται.
Εσύ αποζητάς το μόνιμο. 
Την τρυφερότητα
που θα σφαλίσει την πόρτα της καρδιά σου
και δε θα την αφήνει έρμαιο
σε κάθε βοριά
που θα την ανοιγοκλείνει με ορμή.

Δεν έψαξες όμως.
Κουράστηκες
και προτίμησες την ασφάλεια
του πρώτου τυχόντα,
που δεν ήταν άλλος από τον εγωισμό σου.
Σε δασκάλεψε καλά
να κοιτάς από εδώ και πέρα τον εαυτό σου. 
"Η αγάπη κι ο έρωτας
είναι για τους αδύναμους", σου είπε.
Τον πίστεψες και κλείστηκες. 
Για πρώτη φορά δεσμεύτηκες.
Να μην φροντίσεις πια κανέναν άλλον.
Όμως δεν είδες; Δεν κατάλαβες; Δεν ένιωσες;
Πως αντί ν' αγκαλιάσεις τον εαυτό σου
για να γιάνεις τις πληγές,
συμμάχησες με τον χειρότερο εχθρό σου;

Εαυτός κι εγωισμός.
Δύο έννοιες εκ διαμέτρου αντίθετες. 
Ο ένας τρέφεται και καλλιεργείται με αγάπη,
ο άλλος οδηγείται και συντηρείται από τη μοναξιά.
Εκείνη τη μοναξιά που απομυζά κάθε ίχνος
χαμόγελου, ζεστασιάς κι ευαισθησίας,
ώσπου να θανατώσει ό,τι καλό είχες ποτέ.
Ποιος θα προλάβει να τον διώξει
πριν απομείνεις ένα κουφάρι αδειανό;

"Αν τον σκοτώσω, θα χαθώ κι εγώ" μου είπες.
Ιδού! Το μεγαλύτερο ψέμα που σου πούλησε.
Δεν είσαι ο εγωισμός σου,
όπως ένα λουλούδι
δεν είναι το παράσιτο
που φύτρωσε στη ρίζα του.

Δε χρειάζονται δραστικά μέτρα.
Το κακό δεν ξεριζώνεται με κακό.
Αν το φωτίσεις με καλό
απλά μαραίνεται και φεύγει.
Τόσο απλά.

Σκέψου. 
Υπάρχει μεγαλύτερη απειλή για τον εγωισμό
από το ν' αγαπήσεις τον εαυτό σου;

Για μια θέση αδειανή

12 Φεβρουαρίου, 2020,

Εκείνη την άδεια θέση μέσα μου, πες μου πώς θα τη γεμίσω;
Εκείνη που σαν σε γνώρισα έπλασα με κάθε κύτταρο αγάπης
που παλλόταν για χάρη σου.
Δεν είναι θρόνος.
Δεν είναι καν ένα άνετο κάθισμα.
Είναι απλά μια παλιά ξύλινη καρέκλα από αυτές
που αγκαλιάζουν παράδοξα το σώμα σου μόλις καθίσεις.
Μα ήταν μόνο για σένα.
Τώρα την έβαψα.
Μαύρη σαν την καρδιά μου.
Στη θέση σου έβαλα την ελπίδα μου.
Να τη ζεσταίνει μέχρι να γυρίσεις.
Αν γυρίσεις.
Ξέρω πως δεν ευθύνεσαι εσύ γι' αυτήν.
Εγώ την έφτιαξα.
Αν αποδειχτεί πως έκανα λάθος,
ας γίνει η ψυχή μου φωτιά και ας την κάψει.
Ας μείνει η στάχτη της να σκεπάσει την εικόνα σου.
Μέχρι να βρω τη δύναμη,
για μια θέση αδειανή, να ξαναγεννηθώ.


Το νερό της θλίψης

Αχόρταγη η θλίψη, πρώτα φωλιάζει στην καρδιά.
Ύστερα περιμένει στωικά,
ώσπου η παλίρροια των δακρύων να σωπάσει τον λόγο,
για να σου κλέψει και την τελευταία ανάσα ζωής.
Όμως, τα μάτια στέκουν πιο ψηλά.
Μήπως την ύστατη στιγμή, ξυπνήσει η ελπίδα στην ψυχή,
στραγγίξει τα δάκρυα και σου δώσει τη δύναμη
να σηκώσεις το κεφάλι έξω από το πικρό νερό της θλίψης.
Άνοιξε, λοιπόν, τα μάτια και κοίτα τη ζωή κατάματα.
Βγες από τη θλίψη.
Μια ανάσα υπόθεση είναι.
Μια ανάσα ελπίδας.

Το ταλέντο

Να ψάξεις να βρεις το ταλέντο σου.
Είναι το χάρισμα που σου δόθηκε για να πορευτείς στη ζωή.
Μην το αμελήσεις.
Είναι εξίσου σημαντικό με το να βρεις την αγάπη.
Αν το έχεις ήδη αναγνωρίσει, καλλιέργησε το.
Ταξίδεψε το.
Μάθε το και θα σε μάθεις.
Είναι ο καλύτερος σύντροφος στο μοναχικό ταξίδι της ψυχής.
Δεν υπάρχει πιο βαθιά δυστυχισμένος άνθρωπος
από αυτόν που χαράμισε το ταλέντο του.

Οι μάσκες

Πόσες φορές πέρασες όμορφα με ανθρώπους
που τελικά φορούσαν μάσκες;
Πώς αφέθηκες να αισθανθείς καλά ανάμεσα σε αυτούς
που προσποιούνταν ακόμα και το συναίσθημα;
Μη γελιέσαι.
Δεν αλλοιώθηκες.
Δεν ήταν επειδή σου άρεσε
ή κατά βάθος σε έπεισε η ηθοποιία τους.
Ούτε επειδή θέλησες να τους πιστέψεις.
Ήταν που την ψυχή στα μάτια σου
καμία μάσκα δεν μπόρεσε να τη σκεπάσει.

Λευκό και μαύρο

Λευκό και μαύρο, μαύρο και λευκό.
Τι σημασία έχει η απόχρωση που βλέπουν τα μάτια;
Όποιος κι αν είσαι, ένα χρώμα έχει η σάρκα.
Το σκοτάδι των παθών, που μόνο μια βαθιά βουτιά
στη λυτρωτική παλέτα της ψυχής μπορεί να το φωτίσει.

Να διαβάζεις

Να διαβάζεις, να μοσχοβολά η καρδιά σου λέξεις.
Να διαβάζεις, να πλημμυρίζουν τα μάτια σου εικόνες
να κολυμπούν τα δάκρυα.
Να διαβάζεις, να γεννιούνται κόσμοι στο μυαλό σου.
Να διαβάζεις, να εξαϋλώνεται μια στιγμή το σώμα σου
να ελευθερώνεται η ψυχή σου.

Σκληρή ζωή

Σκληρή, πεισματάρα ζωή.
Πάντα το δικό σου θες να γίνεται.
Μ’ αφήνεις να παλεύω και γελάς.
Γιατί ξέρεις πως σε αυτά που κανονίζεις θα γυρίσω
κι ας έχω άλλα σχέδια.
Ακούραστη, με τιμωρείς να χάνω ό,τι αγαπώ
και να λούζομαι ό,τι κοροϊδεύω.
Νόμο το ‘κανες πια.
Μα ποια είμαι εγώ για να σε κρίνω;
Εσύ αυτό που ξέρεις θα κάνεις
κι άσε με εμένα να σπάω καθρέφτες,
μπας και ρίξω κλεφτά
μια ειλικρινή ματιά στο μέσα μου.

Ο ύπνος των αταξίδευτων ονείρων

Ξεπάγωσα τη νιότη μου από τα θησαυροφυλάκια του νου.
Εκεί που φυλαγμένη καρτερούσε να τη ζήσω,
Μα εγώ σπατάλησα φιλόδοξα τα χρόνια μου
Σε υπερφίαλες ματαιότητες που φουσκώναν το μυαλό
Κι αλυσοδέναν την καρδιά στα κατάβαθα των σκοτεινών φυλακών της.
Θέλησα έστω και τώρα στα μεσουρανήματά μου να τη δω
Να χαίρεται με εκείνη τη γεύση λησμονιάς στα μάτια
Για όσα απροκάλυπτα κι αμετανόητα της φόρτωσαν.
Μήπως κι ετούτη, η στερνή χαρά, λευτερώσει θύμισες
Και συλλάβει χίμαιρες του άστοργου παρελθόντος μου.
Φεύγω σαν αποδημητικό πουλί της νοσταλγίας
για άπιαστους τόπους που αποκάλυψα στα γκρεμισμένα ονείρατά μου.
Εκεί στη θλιβερή αγκάλη της ληστεμένης ξενιτιάς
Θα βρω ένα προσκέφαλο απαλό για να πλαγιάσω.
Θα κλείσω τα κουρασμένα από ζωή βλέφαρα
Και θα κοιμηθώ τον ύπνο των αταξίδευτων ονείρων.
Ίσως εκεί τα νιάτα μου να περιμένουν στωικά
Τη δεύτερη, ασώματη ευκαιρία να τα ζήσω.

Πυροτέχνημα

Πυροτέχνημα. Η τέχνη της φωτιάς.
Η τέχνη του άσβεστου πόθου που ξεκινά από την καρδιά.
Πόσο όμορφη μοιάζει στα μάτια!
Τα θαμπώνει θαρρείς, σχεδόν τα τυφλώνει.
Μένεις να θαυμάζεις το άπιαστο, το μαγικό.
Στιγμές ουτοπικές που μόνο ένα παιδί έχει μάθει να μετρά στη μνήμη του.
Οι μεγάλοι ξεχνάμε γρήγορα τα πυροτεχνήματα.
Δε μας κάνουν εντύπωση πια.
Εκτός αν σκάσουν κοντά στην καρδιά μας
και την πάρουν τα σκάγια.
Τότε ανάβει μια φλόγα που μας σιγοκαίει τα σωθικά
για το φως που δεν μπορέσαμε να σώσουμε.
Για εκείνη τη λάμψη που δε θα μείνει για πάντα κοντά μας.
Μα αν το μόνο βέβαιο είναι ο θάνατος,
τι κρατά για πάντα;
Η ματαιοδοξία μας τρέφεται με πυροτεχνήματα
για να μας πείσει ότι ζούμε.
Μα μήπως δεν είμαστε κι οι ίδιοι ένα πυροτέχνημα;
Υψωνόμαστε, φτάνουμε στη στιγμή της μεγάλης δόξας
και μετά φθίνουμε.
Μα για στάσου.
Δεν είμαστε μόνο αυτό.
Όσο υπάρχει η μνήμη που αναπαράγει τα πυροτεχνήματα
και αναπτερώνει την καρδιά με το φως και τη χαρά της θέασης τους,
υπάρχει «για πάντα».
Εκείνο το «για πάντα» που διαρκεί
όσο το χρειαζόμαστε.
Όσο του επιτρέπουμε να διατηρεί μέσα μας
το παιδί που ακόμα θαυμάζει τα πυροτεχνήματα.


1 7 8 9 10 11