Ψυχολογικές αποχρώσεις

Το νερό της θλίψης

Αχόρταγη η θλίψη, πρώτα φωλιάζει στην καρδιά.
Ύστερα περιμένει στωικά,
ώσπου η παλίρροια των δακρύων να σωπάσει τον λόγο,
για να σου κλέψει και την τελευταία ανάσα ζωής.
Όμως, τα μάτια στέκουν πιο ψηλά.
Μήπως την ύστατη στιγμή, ξυπνήσει η ελπίδα στην ψυχή,
στραγγίξει τα δάκρυα και σου δώσει τη δύναμη
να σηκώσεις το κεφάλι έξω από το πικρό νερό της θλίψης.
Άνοιξε, λοιπόν, τα μάτια και κοίτα τη ζωή κατάματα.
Βγες από τη θλίψη.
Μια ανάσα υπόθεση είναι.
Μια ανάσα ελπίδας.

Οι μάσκες

Πόσες φορές πέρασες όμορφα με ανθρώπους
που τελικά φορούσαν μάσκες;
Πώς αφέθηκες να αισθανθείς καλά ανάμεσα σε αυτούς
που προσποιούνταν ακόμα και το συναίσθημα;
Μη γελιέσαι.
Δεν αλλοιώθηκες.
Δεν ήταν επειδή σου άρεσε
ή κατά βάθος σε έπεισε η ηθοποιία τους.
Ούτε επειδή θέλησες να τους πιστέψεις.
Ήταν που την ψυχή στα μάτια σου
καμία μάσκα δεν μπόρεσε να τη σκεπάσει.

Σκληρή ζωή

Σκληρή, πεισματάρα ζωή.
Πάντα το δικό σου θες να γίνεται.
Μ’ αφήνεις να παλεύω και γελάς.
Γιατί ξέρεις πως σε αυτά που κανονίζεις θα γυρίσω
κι ας έχω άλλα σχέδια.
Ακούραστη, με τιμωρείς να χάνω ό,τι αγαπώ
και να λούζομαι ό,τι κοροϊδεύω.
Νόμο το ‘κανες πια.
Μα ποια είμαι εγώ για να σε κρίνω;
Εσύ αυτό που ξέρεις θα κάνεις
κι άσε με εμένα να σπάω καθρέφτες,
μπας και ρίξω κλεφτά
μια ειλικρινή ματιά στο μέσα μου.

Ο ύπνος των αταξίδευτων ονείρων

Ξεπάγωσα τη νιότη μου από τα θησαυροφυλάκια του νου.
Εκεί που φυλαγμένη καρτερούσε να τη ζήσω,
Μα εγώ σπατάλησα φιλόδοξα τα χρόνια μου
Σε υπερφίαλες ματαιότητες που φουσκώναν το μυαλό
Κι αλυσοδέναν την καρδιά στα κατάβαθα των σκοτεινών φυλακών της.
Θέλησα έστω και τώρα στα μεσουρανήματά μου να τη δω
Να χαίρεται με εκείνη τη γεύση λησμονιάς στα μάτια
Για όσα απροκάλυπτα κι αμετανόητα της φόρτωσαν.
Μήπως κι ετούτη, η στερνή χαρά, λευτερώσει θύμισες
Και συλλάβει χίμαιρες του άστοργου παρελθόντος μου.
Φεύγω σαν αποδημητικό πουλί της νοσταλγίας
για άπιαστους τόπους που αποκάλυψα στα γκρεμισμένα ονείρατά μου.
Εκεί στη θλιβερή αγκάλη της ληστεμένης ξενιτιάς
Θα βρω ένα προσκέφαλο απαλό για να πλαγιάσω.
Θα κλείσω τα κουρασμένα από ζωή βλέφαρα
Και θα κοιμηθώ τον ύπνο των αταξίδευτων ονείρων.
Ίσως εκεί τα νιάτα μου να περιμένουν στωικά
Τη δεύτερη, ασώματη ευκαιρία να τα ζήσω.

Πυροτέχνημα

Πυροτέχνημα. Η τέχνη της φωτιάς.
Η τέχνη του άσβεστου πόθου που ξεκινά από την καρδιά.
Πόσο όμορφη μοιάζει στα μάτια!
Τα θαμπώνει θαρρείς, σχεδόν τα τυφλώνει.
Μένεις να θαυμάζεις το άπιαστο, το μαγικό.
Στιγμές ουτοπικές που μόνο ένα παιδί έχει μάθει να μετρά στη μνήμη του.
Οι μεγάλοι ξεχνάμε γρήγορα τα πυροτεχνήματα.
Δε μας κάνουν εντύπωση πια.
Εκτός αν σκάσουν κοντά στην καρδιά μας
και την πάρουν τα σκάγια.
Τότε ανάβει μια φλόγα που μας σιγοκαίει τα σωθικά
για το φως που δεν μπορέσαμε να σώσουμε.
Για εκείνη τη λάμψη που δε θα μείνει για πάντα κοντά μας.
Μα αν το μόνο βέβαιο είναι ο θάνατος,
τι κρατά για πάντα;
Η ματαιοδοξία μας τρέφεται με πυροτεχνήματα
για να μας πείσει ότι ζούμε.
Μα μήπως δεν είμαστε κι οι ίδιοι ένα πυροτέχνημα;
Υψωνόμαστε, φτάνουμε στη στιγμή της μεγάλης δόξας
και μετά φθίνουμε.
Μα για στάσου.
Δεν είμαστε μόνο αυτό.
Όσο υπάρχει η μνήμη που αναπαράγει τα πυροτεχνήματα
και αναπτερώνει την καρδιά με το φως και τη χαρά της θέασης τους,
υπάρχει «για πάντα».
Εκείνο το «για πάντα» που διαρκεί
όσο το χρειαζόμαστε.
Όσο του επιτρέπουμε να διατηρεί μέσα μας
το παιδί που ακόμα θαυμάζει τα πυροτεχνήματα.


Έμαθα

Έμαθα να δίνομαι και σκορπίστηκα.
Έμαθα να σωπαίνω και φιμώθηκα.
Έμαθα ν' αφήνομαι και μ' εκμεταλλεύτηκαν.
Έμαθα να κλείνομαι κι έμεινα μόνη.
Έμαθα να κρίνω και κρίθηκα.

Όμως άλλαξα.

Έμαθα να δίνω κι έλαβα.
Έμαθα να μιλάω κι ακούστηκα.
Έμαθα να εμπιστεύομαι κι εκτιμήθηκα.
Έμαθα ν' ανοίγομαι και βρήκα φίλους.
Έμαθα ν' αγαπώ κι αγαπήθηκα.

Μην αφήνεσαι έρμαιο της σιωπής και της μοναξιάς.
Μόνο πόνο θα γευτείς, απ' αυτόν που μυρίζονται τα άγρια θηρία και ορμάνε.

Εμπιστεύσου τον εαυτό σου, μίλα και δώσε χωρίς να δίνεσαι.
Η αγάπη σου θα έλξει ανθρώπους που θα την αναγνωρίσουν
και θα τη δεχτούν γιατί την κρύβουν και οι ίδιοι μέσα τους,
ψάχνοντας ανθρώπους να τη διαθέσουν.

Μείνε μακριά από τα θηρία και βρες ανθρώπους.

Πρώτα από όλα μέσα σου.

Είμαι μια γυναίκα

Είμαι μια γυναίκα με μικρότητες
που κρύβει μέσα της ένα μεγαλείο.
Είμαι μια γυναίκα αναθρεμμένη με ηθική
που της στερεί την ανάδειξη του ήθους.
Είμαι μια γυναίκα μεγαλωμένη σε μια κοινωνία
που όσο πιο ανεξάρτητη γίνεται μια γυναίκα
τόσο σκλαβώνει την ψυχή και το συναίσθημα της.
Είμαι μια γυναίκα που διψά για αγάπη,
αλλά αναλώνεται στους ρηχούς και μάταιους έρωτες.
Είμαι μια Παναγιά
που δεν μπορεί να πείσει τον εαυτό της
ότι δεν είναι Εύα.

Φόβος, αυτό το σκιάχτρο

Κάποιος από παλιά τον εγκατέστησε μέσα σου.
Κρυφά.
Εσύ έπαιζες ανέμελος και παρατηρούσες τον κόσμο γύρω σου.
Τόσα πολλά καινούρια όμορφα πράγματα.
Μα για σένα και τα άσχημα καινούρια ήταν.
Γιατί ήσουν μικρός.
Δεν έπαιρνες τα πράγματα τόσο στα σοβαρά.
Πολλά ούτε καν που τα θυμάσαι.
Όμως αυτός ήρθε και φώλιασε στη μικρή καρδούλα σου.
Αυτή που χτυπούσε τόσο δυνατά όταν σε φόβιζε που νόμιζες ότι θα σπάσει.
Τα χρόνια πέρασαν.
Μεγάλωσες.
Κι αυτός μεγάλωσε μαζί σου.
Έγινε κομμάτι σου.
Έμεινε εκεί μες στα χωράφια της ψυχής σου σαν σκιάχτρο,
να τρομάζει ο,τι όμορφο πάει να βγει από μέσα σου.
Κι εσύ τον έχεις πια συνηθίσει.
Ακόμα σε πιάνει αυτό το σφίξιμο στην καρδιά όταν τον συναντήσεις,
μα έχεις μάθει πια να το αποφεύγεις.
Άμυνα. Η λύση που εφηύρες για να επιβιώσεις από την τρομοκρατία του.
Μα εκείνος βολεύτηκε στις άμυνες σου.
Δεν χρειάζεται πια να κάνει κάτι.
Αρκεί κάποιος να τις ρίξει για αναζωπυρωθεί η φλόγα του και να σε κάψει.
Έχεις δοκιμάσει να τον κάψεις εσύ ο ίδιος.
Σκιάχτρο είναι εξάλλου. Εύφλεκτο, σκέφτηκες.
Τόλμησες.
Μα μόλις κάτι δεν πήγε καλά, η φωτιά που του έβαλες,
αντί να τον κάψει, σε καταρράκωσε.
Σε γέμισε στάχτες.
Κι είπες δε θα το ξανακάνεις.
Θα ζήσεις με το σκιάχτρο σου.
Αυτό το κακέκτυπο του λούτρινου που αγαπούσες μικρός.
Τι κακό να κάνει ένα σκιάχτρο;
Ίσα ίσα που διώχνει αυτούς που πάνε να εκμεταλλευτούν
τους καρπούς των κόπων σου.
Τον δικαιολόγησες πολύ καλά.
Κι έμεινες μόνος.
Εσύ κι ο φόβος σου.
Ο φονιάς της καρδιάς σου.
Κι έτσι το σφίξιμο έμεινε κι αυτό.
Μόνιμο.
Μα πώς μπορείς να αγαπήσεις ένα σκιάχτρο;
Αυτό το άψυχο τρομακτικό παράσιτο μέσα σου τρέφεται από την αγάπη σου.
Την κατατρώει σιγά σιγά ώσπου να απομείνεις ένα άδειο κουφάρι.
Ώσπου να του μοιάσεις.
Ώσπου να γίνεις ο ίδιος φόβος και τρόμος για τους άλλους γύρω σου.
Γιατί όποιος προκαλεί τον φόβο στους άλλους,
τον έχει καλλιεργήσει πρώτα μέσα του.
Έχει ταυτιστεί μαζί του.
Γιατί ποτέ δεν μπόρεσε να τον νικήσει.
Δεν πίστεψε στην αγάπη.
Ο φόβος τον έπεισε ότι δεν υπάρχει.
Ότι η αγάπη είναι μια παιδιάστικη ουτοπία.
Είναι αλήθεια ότι κι εκείνος τότε την έθαψε μέσα του. Όταν ήταν παιδί.
Μα η αγάπη υπάρχει.
Η αγάπη είναι οι καρποί που υποτίθεται ότι φυλάει το σκιάχτρο,
ενώ στην πραγματικότητα είναι εκείνο που τους τρώει.
Μην το επιτρέπεις.
Γεννήθηκες με αγάπη μέσα σου.
Αυτή σου ανήκει.
Αυτή είναι κομμάτι σου, όχι ο φόβος.
Και δε χρειάζεσαι κανέναν να τη φυλάει.
Γιατί η αγάπη υπάρχει για να μοιράζεται.
Ποτέ δεν ευτύχησε αυτός που κράτησε την αγάπη για τον εαυτό του.
Μη φοβάσαι λοιπόν.
Σκόρπα τα στάχυα του σκιάχτρου κι αγάπησε.
Αγάπησε.
Άφοβα.

Δυο – τρία βήματα

Δεν υπάρχει κανείς.
Ο δρόμος μπροστά σου άδειος.
Καινούριος κι αδιάβατος.
Πόσο τρομακτικό είναι το άγνωστο!
Κι όμως η αλλαγή από το σκληροτράχηλο μονοπάτι σου,
φαντάζει τόσο ποθητή στην ψυχή σου.
Κάνεις ένα βήμα.
Καμία αλλαγή.
Κάνεις και δεύτερο.
Τα ίδια.

Μα ποιος σου είπε ότι δυο τρία βήματα φτάνουν να διανύσουν
μια απόσταση από την αρχή ως το τέλος;
Τίποτα στη ζωή δε σου χαρίζεται με δυο τρία βήματα.
Τίποτα που να μένει μόνιμο, κεκτημένο μέσα σου.
Θέλει πόλεμο η ζωή.
Χρειάζονται πολλές νίκες για να γίνουν τα απαραίτητα βήματα.

Κανείς δρόμος τόσο μικρός, όσο δυο τρία βήματα.
Όλα μακριά κι όλα σε απόσταση. 
Πόσο παρήγορο μέσα στη δυσκολία του όμως,
το ότι είναι στο χέρι σου να τραβήξεις μπροστά. 
Να σταθείς στα πόδια σου και απλά να προχωρήσεις.
Χωρίς δεκανίκια.
Χωρίς ανασφάλειες.
Χωρίς βαρίδια να σε τραβούν πίσω.
Χωρίς φόβο.
Το κεφάλι είναι για να κοιτά μπροστά
και τα πόδια για να σε στηρίζουν. 
Την κατεύθυνση την έχεις στα χέρια σου.
Εσύ κρατάς τον χάρτη της ζωής σου.

Όσο για την καρδιά…
Εκείνη απλά ακολουθεί. 
Την παίρνεις μαζί σου με τις πληγές της,
τα σημάδια της, τις δικές της αγάπες.
Κάνει κι αυτή τις επιλογές της.
Τους απολογισμούς της.
Θα μάθει.
Θα θεραπευτεί.
Είναι ευπροσάρμοστη η καρδιά.
Πιο ευπροσάρμοστη από το μυαλό.
Η καρδιά δεν υπακούει σε συνήθειες.
Ξέρει μόνο από δύναμη.
Κι αν τα πόδια σου σε τραβήξουν μπροστά, θα ακολουθήσει.
Αρκεί το μυαλό σου να θέσει ως στόχο τον προορισμό του χάρτη.
Να χαράξει πορεία χωρίς παρελθόν.

Και τότε η απόσταση από την αρχή ως την αλλαγή θα σου φανεί όσο δυο τρία βήματα.
Γιατί τελικά, υπάρχει μια απόσταση που μετράει μόνο τόσο.
Το μυαλό από την καρδιά…
Δυο τρία βήματα είναι μόνο.


Πέτρα ή ζωή

Έτσι είναι η ζωή μερικές φορές.
Δε φυτρώνει σε κήπους ούτε σε παρτέρια.
Αρκείται σε λίγο νερό.
Κι αποφασίζει να δώσει λίγη ομορφιά εκεί που δεν υπάρχει.
Και τότε η πέτρα έχει δύο επιλογές.
Ή θα δεχτεί να ομορφύνει και θα ανοίξει μια χαραγματιά
για να επιτρέψει στη ζωή να φανεί
ή θα γίνει εμπόδιο μέχρι να βρει μόνη της η ζωή δρόμο προς τα έξω.
Όπως και να έχει η ζωή πάντα νικά.
Η ζωή είναι πιο δυνατή.
Πιο δυνατή από την πέτρα.
Πιο δυνατή από την απανθρωπιά.
Πιο δυνατή από τον θάνατο.
Διαλεξε λοιπόν τι θες να είσαι.
Πέτρα ή ζωή;

1 2 3 4 5