Ιστορίες

Τα βιβλία γράφουν στον Άγιο Βασίλη

21 Δεκεμβρίου, 2025


Από το ταβάνι του βιβλιοπωλείου, κρέμονται όλα δεμένα στη σειρά, σαν μια μεγάλη γιορτινή γιρλάντα. Τα στόλισαν επειδή μιλούν για τα Χριστούγεννα και ταιριάζουν στις γιορτινές αυτές μέρες. Κάθε τέτοια εποχή, οι άνθρωποι τα θυμούνται και τα βγάζουν από τα ράφια για να πάρουν, λες, λίγο αέρα. Ο δικός τους βιβλιοπώλης επέλεξε έξι από τα πιο γνωστά˙ ο «Καρυοθραύστης», η «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», «Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα», «Ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων», «Το Πολικό Εξπρές» και «Η Βασίλισσα του Χιονιού» κρατιούνται σελίδα σελίδα και βλέπουν όλο τo μαγαζί από ψηλά. Είναι λίγο άβολα έτσι όπως κρέμονται στον αέρα, αλλά η θέα τους ανταμείβει. Δε χάνουν κανέναν βιβλιόφιλο από αυτούς που μπαίνουν να αγοράσουν τα δώρα των Χριστουγέννων. Το μεγάλο χριστουγεννιάτικο έλατο με τις μπάλες και τα γλειφιτζούρια είναι ακριβώς απέναντί τους, δίπλα στο τραπέζι με τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα.

«Αχ, και τι δε θα έδινα να δοκίμαζα ένα μελομακάρονο!» ψιθύρισε το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.

«Εγώ λαχταρώ έναν κουραμπιέ! Κοίτα! Μοιάζει με μικρή χιονόμπαλα!» είπε η Βασίλισσα του Χιονιού.

«Απαπαπα σιχαίνομαι το χιόνι!» διαμαρτυρήθηκε το Κοριτσάκι.

«Μωρέ, ας με ξεκρέμαγαν από δω πάνω και δε θα τους έμενε ψίχουλο» είπε ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων και προσπάθησε να τρίψει πονηρά τις σελίδες του.

«Αν μπορούσα να ταξιδέψω μέχρι κει κάτω, θα έφερνα για όλους!» είπε καλοσυνάτα το Πολικό Εξπρές.

«Να κηρύξουμε πόλεμο και να πάρουμε όλα τα βιβλία με το μέρος μας! Κοίτα πόσα έχει κοντά στο τραπέζι! Αυτά σίγουρα φτάνουν να πιάσουν τα γλυκά!» πρότεινε ο Καρυοθραύστης.

Η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» παρέμενε σιωπηλή.

«Έι, δε μιλάς;» τη σκούντησε ο Καρυοθραύστης που κρεμόταν δίπλα της.

«Αν ένα πράγμα με έχουν διδάξει οι σελίδες μου, είναι πως όταν τα θέλεις όλα δικά σου, δεν κερδίζεις τίποτα. Το μοίρασμα, αγαπητοί μου, είναι η μεγαλύτερη ευτυχία!»

«Τι θες να πεις;» απόρησε το Κοριτσάκι.

«Ποιος είναι αυτός που μοιράζει δώρα τα Χριστούγεννα;»

«Εννοείς τον Άγιο Βασίλη;» απάντησε η Βασίλισσα του Χιονιού.

«Ακριβώς! Μόνο ένα πνεύμα μπορεί να πραγματοποιήσει την τόσο παράδοξη ευχή μας!»

«Και τι θα του πούμε δηλαδή; “Κυρ Βασίλη μου, μου πιάνεις σε παρακαλώ τους κουραμπιέδες γιατί δε φτάνω;” Πφφ…» έκανε κοροϊδευτικά ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων.

«Μην είσαι ανόητος, Γκριντς!» τον μάλωσε ο Καρυοθραύστης.

«Μπορούμε να του γράψουμε γράμμα και να ζητήσουμε να μας κάνει ανθρώπους για μια νύχτα! Όπως συνέβη σε σένα, Καρυοθραύστη!» πρότεινε ενθουσιασμένο το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.

«Και θα το παραδώσω εγώ!» προσφέρθηκε το Πολικό Εξπρές.

«Και δε μου λέτε, εσείς, πανέξυπνοι; Πώς θα το γράψουμε κρεμασμένοι εδώ πάνω;» συνέχισε να τους προκαλεί ο Γκριντς.

«Θα το γράψουμε πάνω σε χιόνι!» είπε αποφασιστικά η Βασίλισσα του Xιονιού.

«Είσαι απλά ένα βιβλίο, θυμάσαι;» την κορόιδεψε ο Γκρίντς.

«Τη νύχτα των Χριστουγέννων όλα μπορούν να συμβούν!» επιβεβαίωσε η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Τα βιβλία σταμάτησαν να μιλούν και περίμεναν το βράδυ των Χριστουγέννων. Το βιβλιοπωλείο ήταν κλειστό από το πρωί. Άνθρωποι περνούσαν, κοιτούσαν τη βιτρίνα και θαύμαζαν τα έξι βιβλία που φαίνονταν μεγαλοπρεπή μέσα στον υπόλοιπο στολισμό. Μόλις βράδιασε, έβαλαν μπρος το σχέδιό τους.

«Ό,τι είναι να κάνετε πρέπει να γίνει γρήγορα! Σε λίγο θ’ ανάψουν τα φώτα!» τους προειδοποίησε ο Κατεργάρης.

Η Βασίλισσα του Χιονιού συγκεντρώθηκε στην ιστορία της και προσπάθησε να δημιουργήσει μια κόλλα χαρτί από χιόνι. Προσπάθησε ξανά και ξανά μα τίποτα. Ούτε μια μικρή χιονονιφάδα δε σχηματίστηκε.

«Πρέπει να πιστέψεις!» της υπενθύμισε η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Η Βασίλισσα έβαλε τα δυνατά της. Ξαφνικά, μια, δυο, τρεις, άπειρες χιονονιφάδες πετάχτηκαν μέσα από τις σελίδες της και σχημάτισαν ένα γράμμα.

«Είστε έτοιμοι;» τους φώναξε.

Όλοι κοίταξαν το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα. Εκείνο κούνησε το κεφάλι καταφατικά κι άρχισε να εύχεται δυνατά.

«Αγαπητέ Άγιε Βασίλη…»

Οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα της και σαν να ήταν φτιαγμένες από μελάνι, έβαφαν τις χιονονιφάδες και γράφονταν πάνω στο γράμμα.

Όταν τελείωσε, το Πολικό Εξπρές ανέλαβε δράση. Με την ατμομηχανή του στο φουλ, φύσηξε για να στείλει το γράμμα στο δέντρο. Μα εκείνο… έλιωσε με μιας! Απογοητεύτηκαν.

«Έχω μια ιδέα!» φώναξε ο Καρυοθραύστης.

«Γρήγορα! Ανάβουν τα φώτα!» προειδοποίησε ξανά ο Γκριντς.

Επανέλαβαν ακριβώς το ίδιο, μόνο που αυτή τη φορά, η Βασίλισσα του Xιονιού πάγωνε ελαφρά τον αέρα που φυσούσε το Πολικό Εξπρές. Το γράμμα ταξίδεψε στον αέρα και πήγε και στάθηκε μπροστά από το αστέρι στην κορυφή του δέντρου.

«Τα καταφέραμε!!!!» φώναξε το Κοριτσάκι.

«Συνέχισε να βγάζεις παγωνιά» συμβούλεψε ο Καρυοθραύστης στη Βασίλισσα. «Δε θέλουμε να λιώσει πριν το δει ο Άγιος Βασίλης!»

Σε λίγη ώρα, το βιβλιοπωλείο έμοιαζε με ψυγείο.

«Ελπίζω να έρθει γρήγορα, δεν αντέχω άλλο κρύο!» παραπονέθηκε το Κοριτσάκι.

Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, ένιωσαν να πέφτουν από το ταβάνι. Ο Γκριντς πετάχτηκε όρθιος. Ήταν πράσινος και αποκρουστικός. Άρχισε να χοροπηδάει από δω κι από κει από τη χαρά του! Η Βασίλισσα προσγειώθηκε ομαλά σαν πάνω σε σύννεφο. Ο Καρυοθραύστης έπιασε τον Σκρουτζ λίγο πριν γκρεμοτσακιστεί στο πάτωμα κι έκανε μια μικρή υπόκλιση σαν αληθινός πρίγκιπας. Τότε ακούστηκε μια δυνατή κόρνα. Το πολικό εξπρές, μαζί με τον οδηγό του, τριγύριζε γύρω τους μοιράζοντας τα πολυπόθητα γλυκά. Οι ήρωες έφαγαν, χόρεψαν, διασκέδασαν κι ευχαρίστησαν τον Άγιο Βασίλη, πριν χαθούν ξανά στις σελίδες των βιβλίων τους.

Δυο μέρες μετά, ο βιβλιοπώλης μπήκε ανυποψίαστος στο βιβλιοπωλείο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα βιβλία βρίσκονταν όλα στη θέση τους. Μονάχα μια μικρή, τόση δα χιονονιφάδα είχε απομείνει στην κορυφή του δέντρου, για να αποδεικνύει πως οι ευχές της καρδιάς πραγματοποιούνται με τον πιο ανέλπιστο τρόπο!

Μια ευχή στο Αστέρι

19 Δεκεμβρίου, 2025


Η Αριάδνη ήταν μόλις επτά ετών όταν έχασε τη μητέρα της. Πέθανε λίγο πριν τα Χριστούγεννα από ανακοπή. Συγγενείς, δάσκαλοι και γείτονες, για να παρηγορήσουν την παγωνιά που απλώθηκε στην καρδούλα της, της είπαν πως η αγαπημένη της μαμά δε χάθηκε, πως έγινε άγγελος στον ουρανό κι από εκεί ψηλά, μαζί με το Αστέρι των Χριστουγέννων, θα την προσέχει για πάντα.

Εκείνα τα Χριστούγεννα, η Αριάδνη έγραψε γράμμα στον Άγιο Βασίλη, κάνοντας μόνο μια ευχή˙ να της δώσει πίσω τη μαμά της. Τα Χριστούγεννα πέρασαν, η μαμά όμως δε γύρισε. Η Αριάδνη θύμωσε με τον Άγιο Βασίλη. Έπαψε να πιστεύει κι ορκίστηκε πως δε θα ξαναγιορτάσει ποτέ τα Χριστούγεννα, όσο κι αν την παρακαλούσαν.

Πέρασε μια δύσκολη χρονιά. Έμενε πια με τη θεία Όλγα, την αδερφή της μητέρας της, και τα δυο της ξαδέρφια, με τα οποία –ευτυχώς– τα πήγαινε καλά. Της έλειπε όμως η μαμά της. Στο σχολείο, απομακρύνθηκε από τις φίλες της κι ήταν συνεχώς αφηρημένη στο μάθημα. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο και τα ματάκια της έψαχναν τον ουρανό, μήπως σαν από θαύμα έβλεπε τη μαμά της να κατεβαίνει ξανά από εκεί που την είχε πάρει ο Άγιος Βασίλης. Πώς μπορούσε ο αγαπημένος της Άγιος να της το έχει κάνει αυτό; Μήπως έφταιγε εκείνη; Μήπως την τιμώρησε επειδή δεν ήταν καλό παιδί; Οι ενοχές φούντωναν και γίνονταν κεριά που έκαιγαν την ψυχούλα της που πονούσε.

Τα επόμενα Χριστούγεννα έφτασαν. Τα παιδιά έγραφαν πυρετωδώς γράμματα στον Άγιο Βασίλη και ζητούσαν ένα σωρό παιχνίδια. Τα έριχναν σε ταχυδρομικά κουτιά για να πάνε στη Λαπωνία, τα έβαζαν κάτω από το δέντρο για να τα διαβάσει –τηλεπαθητικά λες– ο Άγιος και γενικότερα, έγραφαν κι έγραφαν για να σιγουρέψουν ότι θα εισακουστούν όλες οι επιθυμίες τους. Μέχρι κι η δασκάλα, την τελευταία μέρα του σχολείου, τους κέρασε νόστιμα χριστουγεννιάτικα ζαχαρωτά και τους έβαλε εργασία με θέμα «Το δώρο του Άι Βασίλη». Η Αριάδνη όμως αρνήθηκε να την κάνει. Η δασκάλα δεν επέμεινε. Της πρότεινε μόνο να γράψει ό,τι εκείνη επιθυμούσε, για το καλό των ημερών. Στο τέλος του μαθήματος, μέσα στην άδεια πια αίθουσα, η δασκάλα, με δάκρια στα μάτια και χέρια να τρέμουν, διάβασε την κόλλα της Αριάδνης.

Αγαπημένο μου Αστέρι,

Όλοι λένε πως είσαι με τη μαμά μου, αλλά δε σε έχω δει ποτέ στον ουρανό. Σε παρακαλώ! Δε θέλω τίποτα άλλο. Μόνο να σε δω μια φορά! Έτσι θα ξέρω πως η μαμά μου ακόμα με βλέπει και με προσέχει. Κι εγώ θα είμαι καλό παιδί. Το καλύτερο παιδί θα γίνω. Σου το υπόσχομαι. Δε θα ξαναπώ ποτέ ψέματα ότι δεν έφαγα εγώ τις καραμέλες από το κουτί στο σαλόνι, ούτε θα ξαναρνηθώ να πλύνω τα δόντια μου και να κάνω μπάνιο. Και θα βοηθάω τη θεία με τις δουλειές. Θα μαζεύω το δωμάτιο μου και δε θα κάνω αταξίες. Καμία αταξία. Να! Φιλάω σταυρό! Αλήθεια αγαπημένο μου αστέρι!

Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!

Θέλω μόνο να δω τη μαμά μου!!!

Με αγάπη,

Αριάδνη

Το βράδυ της παραμονής, η Αριάδνη το πέρασε στο δωμάτιό της, κοιτώντας τον ουρανό. Τίποτα δε φαινόταν. Τα ματάκια της έγερναν από τη νύστα, όμως ήταν αποφασισμένη να μείνει ξύπνια για να μη χάσει το αστέρι της. Ήταν τόσο σημαντικό να το δει!

Ξαφνικά, βρέθηκε στο σαλόνι. Το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν στολισμένο με μεγαλοπρέπεια. Στην κορυφή του, βρισκόταν ένα αστέρι. Ή μήπως ήταν άγγελος; Θυμόταν καλά ότι η θεία Όλγα είχε βάλει αστέρι στην κορυφή. Ναι, το θυμόταν. Έτριψε τα ματάκια της για να δει καλύτερα. Το αστέρι άρχισε να λάμπει όλο και πιο πολύ και μέσα στη λάμψη του φαινόταν καθαρά ένας άγγελος. Γούρλωσε τα ματάκια της με έκπληξη. Ναι! Ήταν σίγουρη! Ο άγγελός της ήταν εκεί και την κοιτούσε. Και…και…ήταν ίδιος η μαμά της! Ναι! Ήταν η μαμά της και τη χαιρετούσε! Ήταν τόσο όμορφη!

Η Αριάδνη κοιτούσε αποσβολωμένη. Ο άγγελος της χαμογέλασε και της έστειλε ένα φιλί. Το είδε να στριφογυρίζει στον αέρα αφήνοντας πίσω του μια ουρά από φως και χρυσόσκονη. Έφτασε ως εκείνη, την άγγιξε στο μάγουλο κι ύστερα άρχισε να γυρίζει γύρω της και να τη τυλίγει με μια φωτεινή κουβέρτα. Ένιωθε τόσο όμορφα! Έκλεισε τα ματάκια της και για λίγο –μόνο για λίγο– αισθάνθηκε σαν να βρισκόταν ξανά στην αγκαλιά της μαμάς της. Τι ωραία που ήταν!

Όταν τα άνοιξε, βρισκόταν ξανά στο κρεβάτι της. Ο άγγελος είχε χαθεί. Όχι! Δεν μπορεί να το ονειρεύτηκε! Ήταν τόσο αληθινό! Μα… τι της είχε πει ο άγγελος;

«Κάθε Χριστούγεννα να κοιτάς το αστέρι στο δέντρο. Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω! Κάθε Χριστούγεννα, θα είμαι εκεί να κάνω τις ευχές σου πραγματικότητα!»

Η ροζ εσάρπα

7 Δεκεμβρίου, 2025

Μασούσε με μανία την τσιχλόφουσκα μέσα στην τάξη, μήπως καταφέρει να συγκεντρώσει τη σκέψη της στο μάθημα, μα συνεχώς της ξεγλιστρούσε. Έτρεχε στα απογεύματα, τότε που ήταν ακόμα κοριτσάκι δημοτικού και καθόταν πάνω στο παχύ περσικό χαλί μπροστά στα πόδια της γιαγιάς της. Εκείνη είχε πιάσει την αγαπημένη της θέση στην παλιά βελούδινη μπερζέρα κι έπλεκε ιστορίες με το μυαλό της και κασκόλ με τις βελόνες της. Άλλες φορές, της διάβαζε βιβλία και ταξίδευαν μαζί σε κόσμους φανταστικούς με δράκους και πριγκίπισσες. Μα οι στιγμές που είχαν χαραχτεί πιο βαθιά στη μνήμη της ήταν εκείνες του πόνου. Όποτε ήταν θλιμμένη, καθόταν με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα της γιαγιάς. Εκείνη τής χάιδευε τα μαλλιά και της τραγουδούσε κι η Κωνσταντίνα έκλαιγε σιωπηλά για να μην διακόψει το τραγούδι της. Οι νότες ρουφούσαν τους λυγμούς και τους έσβηναν με τη μελωδία τους, αγαλλιάζοντας την καρδούλα της μικρής.

Η γιαγιά Αναστασία την είχε μεγαλώσει. Εκείνη τη διάβαζε, την έπλενε, την έντυνε και τη φιλοξενούσε σπίτι της τρεις φορές την εβδομάδα. Οι γονείς της ήταν πολυάσχολοι. Για εκείνους πάνω απ’ όλα ήταν η δουλειά. Ώρες ώρες, η Κωνσταντίνα απορούσε γιατί έκαναν παιδί. Ίσως για να εκπληρώσουν τον σκοπό τους στην κοινωνία ή να μην τους χαρακτηρίσουν ως άτεκνους. Από υποχρέωση την έκαναν, αυτό ήταν σίγουρο. Στα μάτια της γιαγιάς της γνώρισε τι θα πει αγάπη. Σ’ αυτό το παλιό σπίτι που μύριζε μπισκότα και κοκκινιστό μοσχαράκι με κανέλλα. Εκεί ένιωθε σπίτι της. Η γιαγιά Αναστασία ήταν η μάνα κι ο πατέρας της. Δεν είχε κανέναν άλλον η Κωνσταντίνα.

Σαν να την τραβούσε από τα πόδια να κατέβει από τον κόσμο των αναμνήσεων, η φωνή του καθηγητή την προσγείωσε απότομα.

«Καλογήρου, βγάλε την τσίχλα τώρα, είπα!»

Σηκώθηκε, έφτυσε την τσίχλα κι επέστρεψε στη θέση της. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι πάνω από τον πίνακα. Πέντε λεπτά ακόμα. Ένιωθε τύψεις που δεν πρόσεχε στο μάθημα. Ήταν στην τρίτη λυκείου. Έπρεπε να διαβάζει ασταμάτητα για να περάσει στη σχολή που ήθελε, μα τον τελευταίο μήνα τα είχε φορτώσει στον κόκορα, όπως της έλεγαν χαρακτηριστικά οι γονείς της. Πώς θα έμπαινε ιατρική; Η αλήθεια ήταν πως δεν το επέλεξαν μόνο οι γονείς της για εκείνη. Από μικρή είχε ταλέντο στο να φροντίζει τραύματα και στην αυλή της γιαγιάς δεν είχε αφήσει βατράχι, σαλιγκάρι και έντομο που να μην του είχε κάνει ανατομία. Ήθελε να γίνει γιατρός και να ειδικευτεί στην παιδιατρική. Σε αντίθεση με τους γονείς της, λάτρευε τα παιδιά. Όλη αυτή η αδιάθετη στοργή μέσα της, χρειαζόταν κάπου να διοχετευθεί.

Το κουδούνι χτύπησε. Πήρε την τσάντα της κι έφυγε από το σχολείο τρέχοντας να προλάβει το λεωφορείο. Σήμερα θα πήγαινε πάλι από το σπίτι της γιαγιάς. Περίμενε πώς και πώς τη στιγμή που θα βρισκόταν στην ασφαλή της φωλιά. Άνοιξε την πόρτα με ανυπομονησία. Άφησε την τσάντα της στο πάτωμα και κρέμασε το μπουφάν της προσεκτικά στον καλόγερο.

«Γιαγιά ήρθα!» φώναξε, μα η φωνή της έσβησε πριν τελειώσει τη φράση της. Εκείνο το πολυπόθητο «καλώς το κορίτσι μου!» δε θ’ ακουγόταν ποτέ πια. Ακόμα δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Δεν ήθελε να το συνειδητοποιήσει. Μπήκε στο σαλόνι και πήγε στην παλιά μπερζέρα. Χάιδεψε απαλά τη ράχη με τ’ ακροδάχτυλά της, σαν να μην ήθελε να ενοχλήσει τη θλίψη της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Μια μυρωδιά πούδρας και μαλακτικού γαργάλησε την ψυχή της. Η ροζ εσάρπα της! Την έπιασε και την αγκάλιασε σφιχτά. «Γιαγιά μου» ψέλλισε και μέσα στην αόρατη αγκαλιά της, έκλαψε σιωπηλά.

Με την ίδια εσάρπα στους ώμους, εξήντα χρόνια αργότερα, η γιαγιά Κωνσταντίνα διηγείται στα εγγόνια της ιστορίες για την προγιαγιά Αναστασία. Για την αγάπη της στα ζώα, την αμέριστη φροντίδα που τους έδειχνε, το ματαιωμένο της όνειρο να γίνει κτηνίατρος. Από εκείνη είχε πάρει το ταλέντο και την αγάπη για την ιατρική. Χάρη σ’ εκείνη έγινε γιατρός. Γύρισε κι έδειξε τον γεμάτο παιδικές ζωγραφιές τοίχο δίπλα της.

«Χάρη σ’ εκείνη, τόσα παιδιά βρήκαν ξανά το χαμόγελό τους… Όπως κι εγώ» τους εξομολογήθηκε και χάιδεψε νοσταλγικά τη ροζ εσάρπα.

Αχόρταγη μοναξιά

30 Νοεμβρίου, 2025

Δεν την περίμενε αυτήν την πρόταση. Τον έβλεπε που ερχόταν συχνά στο μαγαζί, είχε πιάσει τη ματιά του να την καρφώνει όποτε τον εξυπηρετούσε και τα φωτεινά χαμόγελα που της χάριζε. Όμως δεν μπορεί να ήθελε κάτι παραπάνω από εκείνη. Ήταν απλά ευγενικός. Η μειωμένη της αυτοπεποίθηση σώπαινε βίαια το γυναικείο της ένστικτο. Δεν ήταν αρκετά όμορφη, δεν ήταν αρκετά αδύνατη. Παρότι η καρδιά της λαχταρούσε να τον δει να μπαίνει και να της ζητά το καθιερωμένο πρωινό του εσπρεσσάκι, οτιδήποτε παραπάνω από αυτήν την συναλλαγή θεωρούσε ότι ήταν αποκύημα της φαντασίας της. Ήταν άλλωστε συνηθισμένη στη ματαίωση. Ένα πρωί, όμως, διαψεύστηκε.

«Θα μπορούσα να σε ρωτήσω τι ώρα σχολάς;»

Η Δήμητρα ένιωσε το δέρμα της να φλέγεται. Σιωπή.

«Δε θέλω να φανώ πιεστικός ή περίεργος. Έλεγα μόνο μήπως ήθελες να βγεις καμιά μέρα από την άλλη μεριά της μπάρας και να πιούμε μαζί έναν καφέ».

«Στις 6. Σχολάω στις 6» κατάφερε να αρθρώσει.

«Τέλεια! Θα είμαι εδώ. Δε σε πειράζει να πάμε κάπου αλλού, έτσι;»

Του έκανε ένα αρνητικό νεύμα και χαμογέλασε. Τα λακκάκια στα μάγουλά της βάθυναν.

Όπως το υποσχέθηκε, ο Θάνος ήταν συνεπής στο ραντεβού τους. Βγήκαν, μίλησαν με τις ώρες και απόλαυσαν ο ένας την παρέα του άλλου. Άρχισαν ν’ ανταλλάσσουν μηνύματα καθημερινά και να διηγούνται δειλά δειλά την προσωπική τους ιστορία. Προστατευμένοι πίσω από τις οθόνες, έριχναν τις άμυνές τους και γίνονταν φλύαροι στον γραπτό λόγο. Έμαθε ότι ήταν τριάντα χρόνων, ελεύθερος, δούλευε ως υπάλληλος σε μια ασφαλιστική εταιρεία και αγαπούσε τα άλογα και το καλό φαγητό. Είχε καλή σχέση με τους γονείς του που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη και με τον αδερφό του που σπούδαζε ακόμα στην Πάτρα. Μοιράζονταν το ίδιο γούστο στις ταινίες και τις ίδιες απόψεις για τη ζωή. Σιχαινόταν τις διακρίσεις, δήλωνε υπέρμαχος της διαφορετικότητας και του δικαιώματος ο καθένας να ορίζει το σώμα του καταπώς θέλει. Την έκανε να νιώθει όμορφα και κυρίως ασφαλής να είναι ο εαυτός της.

Πέρασε ένας μήνας. Ερχόταν κάθε μέρα στο μαγαζί, αλλά δεν της είχε ζητήσει να ξαναβγούν. Εκείνη το απέδωσε στις προετοιμασίες για το συνέδριο ασφαλιστών που –όπως της είχε πει– η εταιρεία θα τους υποχρέωνε να παρευρεθούν στο τέλος του μήνα. Αν και μέσα της, ο φόβος της απόρριψης θέριευε. Λίγο μόνο καθησυχάστηκε, όταν της ζήτησε προκαταβολικά συγγνώμη που δε θα ήταν διαθέσιμος εκείνο το Σαββατοκύριακο. Την Παρασκευή πριν το συνέδριο και με δικαιολογία ότι θ’ αργούσαν να ξαναμιλήσουν, μάζεψε όλο της το θάρρος και του πρότεινε να πάει το βράδυ από το σπίτι της να του κάνει το τραπέζι. Θα μαγείρευε τη σπεσιαλιτέ της˙ αρνάκι με μυρωδικά και πατάτες στο φούρνο. Ο Θάνος δέχτηκε με ενθουσιασμό.

Η Δήμητρα έφυγε τρέχοντας από τη δουλειά να πάει να ψωνίσει και να τα ετοιμάσει όλα. Συγύρισε στα γρήγορα το σπίτι κι έπειτα μπήκε στην κουζίνα. Ακολούθησε τη γνωστή της μαγειρική ιεροτελεστία και σε δυο ώρες το αρνάκι ήταν έτοιμο. Δοκίμασε ελάχιστα για να σιγουρευτεί πως ήταν όπως ακριβώς το ήθελε κι έκανε ατμόσφαιρα στο σαλόνι. Φόρεσε ένα φόρεμα που ήξερε πως κολάκευε κι έκρυβε επιμελώς τις πληθωρικές καμπύλες της και κάθισε να τον περιμένει.

Η ώρα εννιά. Ούτε τηλέφωνο, ούτε μήνυμα. Εννιά και τέταρτο. Τίποτα. Εννιά και μισή. Είχε αρχίσει να αγχώνεται. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι, βούτηξε τη σακούλα με τα μπισκότα κι έκατσε στον καναπέ. Σκεφτόταν κι έτρωγε. Έτρωγε και σκεφτόταν. Ψίχουλα έπεφταν στο φόρεμά της, αλλά δεν την ένοιαζε. Ο Θάνος είχε μετανιώσει. Και γιατί να μη μετάνιωνε άλλωστε; Δεν της άξιζε ένας τόσο γοητευτικός σύντροφος. Ήταν άσχημη, παχιά κι ανασφαλής. Δέκα παρά τέταρτο. Καμιά της σχέση δεν είχε κρατήσει. Κανείς δεν την άντεχε. Όλοι την παρατούσαν με την πρώτη ευκαιρία κι έμενε μόνη. Το μόνο που της έμενε ήταν το φαγητό. Μ’ αυτό ένιωθε ασφάλεια. Χόρταινε τη μοναξιά της. Γέμιζε το στομάχι της για να καλύπτει την άδεια της καρδιά. Δέκα η ώρα. Η σακούλα με τα μπισκότα άδειασε. Την ώρα που την πετούσε στο τραπεζάκι του σαλονιού, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνος.

«Χίλια συγγνώμη, Δήμητρά μου! Μας κράτησαν υπερωρία σήμερα λόγω του συνεδρίου και δε σηκώσαμε κεφάλι. Είμαι στον δρόμο! Σε πέντε λεπτά είμαι εκεί! Αν ακόμα φυσικά θέλεις να έρθω…»

Παύση.

«Ναι, φυσικά. Καταλαβαίνω. Σε περιμένω. Μην αργήσεις. Θα κρυώσει».

Σαν να την τσίμπησε σφήκα, πετάχτηκε πάνω κι άρχισε να μαζεύει τον χαμό από τρίμματα πάνω στον καναπέ. Έτρεξε στον καθρέφτη να διορθώσει το κραγιόν της, έστρωσε τα μαλλιά της κι άκουσε το κουδούνι να χτυπά διακριτικά. Άφησε τα λακκάκια στα μάγουλά της να φανούν με ένα πλατύ χαμόγελο και του άνοιξε. Ίσως τελικά να είχε έρθει επιτέλους η στιγμή να χορτάσει από ευτυχία.

Δυο λίμνες με ίδια βότσαλα

23 Νοεμβρίου, 2025

Από μικρός ήταν διαφορετικός. Όταν τα άλλα παιδάκια έπαιζαν ομαδικά παιχνίδια, ο Αχιλλέας προτιμούσε να βάζει τα αυτοκινητάκια του στη σειρά, πάντα με τον ίδιο τρόπο. Από το πιο μεγάλο στο πιο μικρό. Τα στοίχιζε με τις ώρες, ώστε να έχουν ίσες αποστάσεις κι ύστερα καθόταν και τα κοιτούσε. Αν κάποιο παιδί ερχόταν και του τα χαλούσε, θύμωνε και γινόταν επιθετικός. Η μητέρα του τον μάλωνε.

 «Εντάξει δε σου έκανε και τίποτα! Ένα αυτοκινητάκι πήρε να παίξει κι αυτό! Τόσα έχεις πια! Μην τα θέλεις όλα δικά σου! Μοναχοφάη!»

Δεν καταλάβαινε πως το σπάσιμο της ακολουθίας που είχε φτιάξει στο μυαλό του ο Αχιλλέας σήμαινε αυτόματα εσωτερική ανισορροπία. Μια μικρή καταστροφή, ένα χάος μέσα στο οποίο δεν μπορούσε να λειτουργήσει.

Μεγαλώνοντας, την ανάγκη του για ασφάλεια μέσα από τη συμμετρία και την οργάνωση τη μετέτρεψε σε χόμπι. Συνέλλεγε σελιδοδείκτες. Οι λίγοι φίλοι που είχε αποκτήσει σέβονταν τη «μανία» του, αλλά πού και πού τον πείραζαν.

«Φίλε αν αποφασίσεις να τους πουλήσεις, παίζει να γεμίσεις με σελιδοδείκτες όλα τα βιβλία του κόσμου!!»

Είχε σελιδοδείκτες σε διάφορα σχήματα και χρώματα, φτιαγμένους από διαφορετικά υλικά. Χαρτί, ξύλο, μέταλλο, πολυμερικό πηλό. Τους χώριζε με σχολαστικότητα σε ντοσιέ ανάλογα την ποιότητα και το θέμα που απεικόνιζαν. Για τον Αχιλλέα, οι συλλογές του ήταν ο τρόπος να αντέχει τον κόσμο γύρω του. Μια μικρή πνοή μέσα στο άγχος και την ανασφάλεια που του προκαλούσαν οι κοινωνικές επαφές και οι ανθρώπινες συμπεριφορές.

Μέσα από την ψυχοθεραπεία που πήρε την πρωτοβουλία να ξεκινήσει μετά την ενηλικίωσή του, διαπίστωσε πως το «πρόβλημα» που οι άλλοι έβλεπαν σ’ αυτόν είχε όνομα και λεγόταν «αυτισμός υψηλής λειτουργικότητας». Ο εγκέφαλος του λειτουργούσε διαφορετικά και δεν έφταιγε που ήταν αντικοινωνικός. Δεν ήταν επιλογή του, όπως τον κατηγορούσαν κατά καιρούς. Ήταν πάντα πολύ πιο έξυπνος στα μαθήματα από τους συνομήλικους του, αλλά οι κοινωνικές δεξιότητές του κυμαίνονταν στο ναδίρ.

Με τη βοήθεια της ψυχοθεραπεύτριάς του, εξάσκησε την ανθεκτικότητά του στις εισβολές των εξωτερικών ερεθισμάτων που το μυαλό του προσλάμβανε ως απειλή. Φανταζόταν κάθε εισβολή σαν ένα βότσαλο που έπεφτε στη λίμνη του ψυχισμού του. Σταδιακά, άρχισε να οπτικοποιεί το βότσαλο και εφαρμόζοντας τεχνικές χαλάρωσης, κατάφερνε να το αφαιρεί εγκαίρως από το ταραγμένο μυαλό του.

Ο Αχιλλέας ήταν παράδειγμα θεραπευόμενου. Είχε τόση θέληση να προσαρμοστεί, που στις ομαδικές συνεδρίες αναρωτιούνταν αν όντως έχει αυτισμό. Η καλοσυνάτη συμπεριφορά του, ο ευγενικός τόνος στη φωνή του και η συμπόνοια στο βλέμμα του ήταν στοιχεία που είχαν μπερδέψει ακόμα και κάποιους από τους θεραπευτές που συμμετείχαν στην ομάδα.

Εκεί γνώρισε την Αμαλία, μια συνθεραπευόμενη. Ήξερε πως δεν του ήταν εύκολο να συνάψει ερωτική σχέση. Η εμπειρία του αυτό είχε δείξει. Ήταν αρκετά «παράξενος» στην καθημερινή του ζωή με όλες αυτές τις ρουτίνες που χρειαζόταν για να νιώσει καλά και τη δυσκολία του να λεκτικοποιεί τα συναισθήματά του. Η Αμαλία όμως του έδειξε αδυναμία από την αρχή. Χαμογελούσε όποτε εκείνος έπαιρνε τον λόγο, του έλεγε πάντα καλησπέρα και καληνύχτα και επεδίωκε να κάθεται πάντα απέναντί του για να τον βλέπει. Ήταν όμορφη κοπέλα. Ίσως λίγο πιο όμορφη από τις κοπέλες που φανταζόταν ο Αχιλλέας ότι θα τον επέλεγαν για σύντροφο. Κι αυτό φούντωνε περισσότερο τη φυσική συστολή του.

Μια μέρα, η θεραπεύτρια τους χώρισε σε ομάδες των δυο για να συζητήσουν μεταξύ τους ένα θέμα, με σκοπό την βελτίωση των διαλεκτικών τους ικανοτήτων. Πριν καλά καλά το καταλάβει, ο Αχιλλέας βρέθηκε να είναι ζευγάρι με την Αμαλία και το θέμα που έπρεπε να αναλύσουν ήταν ο έρωτας. Δειλά στην αρχή, ξεκίνησαν να λένε πράγματα που είχαν διαβάσει σε βιβλία, προκειμένου να μην εμπλακούν συναισθηματικά. Ο Αχιλλέας, ως συνήθως, είχε στα χέρια του τον αγαπημένο του μεταλλικό σελιδοδείκτη και τον μετέφερε από το ένα χέρι στο άλλο με τις ίδιες ακριβώς κινήσεις κάθε φορά. Αφού εξάντλησαν τα θεωρητικά, σώπασαν. Το βλέμμα της Αμαλίας έπεσε στον σελιδοδείκτη. Προς έκπληξη του Αχιλλέα, δεν του ζήτησε να τον πάρει˙ του ήταν δύσκολο να τον αποχωρίζεται. Ένιωθε σαν να του έκλεβαν κομμάτι του εαυτού του. Η Αμαλία περιορίστηκε στο να του πει ότι ήταν πολύ όμορφος. Την ευχαρίστησε και τη ρώτησε με τη σειρά του αν είχε κι εκείνη κάποιο αγαπημένο αντικείμενο. Χωρίς να το αντιληφθούν, άρχισαν να μιλούν ο καθένας για τον έρωτα που είχαν για συγκεκριμένα αντικείμενα και να αναλύουν το πώς αυτά τους έκαναν να αισθάνονται ασφαλείς.

Όταν η ψυχοθεραπεύτρια σήμανε τη λήξη των συνομιλιών, το ζευγάρι ένιωθε πως είχε κι άλλα να πει. Τότε ο Αχιλλέας, με την έξαψη του μοιράσματος ακόμα στην καρδιά του, της ζήτησε να βγουν για έναν καφέ μετά τη συνεδρία. Η Αμαλία δέχτηκε με χαρά.

Η σχέση τους κράτησε χρόνια. Καταλάβαιναν ο ένας τις ιδιαιτερότητες του άλλου και είχαν βρει έναν δικό τους κώδικα για να επικοινωνούν τι τους ενοχλούσε ή τους θύμωνε. Με κινητήριο δύναμη την αγάπη τους, έφτιαξαν μια υγιή οικογένεια. Μέσα από τις όμορφες στιγμές και τις προκλήσεις, μέσα από ανέκφραστα συναισθήματα και ανέλπιστες εξομολογήσεις, ο Αχιλλέας και η Αμαλία έμαθαν να βρίσκουν την ισορροπία και την ασφάλεια. Έγιναν ο ένας για τον άλλον μια ήρεμη λίμνη. Ακόμα κι αν καμιά φορά έπεφταν βότσαλα, εκείνο που φρόντιζαν ήταν, ποτέ μα ποτέ, να μην τ’ αφήνουν να φτάνουν στο βυθό τους.

Αγάπη “Παναγιωταρά”

15 Νοεμβρίου, 2025

Σηκώθηκε, όπως πάντα, πρώτη απ’ όλους. Ετοίμασε το πρωινό, έβαλε το κολατσιό των παιδιών στις τσάντες τους κι έπλυνε τα χθεσινοβραδινά πιάτα στον νεροχύτη. Η ώρα 7.00. Ξύπνησε τα παιδιά με γλυκόλογα για ν’ αποφύγει την πρωινή γκρίνια και τα έστειλε να πλύνουν το πρόσωπό τους και να πάνε τουαλέτα. Με το που απλώθηκε η μυρωδιά του καφέ στο σπίτι, σηκώθηκε κι ο Αντώνης. Έφαγαν πρωινό, ενώ εκείνη τους γυρόφερνε για να τακτοποιεί παράλληλα την κουζίνα.

«Αγάπη, σήμερα παίζει ν’ αργήσω λίγο. Το αφεντικό μάς θέλει λέει για meeting το μεσημέρι και δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει. Τον ξέρεις τώρα τον Θεοχάρη!» είπε ο Αντώνης μασουλώντας ακόμη το τοστ του. Η Αγάπη κατένευσε.

«Εγώ μπορώ να πάω στου Γιάννη μετά να διαβάσουμε; Θα έρθει να τον πάρει η μαμά του» ρώτησε ο μεγάλος.

«Σίγουρα θα διαβάσετε;» ρώτησε η Αγάπη με το φρύδι σηκωμένο κι ένα πειρακτικό χαμόγελο στα χείλη.

«Ναι, ρε μαμά! Έλα, σε παρακαλώ!!»

«Εντάξει, θα πάρω τη μαμά του να τη ρωτήσω».

Η ώρα 7.30. Πήρε το σακουλάκι με τα αμύγδαλα από τον πάγκο και το έχωσε βιαστικά στην τσάντα του Αντώνη. Παραλίγο θα ξέχναγε το αγαπημένο του σνακ. Μα η Αγάπη δεν δικαιούταν να ξεχάσει. Τους αποχαιρέτησε όλους στην πόρτα, αφού σιγουρεύτηκε ότι φορούσαν τα σωστά μπουφάν, τα σωστά παπούτσια κι είχαν τις τσάντες τους μαζί.

«Γεια, μαμά!» φώναξαν τα παιδιά.

«Γεια σου, αγάπη μου!» είπε κι ο Αντώνης και τη φίλησε στα πεταχτά.

Είχε μάθει να ξεχωρίζει πότε το «αγάπη» του Αντώνη αναφερόταν στο όνομά της και πότε στα αισθήματά του για εκείνη. Όταν έβαζε την κτητική αντωνυμία δίπλα, ο τόνος της φωνής του άλλαζε και γινόταν πιο τρυφερός. Της άρεσε να διακρίνει αυτές τις λεπτομέρειες. Θα έλεγε κανείς ότι οι λεπτομέρειες ήταν η «δουλειά» της. Κάθε τι μέσα στο σπίτι περνούσε από τα χέρια της. Τόσα μικροπράγματα που κρατούσαν το σπίτι καθαρό και τακτοποιημένο και τον άντρα και τα παιδιά της φροντισμένους στην τρίχα και χαρούμενους. Εκείνην όμως;

Από τότε που τα παιδιά άρχισαν να πηγαίνουν μόνα τους στο σχολείο, η στιγμή που έκλεινε την πόρτα κι έμενε μόνη, ήταν από τις πιο πολύτιμες της ημέρας. Επιτέλους, ησυχία. Πήρε την κούπα με τον καφέ της και βγήκε στο μπαλκόνι. Τον άφησε στο τραπέζι και πριν καθίσει ν’ απολαύσει την πρώτη γουλιά, θυμήθηκε ότι πρέπει να ποτίσει τον βασιλικό. Έκοψε και δυο-τρία ξερά φύλλα από την τριανταφυλλιά και μετά βολεύτηκε στην καρέκλα. Έφερε την κούπα στα χείλη κι ήπιε με λαιμαργία. Η απογοητευμένη γκριμάτσα υπονόησε αυτόματα ότι ο καφές είχε ήδη κρυώσει. Πήρε απρόθυμα το μπουκαλάκι με τις σαπουνόφουσκες από δίπλα κι άρχισε να ξεφυσάει μέσα από την κυκλική του άκρη, γεμίζοντας τον αέρα με ιριδίζουσες σφαίρες. Ήταν ένα κόλπο που είχε δει στο Tiktok και υποτίθεται ότι βοηθούσε όσους είχαν κόψει πρόσφατα το κάπνισμα, σε στιγμές που αποζητούσαν διακαώς ένα τσιγάρο.

Η Αγάπη είχε κόψει το κάπνισμα εδώ κι έξι μήνες. Το είχε ξανασταματήσει στις δυο εγκυμοσύνες της και στον πρώτο χρόνο του κάθε παιδιού. Μόλις όμως μεγάλωσαν λίγο, υπέκυψε και πάλι στην αδυναμία της. Αυτό θεωρούσε πως ήταν το κάπνισμα. Μια αδυναμία, που όμως τη βοηθούσε να ηρεμεί. Το γεγονός ότι ο Αντώνης δεν ήταν καπνιστής την έκανε να νιώθει ακόμα περισσότερες ενοχές. Δεν κάπνιζε ποτέ μπροστά στα παιδιά. Πάντα όταν έλειπαν ή αργά το βράδυ όταν κοιμούνταν, έβγαινε στο μπαλκόνι να ξεχαρμανιάσει. Είχε υποσχεθεί στον Αντώνη ότι θα το κόψει. Μα την τελευταία φορά, το υποσχέθηκε περισσότερο στον εαυτό της. Ήθελε να φανεί δυνατή, χωρίς να είναι κάποιος άλλος η αιτία. Θα το έκοβε επειδή το επιθυμούσε εκείνη. Και το έκανε. Δεν το είχε πια τόσο ανάγκη. Οι φούσκες ήταν απλώς ένα διασκεδαστικό υποκατάστατο για τις δύσκολες ώρες.

Μετά από μερικές γουλιές ακόμη, σήκωσε τα μανίκια και ξαναμπήκε στο σπίτι. Μάζεψε το τραπέζι, έπλυνε τον νεροχύτη, έστρωσε τα κρεβάτια, έβαλε πλυντήριο, μάζεψε τα απλωμένα από το μπαλκόνι, τακτοποίησε λίγο τα δωμάτια των παιδιών, άλλαξε σακούλες σκουπιδιών σε μπάνιο και κουζίνα, έβαλε χαρτί υγείας στις θήκες δίπλα στην τουαλέτα και καινούριο χαρτί κουζίνας στον πάγκο και πριν πιάσει το σίδερο, ξεσκόνισε λίγο το σαλόνι.

Στην κρεβατοκάμαρα, ένα βουνό με ρούχα την περίμενε. Ξεδιάλυνε πρώτα ποια είναι ποιανού κι ύστερα έβγαλε τη σιδερώστρα. Όσο σιδέρωνε, το μυαλό της έτρεχε. Ονειρευόταν βόλτες, εκδρομές, παραλίες, μα το μόνο που είχε ήταν μια θάλασσα δουλειές. Ακόμα και τα Σαββατοκύριακα που έβγαιναν οικογενειακώς, εκείνη έπρεπε να τα προετοιμάσει όλα κι όταν γύριζαν, να τα μαζέψει. Κι ύστερα της έλεγε ο Αντώνης ότι δεν χαλαρώνει κι είναι συνέχεια στην τσίτα. Πώς να αφεθεί; Πώς να ονειρευτεί; Ώρες ώρες αναρωτιόταν ακόμα κι αν μπορούσε πια να το κάνει. Πού ήταν το κορίτσι που θα ταξίδευε σ’ όλον τον κόσμο μ’ ένα σακίδιο στην πλάτη; Ένιωθε ποια μια άλλη Αγάπη. Είχε χάσει πολλά κομμάτια του εαυτού της στην πορεία και κάποια τα είχε εγκαταλείψει εντελώς. Μα δε βγαίνει έτσι η ζωή.

Τα όνειρά της είχαν γίνει τελικά λεπτομέρειες. Και μεταφορικά και κυριολεκτικά. Τόσα πολλά και μικρά θέματα απασχολούσαν το μυαλό της, που τον τελευταίο καιρό, μέχρι να πιάσει το ένα ξεχνούσε το άλλο. Στην αρχή, ανησύχησε μήπως έχει θέμα με την μνήμη της. Ο παντογνώστης του διαδικτύου τής άνοιξε τα μάτια. Πολλές σύγχρονες μητέρες υποφέρουν από “διανοητική υπερφόρτωση”. Στην αρχή, ένιωσε μια ανακούφιση που δεν ήταν η μόνη. Μα η πραγματική ανακούφιση θα ερχόταν από τη μείωση του φόρτου.

Τελείωσε το σίδερο. Το συνονθύλευμα αρνητικών και θετικών σκέψεων έσκασε σαν κύμα και της έφερε πονοκέφαλο. Πήρε ένα παυσίπονο και πήγε ξανά στο υπνοδωμάτιο. Έβγαλε τα ρούχα της για να πάει για μπάνιο και κοίταξε τον γυμνό εαυτό της στον καθρέφτη. Ψηλάφισε το πρόσωπό της. Τράβηξε με τα δάχτυλα τις ρυτίδες της να ισιώσουν. Τσίμπησε το λίπος που είχε συσσωρευτεί στην κοιλιά της. Τη ρούφηξε προς τα μέσα και την άφησε πάλι ελεύθερη. Πρέπει να φύγει αυτό, σκέφτηκε απογοητευμένη. Μα μια άλλη σκέψη μπήκε εμβόλιμη. Πρώτα, πρέπει να φύγει αυτό. Οι λεπτομέρειες...

Υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι το βράδυ, όταν όλοι θα έχουν κοιμηθεί, θα βάλει ένα ποτηράκι κρασί να ξεκουραστεί και να οργανωθεί. Θα μιλούσε και με τον Αντώνη για τις αποφάσεις της. Πρώτα απ’ όλα, από Δευτέρα θα ξεκινούσε γυμναστήριο. Και μετά ίσως ξανάπιανε και το θέατρο με την παλιά της θεατρική ομάδα. Έπρεπε επιτέλους να κάνει κάτι και για εκείνη. Μήπως και κάπου εκεί, ανάμεσα στις λεπτομέρειες, θυμηθεί την ουσία της και ξαναβρεί την Αγάπη. Εκείνο το ταξιδιάρικο κορίτσι, που τόσο της είχε λείψει.

Έκτορας

8 Νοεμβρίου, 2025

Με τον Έκτορα ήταν μαζί από όταν ήταν παιδί. Την διάλεξε μέσα σε μια μάντρα που είχαν πάει με τους γονείς της για να υιοθετήσουν ένα σκυλί. Η Χαρά ήταν πέντε ετών. Μόλις άκουσε το γάβγισμά του να την καλεί, έτρεξε κατά πάνω του. Ο πατέρας της προσπάθησε να τη σταματήσει, μα ο εκπαιδευτής τού έκανε νόημα να μην ανησυχεί. Αν και θεόρατος γερμανικός ποιμενικός, ο Έκτορας ήταν φιλικός με τα παιδιά. Το μικρό κορίτσι στάθηκε μπροστά από τον σκύλο και τον χάζευε. Εκείνος της κλαψούρισε σαν κουτάβι, παρακαλώντας την να τον χαϊδέψει. Σαν να κατάλαβε τι της ζητούσε, τον αγκάλιασε σφιχτά από τον λαιμό, που έφτανε σχεδόν στο ύψος της και του ψιθύρισε «Εσένα θέλω! Εσένα αγαπώ!» Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.

«Αυτόν θα πάρεις» δήλωσε ο εκπαιδευτής στον πατέρα του κοριτσιού. «Σας διάλεξε κι αυτό σημαίνει ότι θα τα πάτε άψογα!»

Αφού πήραν το βιβλιάριο υγείας του κι υπέγραψαν τα σχετικά χαρτιά, έβαλαν τον Έκτορα στο πίσω κάθισμα μαζί με τη Χαρά. Εκείνος ξάπλωσε μπρούμυτα κι ακούμπησε το κεφαλάκι του στα πόδια της, απολαμβάνοντας τα χάδια της σ’ όλη τη διαδρομή. Στο σπίτι, εγκλιματίστηκε αμέσως. Δεν έκανε ζημιές, ήταν υπάκουος -καθότι εκπαιδευμένος- και η δουλειά του ήταν να προστατεύει την οικογένεια από κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Η Χαρά, όμως, ήταν η μεγάλη του αδυναμία. Κανείς δεν τολμούσε να την πειράξει, όσο ο Έκτορας βρισκόταν δίπλα της. Την άφηνε να τον καβαλάει και να την πηγαίνει βόλτα, να τον κάνει καναπέ για τις κούκλες της, να του πετάει το μπαλάκι κι εκείνος να της το πηγαίνει πίσω. Οι δυο τους έγιναν αχώριστοι.

Τα χρόνια πέρασαν κι η Χαρά μεγάλωσε. Από το νηπιαγωγείο πήγε στο δημοτικό, στο γυμνάσιο, στο λύκειο. Μα ο Έκτορας, πάντα στο πλάι της, άγρυπνος φρουρός. Αυτός την ξυπνούσε το πρωί στο πρώτο χτύπημα του ξυπνητηριού, αυτός την καλωσόριζε μόλις γυρνούσε από το σχολείο, αυτός της έκανε παρέα όταν διάβαζε, αυτός ξαγρυπνούσε τα βράδια δίπλα από το κρεβάτι της μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Είχαν μάθει τόσο καλά ο ένας τις συνήθειες του άλλου, που αρκούσε ένα νεύμα για να συνεννοηθούν.

Όταν η Χαρά ήταν πια στην τρίτη λυκείου, ο Έκτορας κατάπεσε. Τα πίσω πόδια του δεν τον κρατούσαν πια. Σταδιακά παρέλυσαν και δεν μπορούσε πια να σταθεί. Με τη μητέρα της τον φρόντιζαν εναλλάξ. Του έβαζαν πάνες για να κάνει την ανάγκη του, τον έπλεναν και τον χτένιζαν, δίνοντάς του απλόχερα τη στοργή που χρειάζεται κάθε ηλικιωμένο πλάσμα. Ο Έκτορας δεχόταν τη φροντίδα τους, μα η μελαγχολία στα μάτια του δεν έλεγε να φύγει. Του στοίχιζε που δεν μπορούσε πια να τρέξει. Εκείνος που πηδούσε εμπόδια ύψους δυο μέτρων και κάλπαζε γοργά σαν άλογο. Η Χαρά χανόταν στα μελιά του μάτια που την κοιτούσαν με παράπονο και προσπαθούσε να τον παρηγορήσει. Όταν ήρθε η ώρα να δώσει πανελλήνιες, ο Έκτορας έτρωγε πια με το ζόρι. Η Χαρά προσπαθούσε να ισορροπήσει τον χρόνο της ανάμεσα στις εξετάσεις και τη φροντίδα του. Έφευγε το πρωί για να δώσει μάθημα και το μεσημέρι, στον δρόμο για τον γυρισμό, προσευχόταν να τον βρει ζωντανό.

Την ημέρα που τελείωσαν οι εξετάσεις, τέλειωσαν κι οι δυνάμεις του Έκτορα, σαν να είχε ολοκληρώσει την αποστολή του. Η ανάσα του έγινε βαριά κι η καρδιά του χτυπούσε αργά. Η Χαρά καθόταν πάνω στην κουβερτούλα του και τον είχε αγκαλιά. Του μιλούσε ασταμάτητα και του θύμιζε όλες τις όμορφες στιγμές που είχαν περάσει. Τις εκδρομές τους στο εξοχικό, τον τσακωμό του με τον κόκκορα του κοτετσιού που παραλίγο να του βγάλει το μάτι, τη φορά που γύρισαν σπίτι φέρνοντας καλεσμένους για τη γιορτή της κι εκείνος είχε φάει όλα τα γλυκά από το τραπεζάκι του σαλονιού μαζί με τα χρυσόχαρτα! Γελούσε η Χαρά και τα μάτια της τρέχαν ποτάμια από νοσταλγία και θλίψη μαζί. Έτρεχαν και τα μάτια του Έκτορα• κι ας λένε πως τα ζώα δεν κλαίνε. Του τα σκούπιζε η Χαρά μ’ ένα χαρτί και του εξομολογούταν.

«Αχ, ποτέ δεν θα βρω ξανά κάτι σαν εσένα, καλό μου. Το ξέρω. Μη λυπάσαι όμως, τα δάκρυα είναι γι’ αυτούς που δεν θα ιδωθούν ξανά. Και εμείς... εμείς θα βρεθούμε, θα το δεις».

Σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο Έκτορας, της έγλειψε στα πεταχτά το χέρι, έκλεισε τα μάτια του κι εκεί, στην αγκαλιά του αγαπημένου του κοριτσιού, η καρδιά του σταμάτησε για πάντα.

«Αντίο, καλό μου… Θα βρεθούμε… Θα το δεις».

Ψεύτικοι άνθρωποι

1 Νοεμβρίου, 2025

«Δε φταίει κανένας άλλος. Εγώ φταίω που σε νοιάζομαι!»

«Μα δε σου έριξα ευθύνη, Γιώργο. Απλώς εξέφρασα το πώς νιώθω».

«Και πώς νιώθεις δηλαδή;»

«Να σ’το ξαναπώ. Νιώθω καταπιεσμένη. Σαν να μην έχω χώρο ν’ ανασάνω».

«Και σε καταπιέζω εγώ με τη ζήλια μου!»

«Μα δεν είπα αυτό!»

«Το υπονόησες! Γι’ αυτό σου λέω. Εγώ φταίω που σε φροντίζω και θέλω να είμαστε μαζί. Αλλά βέβαια, πάντα έτσι γίνεται. Μόλις ανοιχτείς λίγο έρχεται ο άλλος και σου λέει “με πνίγεις” κι άμα αδιαφορήσεις αρχίζουν τα “δε μ’αγαπάς”. Αποφάσισε λοιπόν τι θέλεις, να ξέρω κι εγώ τι θα κάνω. Γιατί αν κάποιος σε αυτήν τη σχέση δεν αγαπά, αυτός δεν είμαι εγώ».

«Δεν μπορεί να πιστεύεις ότι δε σ’ αγαπώ!»

«Δεν ξέρω πια τι να πιστέψω, Κορίνα! Το ένα σου βρομάει, το άλλο σου ξινίζει…»

«Μα δεν…»

«Τι άλλο να κάνω για να είσαι ευχαριστημένη;»

Η Κορίνα δε μίλησε. Οι τύψεις τη βάραιναν σαν χειμωνιάτικο παλτό που κάποιος έριξε απότομα στην πλάτη της. Μα αυτό το πνίξιμο την έτρωγε δυο χρόνια τώρα. Η ψυχή της δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Δεν άντεχε άλλο.

Το επόμενο πρωί, ο Γιώργος έφυγε για το μαγαζί μουτρωμένος. Ο Λευτέρης δεν είχε έρθει ακόμα. Όταν φάνηκε, ο Γιώργος βρήκε ευκαιρία να ξεσπάσει τα νεύρα του.

«Τι ώρα είναι αυτή;»

«Συγγνώμη, αφεντικό. Μόνο 5 λεπτά άργησα. Δεν έβρισκα να παρκάρω».

«Τι λες, ρε Λευτέρη! Πού ακούστηκε να έρχεται το αφεντικό πριν από τους υπαλλήλους!»

«Μα…»

«Δεν έχει μα… Αυτό που σου λέω!»

«Εντάξει, αφεντικό, δε θα ξαναγίνει.»

«Αυτό έλειπε να ξαναγίνει! Εμ σας χρυσοπληρώνω εδώ μέσα, εμ να έρχεστε κι όποτε θέλετε! Δεν πάει έτσι Λευτεράκη! Δεν πάει καθόλου έτσι! Αλλά είπαμε, εγώ φταίω που σας έχω σαν παιδιά μου εδώ μέσα και δε μου κάνει καρδιά να σας δώσω τα παπούτσια στο χέρι με το πρώτο στραβοπάτημα! Αλλά το εκτιμάτε; Δεν το εκτιμάτε!» Πέταξε με δύναμη τον κατάλογο που κρατούσε και σηκώθηκε κι έφυγε ανακουφισμένος. Στην πόρτα, συνάντησε την Κορίνα, η οποία είχε ακούσει άθελά της όλο το σκηνικό και για άλλη μια φορά βεβαιώθηκε για την απόφασή της.

«Τι έγινε, αγάπη μου; Πώς κι από εδώ; Δεν πήγες στη δουλειά;» μίλησε σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

«Ζήτησα άδεια για σήμερα» εξήγησε η Κορίνα.

«Τι έπαθες; Μήπως δεν αισθάνεσαι καλά; Έλα να καθίσεις!»

«Καλά είμαι, Γιώργο. Απλώς θέλω να μιλήσουμε».

«Φυσικά! Ό,τι θέλει το κορίτσι μου!»

«Δεν ξέρω πώς θα σου ακουστεί αυτό που έχω να σου πω…αλλά…θέλω να χωρίσουμε».

Ο Γιώργος γούρλωσε τα μάτια.

«Τι έκανε λέει;» φώναξε.

«Γιώργο πιο σιγά! Θα μας ακούσει όλο το μαγαζί!» ψιθύρισε η Κορίνα.

«Να μας ακούσει και να μάθει πόσο αχάριστη είσαι! Ύστερα από όλα όσα έχω κάνει για σένα, όλη την αγάπη που σου έχω δώσει, έρχεσαι μέσα στο ίδιο μου το μαγαζί και μου ζητάς να χωρίσουμε; Λέγε! Ποιος είναι;»

«Ποιος είναι ποιος;»

«Αυτός που σε ξεμυάλισε!»

«Τι λες, Γιώργο; Δεν υπάρχει κανείς!» παραπονέθηκε η κοπέλα.

«Και γιατί τότε, ρε ματάκια μου, θες να μ’αφήσεις; Δεν περνάμε ωραία μαζί; Και τις βολτούλες μας πάμε και το σπιτάκι μας έχουμε! Τι άλλο θέλεις; Τι σου λείπει;» ρώτησε μαλακώνοντας τη φωνή του.

«Εγώ μου λείπω, Γιώργο! Έχω χάσει τον εαυτό μου!»

«Ε να τον βρούμε μαζί!»

«Δε γίνεται…δεν μπορώ…»

«Γιατί;»

«Δε θέλω».

Ο Γιώργος, σκεπτικός, χτύπησε απαλά πέντε-έξι φορές τα δάχτυλά του στο τραπέζι και κατέβασε το βλέμμα στο χέρι του.

«Καλά, Κορινάκι, καλά. Να φύγεις. Αφού είμαι εμπόδιο στην ευτυχία σου, να φύγεις. Εγώ θέλω να είσαι καλά κι ας είσαι μακριά μου. Σ’ αγαπάω, Κορινάκι. Δεν πειράζει, όμως… Φύγε κι άσε με στη μοναξιά μου… Αλλά να ξέρεις, εγώ δε θα το αφήσω έτσι. Θα σε ξανακερδίσω!»

Η Κορίνα τον είδε να σηκώνεται τρίβοντας τα μάτια του, για να σκουπίσει τα δάκρυα που δήθεν κυλούσαν. Της γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε στο εσωτερικό του μαγαζιού.

Μια ικανοποίηση έλαμψε στα μάτια της. Τα είχε καταφέρει. Τέσσερις μήνες τώρα πάλευε να το πάρει απόφαση. Όσα είχαν συζητήσει με την ψυχολόγο -που είχε αρχίσει να επισκέπτεται εν αγνοία του Γιώργου- οδηγούσαν στο ότι, για να μπορέσει να θεραπεύσει την πληγωμένη της αυτοπεποίθηση, έπρεπε ν’ απομακρυνθεί από την τοξικότητα του συντρόφου της. Η τελευταία κουβέντα της ψυχολόγου ήταν για την Κορίνα η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι˙ «Οι ψεύτικοι άνθρωποι είναι σαν σπασμένοι καθρέφτες που κρύβουν την ψυχή τους στις αντανακλάσεις τους». Αυτό ήταν εκείνη για τον Γιώργο. Μια αντανάκλαση του εγωισμού του, που χρησίμευε για να τρέφεται από την ψυχή της, ώστε ν’ αντέχει τη φυλακή της δικής του. Μα η ψυχή της Κορίνας διψούσε απεγνωσμένα για ειλικρίνεια κι ελευθερία.

Νοέλ

25 Οκτωβρίου, 2025

Αύγουστος

Στο νησί, η είδηση εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά. «Η θάλασσα ξέβρασε το σώμα ενός παιδιού». Τα μαλλιά του ήταν κοντά, σγουρά και μαύρα και το δέρμα του μελαμψό. Στο χέρι του φορούσε ένα γυναικείο δαχτυλίδι με μια μικρή πράσινη πέτρα στο κέντρο. Βρέθηκε από ένα ζευγάρι περαστικών. Δεν είχε τις αισθήσεις του. Του έδωσαν τις πρώτες βοήθειες και κάλεσαν το ασθενοφόρο. Διακομίστηκε άμεσα στο νοσοκομείο. Του έκαναν εξετάσεις, το περιποιήθηκαν και το άφησαν να ξεκουραστεί. Μέσα στον ύπνο του, ψιθύριζε πού και πού «μαμά» κι έσμιγε τα φρύδια του με παράπονο.

Το επόμενο πρωί, το αγόρι συνήλθε. Δεν ήξερε να μιλήσει ελληνικά για να συνεννοηθεί, αλλά κατάφερε να πει το όνομά του στη νοσοκόμα που το φρόντιζε. Ήταν δεν ήταν οχτώ χρόνων. Η νοσοκόμα ζήτησε να μάθει για την οικογένειά του. «Μαμά» ψέλλισε, γύρισε στο πλάι κι έδειξε στο κομοδίνο του την εικόνα της Παναγίας. Εκείνη ρώτησε ξανά αν αυτή είναι η μαμά του, φοβούμενη πως τα έχει χάσει, αλλά το αγόρι έκανε ένα αρνητικό νεύμα κι έδειξε προς τα πάνω. «Η μαμά σου πέθανε;» ρώτησε η νοσοκόμα. Το αγόρι ένευσε, αυτή τη φορά καταφατικά, κι έβαλε τα κλάματα. «Λυπάμαι» του είπε η νοσοκόμα και το αγκάλιασε. «Μην ανησυχείς. Είσαι ασφαλής εδώ. Θα σου βρούμε εμείς μια οικογένεια» υποσχέθηκε με τα μάτια βουρκωμένα. Κάποιοι από τους νοσηλευτές ανέλαβαν να επικοινωνήσουν με την υπηρεσία αναδοχής ασυνόδευτων παιδιών προσφύγων.

Μια βδομάδα μετά

Εκείνο το βράδυ η Ουρανία δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Γονατιστή μπρος στην εικόνα της Παναγιάς, την παρακαλούσε πάλι να της χαρίσει ένα παιδί. Έξι ολόκληρα χρόνια προσπαθούσαν με τον Χρήστο, μα η κοιλιά της έμενε συνεχώς χωρίς καρπό. Έκαναν θεραπείες, τίποτα. Η Ουρανία έπεσε να ξαπλώσει με μια ελπίδα στην καρδιά, γεννημένη από την προσευχή της. Ο Χρήστος την αγκάλιασε και τη φίλησε στο μέτωπο.

«Σήμερα είχαμε ένα ιδιαίτερο περιστατικό στην υπηρεσία».

«Δηλαδή;»

«Ένα πιτσιρικάκι οχτώ χρονών. Βρέθηκε πριν μια βδομάδα. Χωρίς μάνα, χωρίς πατέρα».

«Ψυχή μου!» ψέλλισε συγκινημένη η Ουρανία.

«Έπρεπε να έβλεπες τα μάτια του. Δυο μαύρα μάτια σαν χάντρες που με κάρφωσαν βαθιά μες στην ψυχή. Αυτό το παιδί… δεν ξέρω…»

Η Ουρανία ανακάθισε κι ακούμπησε την πλάτη στο μαξιλάρι. «Τι θες να πεις;»

«Να… σκεφτόμουν… τόσα χρόνια προσπαθούμε… Και τόσα χρόνια περνούν μπροστά από τα μάτια μου τόσα παιδιά. Χωρίς οικογένεια. Μήπως… Δηλαδή… Ήθελα να πω…»

Η Ουρανία γούρλωσε τα μάτια. «Συνέχισε!»

«Να… Δηλαδή… Αν δεν είναι γραφτό μας να κάνουμε δικό μας παιδί... Αν ήθελες κι εσύ… »

«Θέλω!» αναφώνησε με ενθουσιασμό.

«Αλήθεια;» απόρησε έκπληκτος ο Χρήστος.

Η Ουρανία κούνησε το κεφάλι γρήγορα πάνω κάτω χαμογελώντας.

«Θέλω! Πώς δε θέλω! Αυτό παρακαλούσα τώρα την Παναγιά! Να μου δώσει ένα σημάδι! Να τελειώσει αυτή η προσμονή!»

Ο Χρήστος χαμογέλασε πλατιά. Έμειναν να κοιτάζονται με τα μάτια τους να ξεχειλίζουν από ελπίδα. Άρχισαν να γελούν. Ένα γέλιο δυνατό και γάργαρο που άρπαξε τη θλίψη τους, τη σήκωσε στον αέρα και τη σκόρπισε μακριά.

Δεκέμβρης

Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Ο Νοέλ είναι μαζί με την καινούρια του μαμά στην κουζίνα και ετοιμάζουν το Χριστουγεννιάτικο δείπνο. Στο σαλόνι, ο Χρήστος μαζί με παππούδες, γιαγιάδες, θείους και θείες μιλούν εύθυμα. Μουσική χριστουγεννιάτικη απλώνεται τριγύρω, κυκλώνει το στολισμένο δέντρο, περνά από τ’ αυτιά των ανθρώπων του σπιτιού κι αγαλλιάζει την καρδιά τους.

Η Ουρανία μπαίνει στη σάλα κρατώντας τον δίσκο με τη γαλοπούλα και πίσω της ο Νοέλ με το δίσκο με το χοιρινό. Τα εναποθέτουν στο τραπέζι. Η Ουρανία παίρνει τον λόγο.

«Πριν ξεκινήσουμε το φαγητό, ο γιος μας, ο Νοέλ, θέλει να μας πει τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα που έμαθε στο σχολείο. Νοελ! Σε ακούμε, γλυκέ μου!»

Ο Νοέλ, λίγο συνεσταλμένα, παίρνει το τρίγωνό του κάτω από το δέντρο. Ξεκινά να ψέλνει τα κάλαντα σε άψογα ελληνικά. Η προφορά του έχει βελτιωθεί κατά πολύ. Μόλις τελειώνει, όλοι τον χειροκροτούν και κάθονται να φάνε, σαν μια μεγάλη, αγαπημένη οικογένεια.

20 χρόνια μετά

Ο Νοέλ σήμερα έχει εφημερία στο νοσοκομείο. Δε θα προλάβει να πάει από το ορφανοτροφείο. Τα παιδιά τον περιμένουν πάντα με ανυπομονησία, γιατί μετά από κάθε εμβόλιο ή φάρμακο τους δίνει κι ένα γλειφιτζούρι και τους χαμογελάει. Το χαμόγελό του ζεσταίνει την καρδιά τους και για λίγο ξεχνούν που βρίσκονται. Ο γιατρός με το χριστουγεννιάτικο όνομα τούς κάνει και γελάνε. Τους κάνει να πιστεύουν πως αξίζουν ν’ αγαπηθούν. Πως δε χάθηκαν επειδή έχασαν τους γονείς τους. Του ζητούν ξανά και ξανά να τους πει την ιστορία από τα πρώτα του Χριστούγεννα στην Ελλάδα. Τότε που είπε για πρώτη φορά τα κάλαντα. Τους δίνει ελπίδα. Ίσως βρουν κι αυτά σύντομα μια οικογένεια. Ίσως γίνουν κι αυτά γιατροί, αρχιτέκτονες, φιλόλογοι, καλλιτέχνες. Ό,τι ονειρεύεται η ψυχή τους.

Ο Νοέλ παίρνει τη σκέψη του από τα αγαπημένα του παιδιά και πάει να δει τους αρρώστους του. Για όλους έχει έναν καλό λόγο. Τώρα πια η προφορά του δε μοιάζει ξένη. Τα γεροντάκια τον αγαπούν, γιατί τους κάνει χωρατά και γελούν. Ξεχνούν την απόσταση από τον θάνατο που έχει μικρύνει επικίνδυνα. Οι νοσοκόμες τον γλυκοκοιτάζουν. Μα ο Νοέλ έχει μόνο μάτια για την επιστήμη του. Ανυπομονεί να μοιράσει μέσα από αυτήν όλη την αγάπη που έλαβε ως παιδί. Τον αγάπησαν κι αγαπά. Τον αποδέχτηκαν κι αποδέχεται. Τον βοήθησαν και βοηθά.

Στο τέλος της κουραστικής αυτής μέρας, βγάζει τη ρόμπα του και την κρεμά στον καλόγερο του γραφείο του. Παίρνει την τσάντα του και κατευθύνεται προς την πόρτα. Πιάνει το πόμολο με το δεξί του χέρι. Τα μάτια του πέφτουν στο δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα. Τραβά το χέρι του από το πόμολο και στριφογυρίζει το δαχτυλίδι με τον αντίχειρα.

«Τα καταφέραμε, μαμά» ψιθυρίζει και χαμογελά ευτυχισμένος.

Μια αστεία Θεία Δίκη

18 Οκτωβρίου, 2025

Ήταν ένα ανέφελο πρωινό κι ο Γιώργος είχε ξυπνήσει ξεκούραστος, γεγονός που προοιώνιζε μια καλή μέρα. Μόλις άνοιξε το παράθυρο, ο ταχυδρόμος, περνώντας με το μηχανάκι του, τον χαιρέτισε πρόσχαρα. Μα με το που ακούστηκε το «ρα» από το «καλημέρα», το μηχανάκι βρέθηκε να χοροπηδά πάνω σε μια λακκούβα γεμάτη λασπόνερα από τη χτεσινή βροχή. Ο ταχυδρόμος σταμάτησε, έβρισε την τύχη του και κοίταξε το λασπωμένο παντελόνι του. Ο Γιώργος με δυσκολία κράτησε το γέλιο του. «Ευτυχώς δε βράχηκαν τα γράμματα!» του είπε χαμογελώντας.

Κινήθηκε προς την κουζίνα, έχοντας ακόμα τη χαρούμενη διάθεση που του είχε αφήσει το ατύχημα του ταχυδρόμου. Τον καημένο! σκέφτηκε κουνώντας το κεφάλι πάνω κάτω. Ύστερα, με ύφος «σε μένα δε συμβαίνουν ποτέ τέτοια», παρόμοιο, δηλαδή, με αυτό που έχουμε, όταν το «γελοίο» χτυπάει την πόρτα κάποιου άλλου κι όχι τη δική μας, έβαλε να φτιάξει καφέ. Σήμερα, είχε όρεξη για έναν μερακλίδικο ελληνικό.

Ο Γιώργος δεν έπινε ακριβώς καφέ. Ένα «γαλακτομπούρεκο» του παράγγελναν πάντα οι φίλοι του, πριν προλάβει να εξηγήσει στη σερβιτόρα πόσο γλυκό ήθελε τον espresso του. Όταν τον έφτιαχνε μόνος του, έβαζε πρώτα τον καφέ και μετά τον τόνο ζάχαρης που ικανοποιούσε τον ουρανίσκο του. Αφηρημένος, έκανε τα συνηθισμένα του και κάθισε στο σαλόνι να τον απολαύσει, μαζί μ’ ένα κομμάτι πίτσα που είχε ξεμείνει από τις χθεσινοβραδινές γευστικές κραιπάλες.

Ε λοιπόν δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από την πρώτη πρωινή γουλιά καφέ! σκέφτηκε με ηδονή, φέρνοντας το φλυτζάνι στα χείλη του. Το σιντριβάνι που πετάχτηκε από το στόμα του, την αμέσως επόμενη στιγμή, σίγουρα δεν πρόδιδε απόλαυση. Έβρισε τον καφέ και τη φυτεία του, καθώς έφτυνε με μανία και τις τελευταίες σταγόνες, λερώνοντας το ριχτάρι του καναπέ. Μία κουταλιά καφέ και πέντε ζάχαρη είχαν γίνει μία καφέ και πέντε αλάτι! Έτρεξε στην κουζίνα να πιει λίγο νερό και παράτησε την πίτσα πάνω στον πάγκο, αηδιασμένος. Βούτηξε το παγούρι του, το έχωσε με νεύρα μέσα στην τσάντα κι ετοιμάστηκε να φύγει. Με το που φτάνει στην κλειδοθήκη, πλάι στην εξώπορτα, ξεκρέμασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Του πέφτουν κάτω. Τα πιάνει. Του ξαναπέφτουν, πριν προλάβει να σηκωθεί. Ξανά. Αυτό θα γίνεται τώρα; μονολόγησε και τα γράπωσε με τη χούφτα του.

Βγήκε στο γκαράζ, πάτησε το κλειδί να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Πριν προλάβει να βάλει μπρος, κάτι εξαιρετικά δυσάρεστο γαργάλησε τη μύτη του. Για να διαπιστώσει αν ήταν η ιδέα του, εισέπνευσε λίγο πιο βαθιά, κουνώντας τη μύτη του δεξιά αριστερά, σαν τον σεφ που προσπαθεί ν’ ανακαλύψει τα υλικά μιας μυστικής συνταγής. Η μυρωδιά ερχόταν από κάτω. Έσκυψε κι εξέτασε τα παπούτσια του.

«Σκατά!» φώναξε. Κι όντως αυτά είχε φροντίσει μια, χαριτωμένη κατά τ’ άλλα, γατούλα ν’ αφήσει επιμελώς δίπλα στην πόρτα του οδηγού. Την έβλεπε τώρα μπροστά του να περπατά, με αργά νωχελικά βήματα, πάνω στο καπό του αυτοκινήτου, να του ρίχνει μια ματιά τύπου «Πώς κάνεις έτσι; Δεν μπορεί κανείς να κάνει την ανάγκη του; Τςς…Άνθρωποι!» και να γλείφει τα πατούσια της επιδεικτικά.

Προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα του, άνοιξε αμέσως την πόρτα και με το ένα πόδι μέσα στο αυτοκίνητο και το λερωμένο εκτός, βάλθηκε να ψάχνει στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου οτιδήποτε μπορούσε να καθαρίσει τις ακαθαρσίες. Για καλή του τύχη, η κοπέλα του είχε αφήσει εκεί ένα πακέτο υγρομάντηλα. Καθάρισε το παπούτσι του, με ξινισμένο ύφος και κινήσεις πατέρα που παλεύει ν’ αλλάξει πάνα στο νεογέννητο μωρό του χωρίς να λερωθεί, ενώ του πέρασε κάμποσες φορές από το μυαλό να πετάξει το παπούτσι και να συνεχίσει ξυπόλητος για τη δουλειά. Αφού χάλασε σχεδόν όλο το πακέτο υγρομάντηλα, η αποστολή επετεύχθη.

Φτάνοντας στο γραφείο, άφησε την τσάντα του στο πάτωμα, κι άνοιξε τον υπολογιστή.

«Επ! Καλώς τονα κι ας άργησε! Τι μούτρα είναι αυτά; Σήμερα έχει γενέθλια ο Μητσάκος! Άντε να ευχηθείς και να πάρεις γλυκάκι να φτιάξει η μέρα σου!» του είπε ένας συνάδελφος.

Σαν να έφτιαξε η διάθεση του λίγο μόλις άκουσε για γλυκό – μιας και το στομάχι του ήταν ακόμη άδειο – έφυγε για το γραφείο του εορτάζοντα. Ευχήθηκε πρόσχαρα και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Άνοιξε το κουτί με τα γλυκά και διάλεξε έναν λουκουμά πασπαλισμένο με μια γενναιόδωρη δόση άχνης ζάχαρης. Τον έβαλε σε μια χαρτοπετσέτα και γύρισε στο γραφείο του.

Κάθισε στην καρέκλα του γεμάτος χαρά, σαν το παιδί που του έχουν πάρει παγωτό κι ετοιμάστηκε να δαγκώσει λαίμαργα την πρώτη μπουκιά, την ίδια στιγμή που ο συνάδελφος άναβε τον ανεμιστήρα δίπλα του. Ο ανεμιστήρας αμέσως φύσηξε το παχύ στρώμα ζάχαρης κι αυτό μεταφέρθηκε όλο στο πρόσωπο του Γιώργου και στο πληκτρολόγιο ακριβώς από κάτω. Βλέποντάς τον ασπροπρόσωπο, ο συνάδελφος ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Με βλέμμα που πετούσε σπίθες, ο Γιώργος έκλεισε τον ανεμιστήρα.

«Συγγνώμη, ρε φίλε! Κάνει ζέστη!» κατάφερε να ψελλίσει ο συνάδελφος ανάμεσα στα γέλια.

Ο Γιώργος δεν του έδωσε σημασία. Ανέβασε την τσάντα στα πόδια του για να βρει χαρτομάντηλα. Του πήρε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι κάτι υγρό ακουμπούσε στο παντελόνι του. Με το που άνοιξε την τσάντα, βρήκε το παγούρι μισοκουμπωμένο και την ατζέντα, το πορτοφόλι, τις κάρτες, ακόμα και τα χαρτομάντηλα μούσκεμα. Έψαξε απελπισμένος για τα κλειδιά του αυτοκινήτου, αλλά ευτυχώς τα είχε στην τσέπη. Σηκώθηκε, τίναξε τη ζάχαρη από τη μούρη του, πήρε κι ένα ντοσιέ για να κρύψει το μουσκεμένο παντελόνι που έμοιαζε σαν κατουρημένο κι έφυγε πάλι για την κουζίνα. Σκούπισε ό,τι μπόρεσε με το χαρτί κουζίνας, αλλά το παντελόνι ήταν ακόμα μούσκεμα. Ξαφνικά του ήρθε η φαεινή ιδέα να χρησιμοποιήσει τον στεγνωτήρα χεριών. Κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Δεν έβγαλε το παντελόνι, από φόβο μην μπει κανείς. Αντ’ αυτού, έχωσε τον καβάλο του κάτω από το μηχάνημα, πάτησε το κουμπί κι άρχισε να κουνιέται δεξιά κι αριστερά, όταν άνοιξε απότομα η πόρτα και μπήκε μέσα το αφεντικό. Ο Γιώργος μαζεύτηκε βιαστικά και προσπάθησε να το παίξει άνετος. Το αφεντικό τον καλημέρισε σαστισμένα και μπήκε στην τουαλέτα. Ο Γιώργος βρήκε ευκαιρία να φύγει τρέχοντας. Ευτυχώς, είχε προλάβει να στεγνώσει κατά πολύ.

Στον διάδρομο, τον σταμάτησε ο φίλος και συνάδελφός του, ο Μάνος.

 «Τι έγινε, φίλε; Κατσούφη σε βλέπω. Όλα καλά;» τον ρώτησε με ανησυχία.

Ο Γιώργος χαμογέλασε και διαπίστωσε πως ήταν η πρώτη φορά που το έκανε, μετά το περιστατικό με τον ταχυδρόμο. Κούνησε το κεφάλι και σκεφτόμενος πως δεν πρόκειται να ξαναγελάσει με τις ατυχίες των άλλων, απάντησε στον φίλο του.

«Κακά ψυχρά κι ανάποδα! Τι να σου λέω… Μ’ όλα αυτά που μου τύχανε σήμερα, καλύτερα να έτρεχα ξυπόλυτος στα λιβάδια και να πάταγα σκαντζόχοιρο!!!»

1 2 3 4 5 9