Tag

θάνατος

Όταν η φθορά αντιμετωπίζεται ως λάθος

25 Ιουνίου, 2026

Ως άνθρωποι βρισκόμαστε σε μόνιμη μάχη με τη φθορά. Όσο μεγαλώνουμε η φρεσκάδα, η νεότητα, η ομορφιά φθίνουν και δίνουν τη σκυτάλη τους σε ρυτίδες, λευκές τρίχες και ίσως μια γοητευτική σοφία. Είναι όμως στ’ αλήθεια φθίνουσα η πορεία μας;

Η ανατροφή των παιδιών για πολλές δεκαετίες είχε ως κύριο στοιχείο τη δαιμονοποίηση του λάθους. Τα παιδιά τιμωρούνταν για τα λάθη τους, άλλοτε με σκληρό, άλλοτε με πιο επιεική τρόπο. Έγιναν ενήλικες που πήραν δυο κατά βάση δρόμους: την περιθωριοποίηση και την τελειομανία. Οι πρώτοι, κουρασμένοι από την κριτική και το βάρος της, επέλεξαν τον δρόμο της αντίδρασης, σε μια προσπάθεια να βρουν λίγη ανεξαρτησία. Οι δεύτεροι –που αποτελούν πλειοψηφία– έγιναν τελειομανείς, από τον φόβο τους να κάνουν λάθος. Ελέγχουν τα πάντα, μην τυχόν και τους ξεφύγει κάτι και νιώθουν σε κάθε τους βήμα τη Δαμόκλειο Σπάθη έτοιμη να πέσει. Υπάρχει κι ένας τρίτος δρόμος. Η ματαιοδοξία. Όμως αυτός δεν αναγνωρίζει εξ ορισμού λάθη. Τι θεωρείται όμως ως λάθος;

Λάθος για τους ενήλικες αυτούς δεν είναι μόνο η πράξη που μπορεί να βλάψει. Η αμαρτία, δηλαδή. Ως λάθος περάστηκε και η αδυναμία τους να συμβαδίσουν με τις απαιτήσεις της κοινωνίας, είτε αυτές αφορούν τα επαγγελματικά τους, είτε τα οικογενειακά τους, είτε ακόμα και την εμφάνισή τους. Εξαιτίας αυτής της εσωτερικευμένης ανάγκης να γίνουν αποδεκτοί, αγωνίζονται να επιτύχουν σε όλους αυτούς τους τομείς. Να έχουν ένα αναγνωρισμένο επάγγελμα, μια –φαινομενικά έστω– υγιή οικογένεια και μια πάντα προσεγμένη εμφάνιση. Το τι συμβαίνει όταν οι πόρτες κλείνουν, δεν πρέπει ποτέ να φαίνεται.

Κι ερχόμαστε στο φαίνεσθαι. Όλα αυτά που αναφέρθηκαν ως φθορά (οι ρυτίδες, τα λευκά μαλλιά κλπ) μεταφράζονται στο απαιτητικό και αυτοτιμωρητικό μυαλό του τελειομανή ενήλικα ως λάθος. Δεν δικαιούται να γεράσει. Να φθαρεί. Πρέπει να διατηρήσει την εικόνα που ανταποκρίνεται σε όσα του έμαθαν. Μόνο που ανακαλύπτει, αργά ή γρήγορα, πως αυτό είναι ουτοπία. Η φύση τον πολεμά, ο χρόνος στρέφεται εναντίον του. Η φθορά βιώνεται τότε ως ένα λάθος που πρέπει να διορθωθεί. Αρνείται να ωριμάσει. Αρνείται να εξελιχθεί.

Ποιο είναι όμως το βαθύτερο αίτιο αυτής της άρνησης; Στην ηλικία που η ανατροφή αρχίζει να αναθεωρείται, τα δεδομένα παύουν και η ουσιαστική ανάγκη για ανεξαρτησία εγκαθίσταται, κάνει την εμφάνισή του κι ο μεγαλύτερος ανθρώπινος φόβος. Ο φόβος του θανάτου. Η φθορά οδηγεί το σώμα προς τον θάνατο. Είναι το όχημα μέσα από το οποίο ο άνθρωπος οδηγείται στο τέλος του. Η όποια ματαιοδοξία έχει καλλιεργηθεί, καταρρέει. Η φθορά δεν αντιμετωπίζεται πια μόνο ως λάθος, αλλά ως κίνδυνος κι ο άνθρωπος βρίσκεται ξανά σ’ ένα σταυροδρόμι. Ή θα αγκαλιάσει τη νέα κατάσταση και θ’ απολαύσει το ταξίδι μέχρι το τέλος ή θα εντείνει τον πόλεμο με τη φθορά, με κίνδυνο να χάσει κομμάτια του εαυτού του.

Η κοινωνία για άλλη μια φορά απαιτεί να μην αλλάξει. Ο συνδυασμός των δυο φόβων, κριτικής και θανάτου, φέρνει σταθερότητα. Η αλλαγή δεν είναι εξέλιξη, αλλά απειλή. Δεν υπάρχει μετουσίωση για την κοινωνία. Το σώμα μετρά περισσότερο από όσα αισθανόμαστε ή σκεφτόμαστε, το φαίνεσθαι είναι πιο σημαντικό από το είναι. Η τελειομανία και η ματαιοδοξία είναι η κόλλα που κρατά την κοινωνία ενωμένη κι ευχαριστημένη. Οι ολοκληρωμένοι ενήλικες, που νιώθουν καλά με τον εαυτό τους, θα μπορούσαν να την ανατρέψουν κι αυτό θα ήταν καταστροφή ˙να γεμίσει ο κόσμος ανθρώπους που αγαπούν τα λάθη τους και βελτιώνονται μέσα από αυτά. Τεράστια καταστροφή. Ή μήπως όχι;

Λάζαρος

Λάζαρε, δεύρω έξω
να δεις τους ζωντανούς.
Εκείνους που τυλιγμένοι στο θερμό σαρκίο τους
περιφέρονται και διατείνονται πως ζουν.
Εκείνους που βαλτωμένοι στο βούρκο της συνήθειας
έχουν ξεχάσει το φως της ημέρας και τη λάμψη της σελήνης.
Έχουν αισθήσεις, παλμό και κίνηση,
μα καμία συναίσθηση, κανένα καρδιοχτύπι
και κανένα κίνητρο δεν τους ωθεί.

Λάζαρε, δεύρω έξω
κι αποκρίσου.
Εσύ που είδες.
Εσύ που ξέρεις.
Τι πιότερο να επιθυμεί κανείς;
Μια αιώνια ζωή ντυμένη μες στο σάβανο
ή έναν ύπνο μακάριο στο γέρμα ενός βίου άξιου κι ευτυχή;

Δεύρω έξω
κι ομολόγησε από το σκοτεινό κατώφλι του θανάτου
ποια σωτηρία σ’ αποτράβηξε;
Ποια ζωή θα είναι ίδια μετά το πέρασμα
και πόση μοναξιά κρύβει μια ανάσταση
ανάμεσα στους ζωντανούς νεκρούς;

Λάζαρε, δεύρω έξω.
Ο θάνατος έφυγε.
Γύρε και κοιμήσου τ’ όνειρο της αναγέννησης.
Τούτο τ’ απόβραδο νικήσανε τ’ αστέρια.

Το φευγιό μιας άνοιξης

23 Φεβρουαρίου, 2023

«Ακούς, αγάπη μου; “Ανεξιχνίαστος παραμένει ο θάνατος των δύο ηλικιωμένων που βρέθηκαν νεκροί στο κρεβάτι τους την περασμένη Πέμπτη”. Μας έβγαλαν στις ειδήσεις! Τους έκανε εντύπωση, λέει, πως κρατιόμασταν από το χέρι. Πού να ξέρουν! Θυμάσαι τότε, αγάπη μου, που σου ζήτησα για πρώτη φορά να μου κρατάς το χέρι ό,τι κι αν γίνει; Νέοι ήμασταν κι επιπόλαιοι, με θέρμη στην καρδιά και σφριγηλό το σώμα. Το εννοούσα όμως. Ήξερα πως δε θα ήταν όλα ρόδινα. Το γνώριζες κι εσύ. “Πού πας με τη σιτεμένη;” σου έλεγαν, κι ας είχαμε μόνο τέσσερα χρόνια διαφορά. Είκοσι δύο εσύ και είκοσι έξι εγώ. Συγγενείς, γνωστοί και γείτονες. Οι αχθοφόροι των «πρέπει» και των «μη».

»Γεμάτη θύελλες ήταν η ζωή μας. Άνεμοι λυσσασμένοι πάσχιζαν από παντού να μας χωρίσουν. Δεν ευλογούνται οι μεγάλες αγάπες σ’ αυτή τη ζήση, αγάπη μου. Είναι καταδικασμένες σε συμφορές πελώριες σαν βράχια, για να προσκρούει πάνω ο φθόνος των ανθρώπων και να συντρίβεται απ’ την ηδονή που δεν θα νιώσουν ποτέ.

»Έρχονται οι θύμησες τόσο ζωντανές. Λες αυτό να είναι που λένε πως περνά όλη η ζωή μπροστά από τα μάτια σου όταν πεθαίνεις; Τα μάτια σου! Σαν να ‘ταν τώρα τα θυμάμαι που έλαμπαν από ευτυχία, όταν σου το είπα. Και που μούσκευαν με δάκρυα το μαξιλάρι σου τα βράδια, όταν το χάσαμε. Πόσο καλός πατέρας θα γινόσουν! Μείναμε μόνοι, να μεγαλώνουμε ο ένας με τον άλλον, σαν ένα κλωνάρι που βαστά δυο λουλούδια μαζί. Δεν έχω παράπονο. Ίσως να μην αξίζαμε μεγαλύτερη ευτυχία από την αγάπη μας…

»Ύστερα, ήρθε το σκοτάδι. Τόσο απρόσμενα. Τι κι αν σου πρότεινα να χρησιμοποιήσω ένα μπαστούνι. “Εγώ είμαι τα μάτια σου τώρα” μου αποκρίθηκες. Έγινες το φως κι ο οδηγός μου. Μου ‘σφιξες το χέρι πιο δυνατά και δεν το άφησες ποτέ πια.

»Ακούς τι λένε; “Το αποτέλεσμα της νεκροψίας αναμένεται να δώσει περαιτέρω φως στην υπόθεση”. Πώς περιμέναμε τούτη την ώρα, θυμάσαι; Στάσου λίγο στο φως να σε δω. Έχω τόσα χρόνια ν’ αντικρίσω το πρόσωπό σου… Κι όμως, δεν άλλαξες. Σαν να μην χάιδεψε ο χρόνος τα μαλλιά σου, ούτε κι οι στεναχώριες το δέρμα σου. Όλα είναι αέρινα πια, ακόμα και τα χέρια μας, το άγγιγμά μας που τα ενώνει. Ακούς τον αέρα; Το παράθυρο είναι ανοιχτό. Ακούς τα χελιδόνια που τιτιβίζουν στο δέντρο; Πάμε, αγάπη μου…»

Καρκίνος

4 Φεβρουαρίου, 2023

Ξέρεις τι είναι να σου τρώει ένα σαράκι τα σπλάχνα; Να πολλαπλασιάζεται, να μεγαλώνει κι αχόρταγο να μετακινείται μέσα σου σαν ανελέητος ληστής της ζωτικότητας σου. Ποιος του έδωσε δικαίωμα να χαραμίσει τη ζωή σου; 

ΓΙΑΤΙ; Αυτά τα 5 γράμματα αναβοσβήνουν στο μυαλό μου σαν φωτεινή επιγραφή νέον
σε σκοτεινό κι έρημο παλιοσόκακο. Τόσο έρημο που κάνεις δε με ακούει. Δεν παίρνω απάντηση από πουθενά. Είναι η στενοχώρια που κατάπια σαν φαρμάκι και μου δηλητηρίασε τα σωθικά; Είναι το άγχος που ορίζει τη ζωή μου και χάνομαι μέσα στον δαιδαλώδη λαβύρινθο του, τυφλή και φοβισμένη; Είναι ο θυμός που καταπίεσα για να μην αντισταθώ, να μην αντιδράσω, επειδή αυτό μου έμαθαν πως θα πει αγάπη; Είναι η σωματοποίηση του πένθους για την απώλεια όσων ονειρεύτηκα;

Μια φωνή με προτρέπει να μετρήσω ως το 3. "Κρυώνω", απαντώ. Με τυλίγουν με μια κουβέρτα που με προφυλάσσει από την παγωμένη ατμόσφαιρα του χειρουργείου. Κι όμως το ψύχος συνεχίζει. Κρυώνω μέσα μου. "Σε λίγο θα έχουμε τελειώσει" συνεχίζει η φωνή. Αφήνομαι σε έναν ύπνο που με ζεσταίνει με την ελπίδα πως όταν ξυπνήσω, όλα θα είναι ένα όνειρο. 

Έρχεται το βράδυ και βρίσκομαι μεταξύ της πραγματικότητας που με καλεί να ξυπνήσω και του κουρασμένου κορμιού μου που παλεύει ν' αναρρώσει. "Όλα πήγαν καλά! Το αφαιρέσαμε όλο!Καθάρισες!" η φωνή με καθησυχάζει. Μέσα στη ζάλη της νάρκωσης ένα μικρό φως ανάβει στην καρδιά μου. Νομίζω πως χαμογελώ. "Όλα πήγαν καλά!" επαναλαμβάνονται οι λέξεις σαν ηχώ στο μυαλό μου. Ο απρόσκλητος εισβολέας κείτεται πια νεκρός στα απόβλητα. Τον νίκησα! "Ήταν μεγαλύτερο από όσο υπολογίζαμε" συνεχίζει η φωνή. Φαντάζομαι μια μελανή σφαίρα να ρουφάει όλα τα αρνητικά συναισθήματά μου που ποτέ δεν εκφράστηκαν. Τα έκλεισε στο τοξικό περίβλημά της και από αυτά τρεφόταν. Και να που μια χειρουργική κάθαρση έγινε η εξομολόγηση που δεν τόλμησα πριν να είναι αργά. 

"Τι κουβαλούσες κορίτσι μου;" λέει συμπονετικά η φωνή. Πνιγώ μια θλιμμένη μετάνοια σ' ένα αχνό χαμόγελο. "Να 'ξερες γιατρέ πόσο πόνο είχε μέσα αυτό που μου έβγαλες..."Ένα δάκρυ ανακούφισης κυλά. Κι η ζωή - ευτυχώς - συνεχίζεται. 

Ένας αόρατος θάνατος

Η αιχμηρή λεπίδα κρέμεται διαρκώς
σε απόσταση αναπνοής από τη βάση του λαιμού σου.
Εσύ σκυφτή κι ανήμπορη ν' αντιδράσεις,
αγκιστρωμένη από τον εφιάλτη.
Ο φόβος δυνάστης σε παραδίδει
στον τρόμο του επερχόμενου.
Μια απειλή που γεννάται
σαν παραμορφωμένο έκτρωμα
και φιλοδοξεί να ενηλικιωθεί μέσα σου.
Θα υλοποιηθεί;
Θα παραμείνει στα λόγια;

Πόσα "αν" και "μήπως" σε κράτησαν ξύπνιο
και σε παρακολουθούσαν να δακρύζεις αθόρυβα;
Πόσα νόθα "πρέπει" υιοθέτησες
για να προστατευτείς;
Όσα σου ανήκαν στ' αλήθεια
κρύφτηκαν στο θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου
για να μη μαγαριστούν.

Μα ο καιρός πέρασε.
Τα λησμόνησες.
Η λεπίδα δεν έφυγε από πάνω σου
κι ας μην έπεσε ποτέ.
Η μήπως έπεσε;
Είσαι ζωντανή;
Ή παραδόθηκες στον αόρατο θάνατο
που σε σκότωνε ξανά και ξανά,
βασανιστικά κι αδυσώπητα;

Κοιτάς γύρω σου.
Κοιτάς μέσα σου.
Δε γνωρίζεις πια τι είναι δικό σου
και τι επίκτητο.
Τι πιο βίαιο από τη φυλακή της ψυχής;
Τα χρόνια που πέρασες σκυφτή
βάρυναν τους ώμους σου.
Δεν ορθώνουν ανάστημα,
όσο κι αν ο θυμός σιγοβράζει μέσα σου
σαν την ύστατη προσπάθεια του καταρρακωμένου σου εαυτού
ν' απελευθερωθεί από τα δεινά του.

Δεν υπάρχει πια λεπίδα.
Το φάντασμά της αιωρείται μονάχα
από πάνω σου.
Κι εσύ μεγάλωσες πια.
Ήρθε ο καιρός να πάψεις να πιστεύεις στα φαντάσματα.
Το ορατά αόρατο που καταπιεζόταν μέσα σου
ήρθε η ώρα να σου διδάξει
πώς τα αόρατα του ορατού
δεν μπορούν να σε αγγίξουν
παρά μόνο αν εσύ πια το θελήσεις.

Άνοιξε το θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου.
Ο θάνατος, είτε ορατός είτε αόρατος,
με μια ανάσταση νικάται.

Ο θάνατος των μοναχικών αναμνήσεων

Ένας σωρός από παλιοσίδερα
Κομμάτια ασυνάρτητα, ασύνδετα. 
Τόσο μόνα που καταντούν μοναχικά. 
Τίποτα από ό, τι ήταν δε θυμίζουν πια… 

Σκόρπιες αναμνήσεις 
σκορπισμένες σ'ένα έδαφος 
ξένο κι αφιλόξενο. 
Σε ποιον ανήκαν;
Ποιανού τη μνήμη στοίχειωσαν
σαν καταραμένα φαντάσματα, 
καταδικασμένα να κείτονται αιώνια
στο νεκροταφείο της λησμονιάς;
Τα τελευταία ίχνη τους
φεγγίζουν μέσα από ασήμαντα αντικείμενα
και ξεθωριασμένες φωτογραφίες. 
Εναγωνίως θα κραυγάζουν σιωπηλά
ώσπου κι αυτά να φθαρούν
από το ανελέητο χέρι του χρόνου. 
Ώσπου να μη μείνει τίποτε υλικό μήτε άυλο
που να αποδεικνύει την αλήθεια τους. 
Ταγμένες στη μοναξιά τους
θα αφήσουν αυτόν τον κόσμο στην άγνοιά του
να επαναλαμβάνει αδιάκοπα
τα ίδια και τα ίδια.
Η ανυπαρξία απλώνει τα χέρια
και τις καλοδέχεται.
Εκεί ανήκουν πια.
Τα χρόνια τις κατάπιαν
όπως η μάνα γη το σώμα
από το οποίο γεννήθηκαν. 
Κανένα μυαλό δεν τις αποζητά. 
Κανένα συναίσθημα δεν τις ερωτεύτηκε.
Τις αναμνήσεις μιας ζωής που δεν υπάρχει πια. 

Μέλι ζωής

7 Μαΐου, 2021

Ένα άσπρο νεκρολούλουδο φόρεσε πα’ στο πέτο
Για να τον δει ανθοστόλιστο ο Χάρος που αναμένει
τυφλός με το δρεπάνι του μπροστά σε νιό ή γέρο,
για να θερίσει τα κορμιά, ήρθε δεν ήρθε η ώρα.

«Για στάσου λίγο, Θάνατε, να αποχαιρετήσω.
Έχω γυναίκα και παιδιά, ανίψια και εγγόνια.
Φίλους που με αγάπησαν, εχθρούς που με μισήσαν.
Σε όλους κάτι τους χρωστώ, ευχαριστώ ή συγγνώμη.
Σαν νεκροεπιθυμία μου, άσε να αποδώσω
όλα τα χρεωστούμενα κι όταν θα αποσώσω,
θα 'ναι για σε πιο εύκολο πια να με κουβαλήσεις
σαν ελαφρύνει η ψυχή απ' της ζωής τα βάρη.

Τη θλίψη ετούτη δε βαστώ, την απωθεί η καρδιά μου
σαν αγκαλιάζει μέσα της χαρά μαζί και πόνο.
Δάκρυα από συγκίνηση πετούν απ' την ψυχή μου
Λυτρώνουν, λες, την ομορφιά από ανάσες λύπης.

Άσε με να στερνοπλυθώ από τα κρίματά μου
Κι ευθύς θα σου παραδοθώ δίχως κανένα φόβο.
Αρκεί κι εσύ να μου κρατάς σφιχτά το ένα μου χέρι
Σαν τη γλυκιά μανούλα μου σαν πήγαινα σχολείο.

Σχολειό είναι κι ο θάνατος. Θα το διαβώ, αλήθεια.
Μα τη ζωή που έζησα να αποχαιρετήσω πρώτα.
Θα είναι, λες, αγένεια αν έτσι την αφήσω.
Τόσα πολλά μου πρόσφερε σα να ‘μουνα παιδί της.
Πικρές, χαρές, ανάθεμα, υπερηφάνεια, ψέμα.
Θα ήμουν πια αχάριστος στη γενναιοδωρία.

Ξέρω πως χρόνο δεν κοιτάς. Πως είστε μαλωμένοι.
Γι’ αυτό και χρόνο δε ζητώ, μα άσε με ν' αντικρίσω
Όσα εδώ πέρα γεύτηκα σε τούτο εδώ το βιός μου.

Θαρρείς πολλά πως σου ζητώ...
Και θα ζητήσω ακόμα.
Όσο μ' αφήνεις να μιλώ, πάντα κάτι θα βρίσκω.
Γλυκιά η ζωή είναι θάνατε, πώς ν' αρνηθείς το μέλι;
Σαν στάζει από τα χείλη σου η τελευταία σταγόνα;».

Ο Χάρος έπιασε απαλά το ένα του το χέρι
και άλλαξε ξάφνου τη μορφή κι έγειρε πιο κοντά του.
Έγινε η μανούλα του, του γέρο-καημένου,
που από χρόνια πέθανε˙ την είχε στα κιτάπια.

Στερνό φιλί στο μέτωπο του έδωσε με πόνο
κι ευθύς εμπρός τού έδειξε την πόρτα να περάσει.
Ο γέρος με ευλάβεια της φίλησε το χέρι
και ένα δάκρυ κύλησε μαζί και η σταγόνα,
το μέλι από τα χείλη του και έπεσε στο χώμα.

Ο θάνατος της μοναξιάς

13 Σεπτεμβρίου, 2020

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια αγκαλιά. Κάθε που ξημέρωνε άνοιγε για να χωρέσει όλον τον κόσμο. Ήταν το καταφύγιο κάθε πονεμένου, κουρασμένου, ευτυχισμένου. Έπαιρναν δύναμη κι έφευγαν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Τα βράδια μόνο έκλεινε για ν' αγκαλιάσει τη μοναξιά. Εκείνη που όλη μέρα δεν τολμούσε να πάει κοντά της και να ζητήσει μερίδιο.

Η αγκαλιά γνώριζε την υπερηφάνεια τη μοναξιάς, γι' αυτό, κάθε που νύχτωνε, την πλησίαζε διακριτικά και την έκλεινε μέσα της, λίγο πριν κοιμηθεί. Εκείνη τη στιγμή που την είχε περισσότερη ανάγκη. Λίγο πριν τα βλέφαρα βαρύνουν. Τότε που οι σκέψεις ζωντάνευαν και σαν φαντάσματα στοίχειωναν την καρδιά.

Η αγκαλιά απάλυνε το βάσανο της μοναξιάς κι έπειτα την παρέδιδε στον Μορφέα. Έτσι της έσωζε τη ζωή κάθε βράδυ. Δείχνοντάς της πως ο θάνατος της αξίζει περισσότερο από τα βάσανα στα οποία η ίδια είχε υποβάλει τον εαυτό της.

Και κάθε βράδυ η μοναξιά πέθαινε στον ύπνο της γαλήνια.

Το φινάλε της συνείδησης

Αθάνατη η όψη της ανέλπιδης προσπάθειάς μου.
Σαν στοιχειό ματωμένο από αιώνες,
να κοιτά ο θάνατος τη δειλία μου,
μ' ένα μειδίαμα ψυχρό, ανατριχιαστικό.
Η απομάκρυνσή του απορροφήθηκε
από τον ήχο των βημάτων του στο δρόμο της επιστροφής.
Η απειλή που η ίδια έστρεψα στον εαυτό μου
σαν εκδίκηση, λες, για τη γέννηση μου,
σαν ένα ύστατο χαίρε της ζωής,
απεφάνθη πως είχα μια ασάλευτη δύναμη θαμμένη μέσα μου.
Πίσω από παραθυρόφυλλα σφαλισμένα,
καρτερούσε, φοβισμένη, για να κάνει αισθητή την παρουσία της.
Ποια η αξία της δύναμης αν δεν δοκιμαστεί στα Τάρταρα;
Έλλειψη κι απώλεια.
Δυο δαίμονες που σφυροκοπούν ανελέητα την ανθρώπινη ύπαρξη.
Η πηγή των πιο αδιόρατων σφαλμάτων.
Ανεπιθύμητοι επισκέπτες μπήκαν και ρίζωσαν, ρήμαξαν, μαράζωσαν.
Η απώλεια να παρασέρνει την έλλειψη
κι αυτή να κατοικεί μέσα της,
σαν παράσιτο που κατατρώγει τις ανθρώπινες καρδιακές σάρκες.
Ύστερα, έφεραν καλεσμένο
ν' απομυζήσει τα απομεινάρια όποιας πρώιμης ευτυχίας.
Ο άρχοντας πόνος, ο ευεργέτης της δύναμης.
Η αποσύνθεση προηγείται της δημιουργίας
σαν μια καταδικασμένη προϋπόθεση της εξέλιξης.
Μετά το πέρας της κρίσιμης στιγμής,
χρυσοκίτρινες καμπάνες σήμαναν
το εγερτήριο λίκνισμα των ανθισμένων κόπων.
Το άκουσμα τους, η άμυνα στην απειλή.
Τρεμάμενο το χέρι του εγκλήματος
παραδόθηκε σ' έναν χορό σαγηνευτικό,
γνωστό ως "το φινάλε της συνείδησης".
Με κόπο άφησε το μαχαίρι να χτυπήσει με κρότο στο πάτωμα.
Η ταραχή του θορύβου ανατάραξε το λιμνάζον αίμα της καρδιάς.
Ο ακροβάτης της ζωής και του θανάτου επέστρεψε στη βάση του.
Κοίταξε το θεόρατο ύψος που τον χώριζε από το χάος
κάτω από τα πόδια του κι αναρίγησε.
Σήκωσε το κεφάλι ψηλά,
αντίκρισε το θεόρατο ύψος της αδιανόητης δύναμής του και σώπασε.
Αναγνωρίσιμη ως ατολμία η αδυναμία να αφαιρέσει μια ζωή.
Ή τόλμη;
Αναξιοποίητο απόθεμα αγάπης, το πόρισμα της δίκης.
Η πληγή κι η σωτηρία σε μία απόφαση.

Ένα διαφορετικό Πάσχα

16 Απριλίου, 2020

Σωριάστηκα γονατιστή μπρος στην εικόνα Του. Προσπάθησα μάταια να βάλω μια τάξη στο μυαλό μου. Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά. Είχαμε ήδη οργανώσει το πώς θα περάσουμε το Πάσχα. Ο αδερφός μου θα ερχόταν από την Αγγλία για να τους κάνει έκπληξη. Μόνο εγώ το ήξερα. Μα την έκπληξη μας την έκανε εκείνη. Σάββατο του Λαζάρου και αντί για ανάσταση, γιορτάζουμε τον θάνατο, βαδίζοντας τον δικό μας Γολγοθά με τον σταυρό της απώλειάς της στην πλάτη. 
 
«Είχε αδύναμη καρδιά», είπαν οι γιατροί στο νοσοκομείο.
«Δεν έχετε ιδέα πόση δύναμη έκρυβε η καρδιά της μάνας μου!» σκέφτηκα ενοχλημένη, μα οι λυγμοί δε μ’ άφηναν να αρθρώσω λέξη. 
 
Αισθανόμουν τόσο μόνη. Ακόμα αντηχούσε στ’ αυτιά μου η τελευταία κουβέντα της, όταν μ’ άφησαν να τη δω. «Να προσέχεις». Τη στιγμή που η ζωή την εγκατέλειπε, η προσοχή της ήταν στραμμένη στο παιδί που είχε κοντά της.
 
Σε μια προσπάθεια να διώξω αυτήν την εικόνα από το ταραγμένο μυαλό μου, θυμήθηκα μια κουβέντα που κάναμε πριν μερικά χρόνια.
«Μ’ αγαπάς;» τη ρώτησα με βουρκωμένα μάτια, έπειτα από τον χωρισμό μου με τον επί 4 χρόνια σύντροφό μου.
«Σ’ αγαπάω με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου!» μου απάντησε και τα μάτια της έλαμπαν από στοργή.
«Πώς το ξέρεις;» τη ρώτησα σε μια προσπάθεια να εξηγήσω την αγάπη στην πληγωμένη καρδιά μου.
«Όπως σε βλέπω και με βλέπεις!» είπε κοιτώντας με κατάματα και χαϊδεύοντας τρυφερά το πρόσωπό μου. 
Αυτό το χάδι της! Σαν να έκλεινε μέσα του όλα τα «σ ’αγαπώ» που μου χρωστούσε! 
 
Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να κρατήσω όσο περισσότερο μπορούσα αυτήν την αίσθηση. Έπειτα τα άνοιξα και κοίταξα την εικόνα Του. Ένωσα τα χέρια μου κι ανασηκώθηκα σε στάση προσευχής. Έμεινα για λίγα λεπτά με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια μου. Αυτά τα χέρια που πριν λίγο είχαν κλείσει τα μάτια της. Άρχισα να τρέμω, μα δεν άφησα τα χέρια μου να χωρίσουν. Πείσμωσα. Της χρωστούσα μια προσευχή. Ήταν το μόνο αντίο που ήξερα πως μπορούσα να προσφέρω ως βοήθεια στο τελευταίο της ταξίδι. Ήταν ο δικός της χωρισμός κι έπρεπε να σταθώ δίπλα της, με το δικό μου χάδι να λέει «σ’ αγαπώ».
 
Αναρωτήθηκα αν ήμουν άξια να το κάνω. Αν είχα τη δύναμη να Του ζητήσω να την πάρει κοντά Του και να τη συγχωρέσει. Να γίνει η Ανάστασή Του ανάπαυση για εκείνη και παρηγοριά για εμάς. Να γίνει το φετινό Πάσχα πραγματικό πέρασμα από τον θάνατο στη ζωή. Για όλους μας.
 
Έκλεισα τα μάτια και συγκεντρώθηκα στα χέρια μου, που σε σχήμα βέλους έδειχναν την κατεύθυνση της προσευχής μου. Δεν ήξερα πώς ν’ αρχίσω.
 
«Πώς η πίστη χωρά σε δυο χέρια ενωμένα;» Τον ρώτησα σαν να περίμενα επιβεβαίωση πως θα δεχθεί την προσευχή μου. 
«Πώς η αγάπη χωρά σ’ ένα χάδι;» ένιωσα την απάντηση μέσα μου.
Αναρίγησα. Ξαφνικά όλα είχαν νόημα. 
 
Σήκωσα τα μάτια ψηλά.
«Όπως Σε βλέπω και με βλέπεις!» είπα σιωπηλά με δάκρυα στα μάτια και ξεκίνησα να προσεύχομαι.
 

1 2