Tag

συναισθήματα

Μαζεύουμε στιγμές

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, πολύτιμες αχτίδες χαράς
που πέφτουν σαν αγνές χιονονιφάδες
στο σκοτάδι της εσωτερικής μας θλίψης.
Παντού τριγύρω καραδοκούν
σαν μικρές νεράιδες των αναμνήσεων.

Τις φυλάμε στο μικρό
Χριστουγεννιάτικο κουτί,
εκείνο το στολισμένο με χρυσόσκονη,
και γεμίζουμε τις αποθήκες μας
με χαμόγελα και ζεστασιά
για τις ώρες της μοναξιάς
που θα έρθουν αγκαζέ
με τον καινούριο χρόνο.
Όσα κι αν φέρει,
είτε όμορφα όμορφα είτε άσχημα,
εμείς θα έχουμε εφοδιαστεί με...

Στιγμές που αγγίζουν.
Στιγμές που μας γεμίζουν.
Στιγμές συντρόφους της ψυχής.

Μαζεύουμε στιγμές.
Ένα λαχείο που κληρώνεται
κάθε Χριστούγεννα
και καλύπτει τα συναισθηματικά έξοδα
της χρονιάς που ακολουθεί.

Ματιές, εξομολογήσεις, συγγνώμες,
σ'αγαπώ, συνδέσεις άρρηκτες χωρίς εγωισμούς.
Λόγια και εικόνες, σκέψεις και αισθήματα.
Όλα στιγμές
που θα καταναλώσουμε αχόρταγα
σαν αίδεσμα παραδεισένιο.

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, όμορφες, μοναδικές.

Αυγής ταξίδι

Μια λευκή αυγή
βάφτηκε στα κοραλλένια.
Βγήκε ν’ αγναντέψει
πάνω από σώματα
που περιπλανιόνται αδιάλειπτα.
Μια ποικιλία ζωηρών αποχρώσεων
της ανθρώπινης ύπαρξης
θα στολίσει
και πάλι τη μέρα της.
Τυχαίες συναντήσεις,
μεγάλες αποφάσεις,
στροφές της μοίρας.
Θα δει δάκρυα κάθε λογής,
χαμόγελα ειλικρινά,
ερωτικά και ψεύτικα,
θυμό, απογοήτευση,
χαρά και γαλήνη.
‘Πώς καταφέρνει ο άνθρωπος
να κρύβεται
κάτω από τόσο φως;’
αναρωτιέται.
Στο φως φαίνονται όλα,
αρκεί τα μάτια
να θέλουν να δουν.

Αναστέναξε,
στέλνοντας ένα σύννεφο μακριά.
Κάπου,
πίσω από κάτι κλειστά παραθυρόφυλλα,
αντίκρισε τη μιζέρια.
Εκεί, δεν την άφησαν να μπει
και να χαρίσει απλόχερα
τη ζεστασιά της.
Την αγνοούσαν.
Μα ήταν και κάποιες αυλές
γεμάτες λουλούδια,
αρώματα κι ευγένεια
που δε χρειάστηκε
καν πόρτα για να μπει.
Ήταν πάντα ορθάνοιχτα,
κάθε που ξημέρωνε.
Εκεί χαιρόταν ν’ αλωνίζει
και ν’ απολαμβάνει
τα παιχνιδίσματα των δροσοσταλίδων
πάνω σε σκέψεις
και συναισθήματα.

Αφού χόρτασε εικόνες,
η αυγή έδυσε
και μαζί απέσυρε το φως της.
Άφησε τους ανθρώπους
στη μοίρα που η νύχτα τους φυλάει
κι έκανε τον απολογισμό της.
‘Όποιος ανέχεται το σκοτάδι μέσα του,
δε θα με δει ποτέ’ συλλογίστηκε.
‘Όποιος παλεύει να σωθεί απ’ αυτό,
με έχει ανάγκη.
Μα όποιος διψά έστω
για μια ηλιαχτίδα,
θα με προσμένει να γυρίσω’
καθησυχάστηκε
κι έγειρε ν’ αποκοιμηθεί.

‘Αντίο, άνθρωπε.
Εις το επανιδείν’.

Καθημερινός Βαλεντίνος

14 Φεβρουαρίου, 2023

Το κλασικότερο αντεπιχείρημα για όσους δε συμπαθούν τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου είναι πως ο έρωτας δεν θα έπρεπε να γιορτάζει μια φορά τον χρόνο αλλά κάθε μέρα. Όταν αγαπάς, εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου στο έτερόν σου ήμισυ ανεξαρτήτως χρονικής στιγμής. Πόσο εφικτό είναι αυτό στην εποχή μας άραγε;

Στην πορεία της σχέσης δύο ανθρώπων, ο έρωτας έρχεται αντιμέτωπος με δυο εχθρούς. Τον χρόνο και την καθημερινότητα. Υπάρχει η αντίληψη πως όσο πιο πολλά χρόνια περνούν μαζί δυο άνθρωποι, τόσο ο έρωτάς τους λιγοστεύει. Βασικός συντελεστής σ’ αυτή τη μείωση είναι φυσικά η διαβρωτική δύναμη της ρουτίνας.

Ο έρωτας, ως κατεξοχήν ενθουσιώδης και ρομαντικός, βάλλεται διαρκώς από τον ρεαλισμό και την υλιστικό χαρακτήρα της καθημερινότητας. Θέματα διαδικαστικά, οικονομικά, εργασιακά απασχολούν τόσο πολύ το μυαλό μας, που δεν προλαβαίνουμε πολλές φορές να αισθανθούμε, όχι έρωτα, αλλά οτιδήποτε. Η καρδιά σταδιακά γερνά και κουρασμένη γέρνει να απολαύσει μονάχα οτιδήποτε της αφαιρεί το αίσθημα του άγχους που την πνίγει.

Μέσα σ’ αυτό το αντίξοο κλίμα της σημερινής εποχής, ο έρωτας καλείται να επιβιώσει. Να μην αποδυναμωθεί. Μα είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς να είναι ενεργό το εργαλείο που μπορεί να τον νιώσει; Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι άλλο από το γήρας της καρδιάς.

Ποτέ δεν έζησε ο έρωτας σε μια καρδιά φθαρμένη. Ακόμα κι αν φώλιασε σε γερασμένα σώματα, η καρδιά που τα κρατούσε ζωντανά ήταν ακόμα νεανική και έσφυζε από ζωή. «Ο έρωτας χρόνια δεν κοιτά», λέει ο λαός κι έχει δίκιο. Η ηλικία δεν παίζει ρόλο «όσο το λέει η καρδιά σου».

Πώς όμως μένει μια καρδιά νέα για να μπορέσει να συντηρήσει τον έρωτα; Η απάντηση δεν είναι πάντα προφανής ούτε εύκολα εφαρμόσιμη. Χρειάζεται μικρά αλλά δυνατά «συναισθηματικά σοκ» θετικής χροιάς. Χρειάζεται να νιώσει όλα αυτά τα όμορφα, η στέρηση των οποίων τη γέρασε. Να συγκινηθεί με μια λησμονημένη ανάμνηση και να αναβιώσει τον χαμένο της έρωτα για τη ζωή την ίδια.

Η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου, επομένως, δεν ενδείκνυται μόνο για τους φρεσκοερωτευμένους και τα νεανικά ζευγαράκια. Περισσότερη ανάγκη την έχουν εκείνοι που έχουν ξεχάσει τι θα πει έρωτας. Εκείνοι που καθημερινά αγκαλιάζουν τη ρουτίνα σαν έναν άχαρο Βαλεντίνο που τους απομυζά την ενέργεια.

Αν είχα μια ευχή για τη σημερινή μέρα, θα ήταν να υπήρχαν περισσότερες σαν κι αυτή μέσα στον χρόνο, για να μας υπενθυμίζουν πως συντήρηση δε χρειάζεται μόνο η επιχείρηση, το αυτοκίνητο κι ο καυστήρας, αλλά και η καρδιά.

Η συμβουλή μου; Διώξε τον καθημερινό τοξικό Βαλεντίνο που κρατά όμηρο τα συναισθήματά σου και νιώσε ξανά τι θα πει έρωτας. Για έναν άνθρωπο, για τη δημιουργία, για τη ζωή.

Το μικρό λούτρινο αρκουδάκι

11 Νοεμβρίου, 2020

Είχες ποτέ ένα μικρό λούτρινο κουκλάκι; Φθαρμένο από σφιχτές αγκαλιές και ζωηρό παιχνίδι; Να σε συντροφεύει στα ταξίδια του μυαλού και η φαντασία σου να σε έχει πείσει πως είναι αληθινό και σε ακούει καλύτερα κι από άνθρωπο; 

Μα ήταν αληθινό! Ένα κομμάτι της παιδικής γενναιόδωρης ψυχής σου εγκαταστάθηκε μέσα του και του έδωσε πνοή. Δεν αισθάνθηκες ως Θεός που δημιούργησε κάτι. Αυτά είναι ματαιοδοξίες των μεγάλων. Εσύ είχες απλά έναν φίλο. Είτε ήσουν μαμά του, νονά του, αδερφή του, φίλη του ήταν μοναδικό. Είχε το δικό του όνομα. Τι κι αν άλλαζες τη φωνή σου για να του δώσεις μιλιά. Είχε τα δικά του αισθήματα. 

Όταν μεγάλωσες πια και το βρήκες καταχωνιασμένο και μονάχο, δε σου θύμωσε. Σου χαμογέλασε σαν να ήταν μόλις χτες που παίζατε εκείνο το κρυφτό που αφήσατε στη μέση. Έτσι νόμιζε όταν το έβαλες σ’ εκείνη την ντουλάπα, μεγάλη πια για αρκουδάκια. Ευτυχώς δεν ήξερε να μετρά τον χρόνο. Ούτε καν πρόσεξε πως έχεις μεγαλώσει πια. Για εκείνο είσαι πάντα παιδί. Εσύ του έκανες αυτό το δώρο, όταν, μαζί του, κλείδωσες στην ντουλάπα όλη σου την παιδικότητα και την άφησες να ζει μέσα στο μικρό σου λούτρινο αρκουδάκι. 

Τώρα, όπως σε κοιτάζει με αυτά τα ακίνητα ματάκια, όλα ζωντανεύουν μπροστά σου, μέσα σου. Εκείνο σε προστάτευσε τις δύσκολες στιγμές που οι μεγάλοι σε απέκλειαν, σε μάλωναν, σε αγνοούσαν ή τσακώνονταν. Εκείνο μοιράστηκε μαζί σου τα δάκρυα και τα δέχτηκε πάνω του σαν τη βροχή που πότιζε την ανύπαρκτη ψυχούλα του. Μα ήταν κι οι χαρές! Ενθουσιαζόταν όταν του έλεγες τα ευχάριστα και το έσφιγγες στην αγκαλιά σου τόσο, που αν ήταν αληθινό θα σου φώναζε «Σιγά! Θα με σκάσεις!» Μα δε διαμαρτυρήθηκε ποτέ. Ήταν υπερήφανο για σένα! Θα ορκιζόσουν πως, σε τέτοιες στιγμές, τα μάτια του έλαμπαν λίγο παραπάνω και το χαμόγελό του γινόταν λίγο πιο πλατύ. 

Σου πήρε χρόνια, μα τώρα που το αντίκρισες ξανά, μια αγκαλιά έφτασε να σε ξανασυστήσει στο παιδί που ήσουν κάποτε. Συνειδητοποίησες με δέος ότι όσα ένιωθε το αρκουδάκι σου ήταν όσα εσύ ένιωθες ή είχες ανάγκη να νιώσεις. Κοίταξες τ’ αυτάκια του. Το ένα είχε ξηλωθεί λίγο, όπως ξηλώθηκε η καρδιά σου με το χωρισμό των γονιών σου. Η μύτη του είχε φαγωθεί από την τριβή και δε θα ξαναμύριζε τα κουλουράκια της γιαγιάς σου, που τα έφτιαχνε με τόση αγάπη! Τα χεράκια και τα ποδαράκια του είχαν λεπτύνει στις κλειδώσεις από τα πολλά ζουλήγματα και τους άπειρους παιδικούς ύπνους που μοιραστήκατε αγκαλιά.

 «Σου έχω μια έκπληξη, φίλε μου!» του είπες και χάιδεψες στοργικά την κοιλιά σου. Το αγκάλιασες σφιχτά σαν να ένιωθες τη χαρά του. Ένα δάκρυ συγκίνησης κύλησε κι έπεσε πάνω του. Το αρκουδάκι σου πήρε ξανά πνοή. Τι κι αν ήταν φθαρμένο, πολλές αγκαλιές και πολλά παιχνίδια το περίμεναν ακόμα! Η φθορά του ήταν η ιστορία του και η ζωή σου. Το πιο αγνό κομμάτι του εαυτού σου ζούσε ακόμη μέσα του. Η καλύτερη κληρονομιά για το παιδί σου!

Ένα καλοκαίρι σβήνει

27 Αυγούστου, 2020

Ένα καλοκαίρι σβήνει στα βήματά σου.
Φεύγει σιωπηλά να υποδεχτεί
ένα θλιμμένο φθινόπωρο.
Όπως η λύπη που διαδέχεται νομοτελειακά τη χαρά.
Μα μέσα σου η αποχώρησή του φωνάζει από ευτυχία.
Εκείνη που σου άφησε η γεύση της αλμύρας στα χείλη
κι η αίσθηση της ελευθερίας στην καρδιά.

Για μιαν υπέρβαση

Ευερέθιστες οι δυσκολίες.
Σαν σύννεφα καραδοκούν να σε μουσκέψουν
με το ηδονικό υγρό τους.
Απρόσμενα.
Σταγόνες από σίδερο πληγιάζουν το δέρμα σου
και θραύσματά τους εισχωρούν στο αίμα.
Μολυσμένο από τη θλίψη μεταφέρει το μήνυμα
από την καρδιά στο μυαλό κι αντίστροφα,
σαν άχαρος αγγελιοφόρος θανάτου.
Πώς να σταθείς με το μαύρο μίασμα
να κυκλοφορεί παντού μέσα σου;
Να καταπνίγει αισθήσεις, σκέψεις κι αισθήματα
σαν λεπτό στρώμα άκαμπτου πάγου
που κράτα βίαια το δροσερό νερό από κάτω του.

Οι αναμνήσεις, χείμαρρος που ξυπνά
κι ενσωματώνει τη νεοφερμένη λύπη.
Κοιτάς και θυμάσαι ένα γαϊτανάκι άσχημων στιγμών
που τις ενώνει μια κοινή μοίρα, λες.
Αγγίζεις παντού έναν ιστό πλεγμένο από δυσαρέσκεια
και γεύεσαι την πικρία σαν καταραμένο μαντζούνι.
Η παρεξήγηση φωλιάζει σε ό, τι ακούς και επωάζει
προσβολές και παρανοήσεις σε κάθε σου σκέψη.
Η όσφρηση νεκρώνεται.
Δε σε προειδοποιεί για τίποτα πια.
Μα μήπως κι οι άλλες αισθήσεις δουλεύουν;
Καθαρότητα θέλουν για να λειτουργήσουν.
Μα που να τη βρουν με τέτοια συννεφιά;

Η επιλογή είναι το μόνο όπλο που έχει ο άνθρωπος
σε τούτη τη ζήση.
Ή θα παραδοθείς και θα το στρέψεις πάνω σου
ή θα σταθείς όρθιος και θα παλέψεις.
Η πρόσκαιρη αμφιταλάντευσή σου ανάμεσά τους
μη σε τρομάζει.
Το καταστάλαγμα μετρά.
Στα σύννεφα των δυσκολιών να μη μείνεις ένα με τη βροχή.
Να γίνεις ουρανός που στέκει πιο ψηλά κι απ’ το ακατόρθωτο.

«Μα πώς εγώ ο αδύναμος να φτάσω τέτοια ύψη;» θα μου πεις.
Μέσα από την άβυσσο αποκαλύπτεται
το μεγαλείο του παραδείσου.
Άλλωστε, για μιαν υπέρβαση ζούμε.

Το παζάρι των συναισθημάτων

28 Φεβρουαρίου, 2020

Μην αναλώνεσαι σε «θέλω» που δεν έχουν σκοπό να σε πάνε ένα βήμα πιο πέρα. Χάνεις το νόημα προσπαθώντας να τροφοδοτείς αυτά που νομίζεις πως επιθυμεί η καρδιά σου. Η αμοιβαιότητα είναι που ντύνει με αλήθεια την επιθυμία. Αλλιώς μένει μια ανάγκη ανάπηρη, χωρίς ανταπόκριση.

Μα κι αυτή να υπάρξει, θέλει ειλικρίνεια. Αυταπάτες που σε θρέφουν δηλητήριο είναι όσοι προσποιούνται συναισθήματα που δε νιώθουν για σένα. Στις γωνιές του κόσμου, πολλοί είναι εκείνοι που θα προθυμοποιηθούν να σε νιώσουν, να σ' αγκαλιάσουν, να σ' αγαπήσουν χωρίς όμως να έχουν αγαπήσει τον ίδιο τους τον εαυτό. Κοίταξέ τους. Δεν τους νοιάζει. Προχωράνε κι ας είναι κενοί μέσα τους. Ποντάρουν κι ας νομίζουν ότι ξέρουν τι θέλουν. Κερδισμένοι βγαίνουν γιατί πάντα εκείνοι θα «έχουν δίκιο». Μα είναι κέρδος αλήθεια αυτό; Να νομίζεις πως νιώθεις; Να πείθεσαι πως ζεις;

Μη θελήσεις να τους μοιάσεις. Είσαι από άλλη στόφα εσύ. Η δική σου καρδιά θα σιγοκαίει στο καζάνι του φαίνεσθαι, ώσπου να πάψει να πιστεύει στην ουσία της. Σταμάτα, λοιπόν, να παζαρεύεις την αξία σου σε αγορές φθηνών συναισθημάτων. Τα αληθινά αισθήματα είναι αμοιβαία και ανεκτίμητα.

Το νερό της θλίψης

Αχόρταγη η θλίψη, πρώτα φωλιάζει στην καρδιά.
Ύστερα περιμένει στωικά,
ώσπου η παλίρροια των δακρύων να σωπάσει τον λόγο,
για να σου κλέψει και την τελευταία ανάσα ζωής.
Όμως, τα μάτια στέκουν πιο ψηλά.
Μήπως την ύστατη στιγμή, ξυπνήσει η ελπίδα στην ψυχή,
στραγγίξει τα δάκρυα και σου δώσει τη δύναμη
να σηκώσεις το κεφάλι έξω από το πικρό νερό της θλίψης.
Άνοιξε, λοιπόν, τα μάτια και κοίτα τη ζωή κατάματα.
Βγες από τη θλίψη.
Μια ανάσα υπόθεση είναι.
Μια ανάσα ελπίδας.