Ιστορίες

Τρεις ζωές και μια φιλία

28 Ιουνίου, 2025

Πάνω από το πληκτρολόγιο, δυο μάτια κενά κοιτούν την οθόνη. Ένα χέρι κολλημένο στο mouse επιδίδεται σε ατελείωτο scrolling χωρίς κανένα νόημα. Το ζητούμενο είναι να περάσει η ώρα μέχρι την επόμενη υποχρέωση και στο μεσοδιάστημα το μυαλό να μπορέσει να αδειάσει. Το απόγευμα έχει μάθημα. Το μεταπτυχιακό ήταν τολμηρή απόφαση και τη δυσκόλευε σε συνδυασμό με τη δουλειά και το παιδί. Ευτυχώς που είχε τη βοήθεια της μητέρας της, γιατί από τον Φίλιππο δεν περίμενε και πολλά. Τη διατροφή με το ζόρι την έδινε κάθε μήνα και μετά παραπονιόταν ότι αν έπαιρνε το παιδί περισσότερες μέρες, δε θα χρειαζόταν να τα δίνει σ’ εκείνη. Η Ιόλη είχε αφήσει τον δικηγόρο της να διαχειρίζεται την κατάσταση. Με τον Φίλιππο ήταν εντελώς τυπική και απέφευγε τις πολλές συζητήσεις για χάρη του παιδιού. Σιχαινόταν τους γονείς που βρίζονταν μπροστά στα αθώα μάτια των παιδιών τους κι ύστερα έβαζαν λόγια ο ένας για τον άλλον στα ανυποψίαστα μυαλουδάκια τους. Όταν βγήκε το διαζύγιο, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι ο Άρης θα μεγάλωνε διαφορετικά κι όποιες διαφωνίες προέκυπταν με τον Φίλιππο θα λύνονταν μακριά από το παιδί.

Δεν ήταν εύκολο να είναι μονογονέας. Η υπερκόπωση είχε γίνει μόνιμος σύντροφος. Ο Άρης ήταν ένα παιδί σχετικά ήσυχο και συνεργάσιμο. Ο χωρισμός των γονιών του τον είχε ωριμάσει απότομα. Η Ιόλη κι ο Φίλιππος συμφώνησαν να βρουν μια παιδοψυχολόγο να τον παρακολουθεί, ειδικά εφόσον το διαζύγιο τον βρήκε στο κατώφλι της εφηβείας. Έχοντας από την αρχή την υποστήριξη ενός ειδικού, η Ιόλη είχε κάπως ανακουφιστεί. Τα υπόλοιπα τα τακτοποίησε με επιμέλεια. Τις βάρδιες στη δουλειά για να ταιριάζουν με το πρόγραμμα του παιδιού, τις εξωσχολικές του δραστηριότητες, τις επισκέψεις στον πατέρα του. Έχτισε μια νέα ρουτίνα για τους δυο τους και ήλπιζε πως το νέο τους σπιτικό θα έδινε στον Άρη την ασφάλεια που έχασε όταν είδε τους γονείς του να παίρνουν διαφορετικό δρόμο στη ζωή.

Μετά τη μετακόμιση, ο Άρης δε δυσκολεύτηκε να κάνει φίλους στο σχολείο. Έπεσε σε δασκάλα ευγενική και σε τμήμα όπου τα παιδιά λειτουργούσαν σαν μια ομάδα. Η Ιόλη ευλογούσε την τύχη της. Τον έβλεπε να γυρνά χαμογελαστός κάθε μεσημέρι, έχοντας παρέα πότε τον έναν φίλο πότε τον άλλο και αγαλλίαζε η ψυχή της. Η δημοφιλία του Άρη τραβούσε τους προβολείς μακριά από τη δική της μοναξιά. Η Ιόλη δεν είχε φίλους. Με τον Φίλιππο είχαν κοινές παρέες, κυρίως ζευγάρια, τα οποία, μόλις χώρισαν, απομακρύνθηκαν λες και τους ανακοίνωσαν ότι πάσχουν από κάποια μεταδοτική ασθένεια. Η Ιόλη δεν τους κρατούσε κακία. Ποιος θέλει να ταράξει την οικογενειακή του γαλήνη για χάρη των προβλημάτων ενός άλλου; Οι φίλοι απαντούσε στον εαυτό της πικραμένη.

Με το διαδίκτυο ως μόνο σύντροφο, έμπαινε σε λέσχες ανάγνωσης, σε ομάδες φίλων των ταξιδιών, σε χιουμοριστικές κοινότητες. Είχε συνομιλήσει με διάφορους ανθρώπους από όλη την Ελλάδα, αλλά πάντα επιφανειακά. Ώσπου - από το πουθενά - μπήκαν στη ζωή της η Άννα κι ο Γαβρίλος. Στην αρχή, σχολίαζαν κάτω από τις ίδιες αναρτήσεις και απαντούσαν ο ένας στον άλλον. Ύστερα, έφτιαξαν μια ομάδα και αντάλλασσαν μηνύματα. Η Άννα ζούσε στην Κέρκυρα κι ήταν παντρεμένη με δυο κόρες. Ο Γαβρίλος, επίσης παντρεμένος, με έναν γιο στην ηλικία του Άρη, έμενε μόνιμα στο Λουτράκι. Η ασφάλεια της απόστασης βοήθησε την Ιόλη ν’ ανοιχτεί πιο σύντομα απ’ ότι περίμενε. Οι δυο αυτοί άνθρωποι την άκουγαν με προσοχή και την κατανοούσαν. Δεν παρεξηγούσαν καταστάσεις, δεν έκριναν, δε ζητούσαν τίποτα από εκείνη. Μοιράζονταν κι εκείνοι τα δικά τους, τις ανησυχίες για τα παιδιά τους, τα προβλήματα με τη δουλειά, κοινά ενδιαφέροντα και αστεία. Το χιούμορ ήταν αυτό που τους είχε ενώσει από την αρχή. Αυτή η αίσθηση ότι αστειεύονταν στο ίδιο μήκος κύματος, γνωρίζοντας παράλληλα πώς να σέβονται ο ένας τα όρια του άλλου, έκανε την Ιόλη να πιστέψει πως είχε βρει ανθρώπους με τους οποίους μπορούσε να συνεννοηθεί.

Η διαδικτυακή παρέα κράτησε για μήνες. Είχαν πια μάθει ο ένας για την καθημερινότητα του άλλου, είχαν συστήσει θεωρητικά τις οικογένειές τους, είχαν ανταλλάξει ακόμα και δώρα γενεθλίων. Το μόνο που έμενε ήταν να βρεθούν από κοντά για έναν καφέ, όπως κάνουν οι κανονικοί φίλοι. Η Άννα κι ο Γαβρίλος προσπάθησαν να βρουν κενό στο πρόγραμμά τους και αποφάσισαν πως θα συναντιόνταν στην Αθήνα, για να διευκολύνουν την Ιόλη που δεν μπορούσε ν’ αφήσει το παιδί. Η κίνηση αυτή συγκίνησε την Ιόλη. Κανείς δεν είχε σκεφτεί μέχρι τότε τη δική της πλευρά. Πάντα περίμεναν από εκείνη να υποχωρήσει και να βρει τρόπο ν’ αλλάξει το πρόγραμμά της για χάρη τους.

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Βολεύει να βρεθούμε Ακρόπολη; Έχει ένα σούπερ παγωτατζίδικο κοντά.

ΑΝΝΑ: Μετρό να έχει και πάμε όπου θέλετε!

ΙΟΛΗ: Μέσα! Παγωτόοοο!!!

ΑΝΝΑ: Ελπίζω να φυσάει γιατί έχω λιώσει με τη ζέστη της πρωτεύουσας. Ξεσυνήθισα κει πάνω!

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Μην ανησυχείς! Θα σκάσω με νεροπίστολο να δροσιστούμε. Έχω ένα του Ιάσωνα στο αυτοκίνητο.

ΙΟΛΗ: Μην τολμήσεις!

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Γιατί ρε; Πλάκα θα ‘χει!

ΑΝΝΑ: Ιόλη καλού κακού βάλε μαύρη μπλούζα!

ΙΟΛΗ: Στο μυαλό μου είσαι!

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Χαχα! Τον φόβο μου να ‘χετε! Μην ανησυχείτε ρε, πλάκα κάνω!

Η συνάντησή τους έμοιαζε με αυτή παλαιών συμμαθητών που βρίσκονταν σε reunion. Άνθρωποι της ίδιας πάνω κάτω γενιάς που τους ένωνε η καλή διάθεση, η αγνή πρόθεση και η ανάγκη για γνήσια φιλία. Το μόνο που έλειπε ήταν η οικειότητα της εγγύτητας. Αυτή ήταν η πρώτη τους κοινή εμπειρία εκτός οθόνης και η αμηχανία δεν τους άφηνε να νιώσουν το ίδιο ελεύθεροι, όπως όταν τους χώριζε το ψυχρό γυαλί. Είχαν μοιραστεί τόσα κι όμως δεν είχαν ακούσει ο ένας τη φωνή του άλλου, πέρα από κάτι ηχητικά μηνύματα. Είχαν εξιστορήσει εμπειρίες του παρελθόντος τους, όμως δεν είχαν κοιταχτεί ποτέ στα μάτια.

Μόλις έσπασε λίγο ο πάγος, η Ιόλη βεβαιώθηκε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν έρθει στη ζωή της για να μείνουν. Κι ακόμα κι αν δεν έμεναν, ήταν ήδη ευτυχισμένη που τους είχε γνωρίσει. Της φαινόταν αδιανόητο το πώς η ζωή σου φέρνει κάποιες φορές στον δρόμο σου αυτό που χρειάζεσαι. Ύστερα αναλογίστηκε πως είχε παλέψει πολύ σκληρά για να μπορέσει να αξίζει τέτοιους ανθρώπους δίπλα της. Είχε υψώσει το ανάστημά της, είχε θέσει τα όριά της και είχε διώξει την τοξικότητα μια και καλή. Σε έναν τέτοιο αγώνα δε θα μπορούσε η επιβράβευση να είναι η μοναξιά. Οι άνθρωποι που σου ταιριάζουν ψυχικά έρχονται τελικά μόνο όταν είσαι έτοιμη να τους αναγνωρίσεις σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή κοιτάζοντας πότε τον έναν πότε τον άλλον.

Υποσχέθηκαν πως θα ξανασυναντιόνταν σύντομα και το έκαναν. Τα επόμενα Χριστούγεννα τα πέρασαν όλοι μαζί στο Λουτράκι και το Πάσχα στην Κέρκυρα. Οι οικογένειές τους γνωρίστηκαν, τα παιδιά τους έκαναν παρέα. Στον κύκλο του Γαβρίλου, η Ιόλη γνώρισε και τον Άγγελο, την πρώτη της σοβαρή σχέση μετά το διαζύγιο. Η Άννα τη στήριξε ψυχολογικά για να μπορέσει να κάνει τη μετάβαση και να φέρει την καινούρια ισορροπία στο σπίτι της. Σταδιακά και χωρίς βιασύνη, ο Άρης συμπάθησε τον Άγγελο που μοιραζόταν την ίδια αγάπη για το ποδόσφαιρο μ’ εκείνον κι η Ιόλη τελείωσε το μεταπτυχιακό με τη συνεχή ενθάρρυνση της Άννας και του Γαβρίλου.

Η Ιόλη δεν κάθεται πια πίσω από μια οθόνη σκρολάροντας χωρίς αύριο. Τα βλέμμα της πέφτει στη φωτογραφία που βρίσκεται κορνιζαρισμένη δίπλα στον υπολογιστή της. Είναι τη μέρα της ορκωμοσίας της. Βρίσκεται στη μέση και χαμογελά διάπλατα κρατώντας το χαρτί στο χέρι. Δεξιά της ο Γαβρίλος παίρνει πόζα γκάνκστερ με μαύρα γυαλιά ηλίου κατεβασμένα στη μύτη και τα μάτια να πετούν σπίθες χαράς. Στ’ αριστερά της, η Άννα την αγκαλιάζει ζεστά και χαίρεται σαν να ήταν η ίδια που μόλις είχε αποφοιτήσει. Κοιτάζοντας τη φωτογραφία, η Ιόλη μπορούσε ακόμα ν’ ακούσει τα γέλια που έκαναν εκείνη τη μέρα. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις, τρεις ζωές και μια φιλία.

Ένας άγνωστος Ντέμιαν

20 Ιουνίου, 2025

Στην αποβάθρα δεν είχε πολύ κόσμο. Στεκόταν σε μια γωνιά και διάβαζε το βιβλίο της. Ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που έβγαινε μόνη κι ήθελε να εκμεταλλευτεί και το τελευταίο λεπτό της ελευθερίας της που θα τέλειωνε μόλις άνοιγε την πόρτα του σπιτιού της. Τη συνάντηση αυτή με τις φίλες της την κανόνιζε μήνες τώρα. Πότε ένας πυρετός του μωρού, πότε ένα εμβόλιο, πότε η δική της άσχημη διάθεση την εμπόδιζαν να το αποφασίσει.    

«Έλα ξεκόλλα πια, βάλε ένα ρούχο πάνω σου κι έλα να πιούμε έναν καφέ! Δε θα πάθει τίποτα να μείνει και λίγο μακριά σου!» την πίεζε η Μιχαέλα, η αδέσμευτη της παρέας. Η Ιφιγένεια δεν είχε αμφιβολίες για το μωρό. Πιο πολύ για την ίδια και τις ενοχές της.

«Με τον πατέρα του θα μείνει, όχι με κανέναν ξένο! Δε λες καλά που έχεις κι έναν άνθρωπο να καταλαβαίνει τις ανάγκες σου και να σε στηρίζει;» προσπαθούσε να την πείσει η δυστυχισμένη με τον γάμο της Νάντια. Κι είχε δίκιο. Ο Παύλος της είχε πει από την αρχή πως όποτε θελήσει να βγει λίγο, να ξαναβρεί τον εαυτό της, θα καθόταν εκείνος με το μωρό. Μα πάλι τύψεις ένιωθε η Ιφιγένεια. Σαν να θυσίαζε πολύτιμες οικογενειακές στιγμές σε εξόδους που δικαιολογούνταν μόνο προ παιδιού. Τι τα ήθελε τώρα αυτά εκείνη; Ήταν μάνα πια. Μα μέσα της μια νεανική φλέβα χτυπούσε δυνατά και πού και πού της ξυπνούσε την έφηβη που οι γονείς τής στερούσαν την έξοδο.

«Στο κάτω κάτω είναι και δικό του παιδί! Γιατί δεν τον αφήνεις να έχει κι εκείνος λίγο ποιοτικό χρόνο μόνος του μαζί του. Μόνο εσύ δηλαδή έχεις αυτό το δικαίωμα;» τη συμβούλευε η Μαρία που είχε διαβάσει κάθε νέα τάση της σύγχρονης γονεϊκότητας. Μακάρι να το ένιωθε εγωιστικά σαν δικαίωμα η Ιφιγένεια.  Η φωνή της μάνας της την ορμήνευε υποσυνείδητα σαν Ερινύα πως «είναι υποχρέωση της γυναίκας να μένει με το παιδί της!»

Να τη όμως τώρα, να περιμένει το μετρό για να βγει σαν σύγχρονη μαμά. Τα μαλλιά της πέφτουν περιποιημένα στους ώμους της και λίγο την ενοχλούν. Δέκα μήνες τώρα συνήθισε με τον μαμαδίστικο κότσο και ξέχασε την υφή τους μέχρι και το χρώμα τους. Τα ρούχα τής φαίνονται στενά. Δυσκολεύτηκε να βρει κάτι να της κάνει όπως παλιά. Νιώθει λίγο άβολα έτσι όπως αγκαλιάζουν τις καμπύλες της που έχουν πια στρογγυλέψει. Μπαίνει στον πειρασμό να νοσταλγήσει τις φόρμες της, αλλά συγκρατείται. Θα της κάνει καλό να θυμηθεί πως δεν έχει πάψει να είναι γυναίκα. Τακούνια δεν τόλμησε να φορέσει τακούνια. Ήθελε κάτι να την κρατά στη γη για να μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στους δυο ρόλους.

Αφοσιωμένη στο βιβλίο της δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι την κοιτούσε.

«Θα μπορούσα να ρωτήσω τι διαβάζεις;» Ξαφνιασμένη, γύρισε αυθόρμητα το εξώφυλλο του βιβλίου προς το μέρος του.

«Δεν το έχω ακούσει. Είναι καλό;»

«Ναι. Μέχρι τώρα.» απάντησε χαμογελώντας αμήχανα.

«Εγώ απολαμβάνω τον Ντέμιαν. Το γνωρίζεις;»  είπε επιδεικνύοντας σαν τρόπαιο το βιβλίο που κρατούσε. Μα φυσικά και διάβαζε Ντέμιαν! Μ’ έναν πρόχειρο υπολογισμό, ο νεαρός πρέπει να ήταν γύρω στα 23.

«Είναι πολύ ωραίο βιβλίο» του αποκρίθηκε.

«Μιλάει για τη θλίψη της νεότητας και την αναζήτηση της ταυτότητας λίγο πριν την ενηλικίωση. Απαραίτητο ανάγνωσμα για ανθρώπους της ηλικίας μας θα έλεγα.» Η Ιφιγένεια χαμογέλασε.

«Είναι ό,τι πρέπει γι' αυτήν την ηλικία πράγματι. Το διάβασα πριν δέκα χρόνια.» Ο ξένος την κοίταξε αποσβολωμένος.

«Αποκλείεται!»

«Κι όμως!»

«Θα σε ρωτούσα πόσο είσαι, αλλά ξέρω πως είναι αγενής ερώτηση να κάνεις σε μια γυναίκα.»

«Είμαι 33, παντρεμένη και με παιδί!» τον αποτέλειωσε η Ιφιγένεια καθώς ο συρμός έμπαινε στην αποβάθρα. Ο αυξανόμενος θόρυβος την έκανε να υψώσει τη φωνή της στις τελευταίες λέξεις. Πλησίασαν στην πόρτα και της έκανε χώρο να περάσει.

«Απίστευτο μου φαίνεται! Πωω ρεζίλι! Κι εγώ που σκεφτόμουν να σου πω να βγούμε!» κατάφερε να πει αποκαρδιωμένος.

«Με κολακεύεις» απάντησε ευγενικά η Ιφιγένεια.

«Δεν πειράζει! Ήταν καλό μάθημα για τον Ντεμίαν! Με τι ασχολείσαι;» Για πρώτη φορά, η ερώτηση που έκανε το κεφάλι της να κουδουνίζει όταν την άκουγε να βγαίνει από τα χείλη του περίγυρού της, της φάνηκε σαν απλό ανθρώπινο ενδιαφέρον.

«Αυτόν τον καιρό είμαι απλώς μαμά. Πριν δούλευα ως βιβλιοθηκάριος» έσπευσε να συμπληρώσει.

«Ω!! Κι ήσουν περιστοιχισμένη από βιβλία; Τι ευτυχία!» σχολίασε εκστασιασμένος.
Της άρεσε η ανεμελιά του. Της είχε λείψει να μπορεί να ασχολείται με απλά επιφανειακά πράγματα ή να φιλοσοφεί βαθιά κολυμπώντας στη θεωρία με τους ώμους ελαφρείς από ευθύνες. Όταν έχεις έναν άνθρωπο να εξαρτάται από εσένα 24 ώρες το 24ωρο, όλα αυτά σου μοιάζουν εξωπραγματικά. Ξεχνάς πώς ήταν η ζωή όταν κουβαλούσες μόνο το βάρος των κιλών σου και η βαρύτητα σε έλκυε περισσότερο όταν κουραζόσουν από δική σου επιλογή. Η Ιφιγένεια ένιωθε ελαφρύτερη απλά και μόνο επειδή δεν κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά της και πιο ήρεμη επειδή δε χρειαζόταν να το φροντίσει. Μα ήταν στ’ αλήθεια ήρεμη; Ο νους της πήγε πάλι στον γιο της και στο τι να έκανε αυτή τη στιγμή.

«Θα πρέπει να σου λείπει». Ο άγνωστος την επανάφερε απότομα στην πραγματικότητα. Προς στιγμήν τρόμαξε. Σύνελθε Ιφιγένεια! Για τη δουλειά μιλάει ο άνθρωπος! σκέφτηκε.

«Δεν έχω παράπονο. Τουλάχιστον πού και πού ξεκλέβω χρόνο για να διαβάσω.»

«Κρίμα πάντως…»

«Κρίμα για ποιο πράγμα;»

«Για το timing της συνάντησής μας. Ίσως σε κάποια άλλη ζωή να ήταν διαφορετικά.»

«Ίσως…» αποκρίθηκε η Ιφιγένεια. Σ’ ένα κατάμεστο μετρό, προσπαθούσαν να κρατήσουν σταθερή την απόσταση που τους χώριζε, στο βαγόνι και στη ζωή.

«Τι να κάνουμε… ‘Ο πόνος είναι απαραίτητος για την ωρίμανση’ λέει ο Ντέμιαν! Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα, ανεξαρτήτως! Εδώ κατεβαίνω» της είπε τείνοντας το χέρι του για χειραψία.

«Κι εγώ χάρηκα! Να είσαι καλά!» ευχήθηκε η Ιφιγένεια.

«Και μην ξεχνάς! ‘Ο κόσμος θέλει να σε κάνει να πιστεύεις πως είσαι αυτό που δεν είσαι.’ Αντίο!» της φώναξε.

Η πόρτα έκλεισε ανάμεσά τους κι εκείνος στάθηκε να δει το μετρό να φεύγει με το βιβλίο αγκαλιά. Το βλέμμα της Ιφιγένειας έπεσε στον Ντέμιαν. Αν χρειάζεσαι κάτι απεγνωσμένα και το βρεις, αυτό δεν είναι τυχαίο– η ίδια σου η λαχτάρα και ο παρορμητισμός σε οδηγούν σε αυτό. Απήγγειλε από μέσα της. Ένα αθώο φλερτ. Μια μικρή ένεση αυτοπεποίθησης. Μια υπενθύμιση του ποια ήταν. Αυτός ο άγνωστος της είχε προσφέρει σε μια στιγμή ακριβώς όσα χρειαζόταν. Χωρίς ονόματα, χωρίς καμία δέσμευση ή δόλο, μακριά από το περιβάλλον της, έξω από στερεότυπα, σ’ έναν κόσμο όπου μπορούσε να υπάρξει ακριβώς όπως ήταν. Μια γυναίκα τριάντα τριών ετών με τη ζωή ακόμα μπροστά της.

Tears

13 Ιουνίου, 2025

Είχε αργήσει. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που τους έστηνε, αλλά δεν άντεχε πάλι τη γκρίνια τους. Είχε αποκτήσει τη φήμη του ‘αναίσθητου’ στην παρέα και δεν έχαναν ευκαιρία να του το υπενθυμίζουν. «Ο Πέτρος το έχει φιλοσοφήσει καλά. Δε νοιάζεται για τίποτα κι έχει το κεφαλάκι του ήσυχο» είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου τις προάλλες ο Μάρκος. Δε βαριέσαι. Τόσο καταλάβαιναν.

Περνούσε μπροστά από το κολυμβητήριο του δήμου, όταν άκουσε ένα παιδικό κλάμα. Φευγαλέα, είδε έναν πατέρα να κάθεται στη στάση του λεωφορείου και μπροστά του, ένας μπόμπιρας – ήταν δεν ήταν 5 χρονών – έτριβε τα μάτια του κλαίγοντας. Δεν του φάνηκε παράξενο. Είχε συνηθίσει να βλέπει παιδιά να κλαίνε εκεί γύρω. Κι όμως κάτι σφίχτηκε μέσα του. Ύστερα ήρθε η κουβέντα.

«Κλαις. Γιατί κλαις; Σε βλέπουν όλα τα παιδάκια και γελάνε!» είπε μισοθυμωμένα ο πατέρας πιάνοντας τον πιτσιρικά από τον καρπό. Μέσα στ’ αναφιλητά του, ο μικρός άρχισε να συλλαβίζει τη λέξη ‘μαμά’. Ύστερα ήρθε η δεύτερη κουβέντα.

«Τι τη θες τη μαμά; Μαμάκιας είσαι;»

Κι ύστερα…

«Ολόκληρος άντρας δεν ντρέπεσαι να κλαις;»

Στην τελευταία πρόταση, ο Πέτρος τους είχε προσπεράσει πια. Ένα σαρκαστικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Και μετά λένε πως τα αγόρια δεν ωριμάζουν ποτέ. Ορίστε! Από τα 5 του κι είναι ολόκληρος άντρας! σκέφτηκε. Έστριψε τη γωνία και κατευθύνθηκε προς την καφετέρια.

«Βρε καλώς τον!» αναφώνησε πειρακτικά ο Μηνάς.

«Τον βρήκες τον δρόμο λεβέντη’μ;» είπε με βλάχικη προφορά ο Ανδρέας που του άρεσαν οι μιμήσεις και ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος.

Ο Μάρκος δε μίλησε. Ως Σπαρτιάτης, μετρούσε τα λόγια του κι όσα έλεγε έβρισκαν πάντα στόχο. Ο Πέτρος κάθισε δίπλα στον Μηνά.

«Ο Λευτέρης πού είναι;» ρώτησε.

«Τον έπιασαν πάλι τα καταθλιπτικά του. Δεν έχω όρεξη, λέει, να βγω, θα κάτσω σπίτι. Τα κλασσικά δηλαδή. Κάθεται και κλαψομουνιάζει.» απάντησε ο Μηνάς.

«Από τότε που χώρισε με τη Μάρθα έχει γίνει σαν τη Μεγάλη Παρασκευή. Κι εμείς αγαπήσαμε ρε φίλε, αλλά δεν κάναμε έτσι!» σχολίασε εύθυμα ο Ανδρέας.

«Του μίλησε κανείς σας; Μάθαμε τι έγινε;» ρώτησε ο Πέτρος.

«Γιατί μιλάει και σε κανέναν; Έτσι όπως τα κρατάει θα κάνει καμιά μέρα μπαμ και θα τρέχουμε να τον μαζέψουμε.» Ο Μάρκος ακουγόταν τσαντισμένος, αλλά ο Πέτρος ήξερε πως αυτός ήταν ο τρόπος του όταν δε συμφωνούσε με τις πράξεις των φίλων του.

Ο Πέτρος θυμήθηκε τον πιτσιρικά στο κολυμβητήριο. Κοίταξε μια γύρα τους φίλους του. Ο καθένας τους θα μπορούσε να ήταν στη θέση του. Όλοι είχαν ακούσει παρόμοιες κουβέντες από τους γονείς τους. Σιγά και τι πάθαμε; σκέφτηκε μηχανικά. Αμέσως δαγκώθηκε και αναλογίστηκε τη ζωή του καθενός τους. Ο Μηνάς ήταν ο ορισμός του καλού παιδιού. Συντρέχτης και ψυχοπονιάρης, γινόταν χαλί να τον πατήσει ο οποιοσδήποτε. Ο Ανδρέας; Ο Πέτρος διαπίστωσε έκθαμβος ότι δεν τον είχε δει ποτέ στενοχωρημένο. Πάντα έβαζε το χιούμορ για ασπίδα και ποτέ δεν καταλάβαινες τι τρέχει στ’ αλήθεια μέσα στο μυαλό του. Ο Μάρκος ήταν η κλασική περίπτωση άντρα που τα λέει σταράτα. Παλιομοδίτης ακόμα και στις σχέσεις του, ήθελε να έχει πάντα το πάνω χέρι. Εκείνος μόνο ήξερε, εκείνος είχε πάντα δίκιο. Όπως σ’ εκείνο το περιστατικό με τη Μαρία. Δυο βδομάδες είχε τη μελανιά στο χέρι της και προσπαθούσε να τους πείσει ότι έπεσε από τις σκάλες. Ένα μήνα μετά χώρισαν και δεν την ξαναείδε κανείς τους. «Δεν ήταν αυτή γυναίκα για σπίτι» διατεινόταν ο Μάρκος. «Καλύτερα που χωρίσαμε.»

Τότε συνειδητοποίησε κάτι που του φάνηκε τρομακτικό. Δεν είχε δει ποτέ κανέναν από τους φίλους του να κλαίει κι ας ήταν μαζί από το γυμνάσιο. Ούτε ο ίδιος είχε αφήσει ποτέ κανέναν να τον δει να δακρύζει. Πάντα το έκανε μόνος του, στα κρυφά, σαν να ήταν κάποια παράνομη πράξη για την οποία θα τον τιμωρούσαν. Σε βλέπουν τα άλλα παιδιά και γελάνε αντήχησε στ’ αυτιά του. Άραγε θα τον κορόιδευαν αν έκλαιγε μπροστά τους; Μαμάκιας είσαι; Δεν ντρέπεσαι να κλαις; Οι λέξεις περνούσαν σαν σφαίρες από το μυαλό του και χτυπούσαν κατευθείαν στην καρδιά. Ούτε κάποια από τις κοπέλες του τον είχε δει να κλαίει. Ούτε καν η Μυρτώ που συζούσαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Είχε πολλές αναμνήσεις από εκείνη να κλαίει με λυγμούς στην αγκαλιά του, αλλά δική του καμία. Τι διάολο συμβαίνει; απόρησε. Χαλασμένοι είμαστε; αναρωτήθηκε με πικρία. Έφερε ξανά στο μυαλό του τον πιτσιρικά που έκλαιγε με παράπονο. Ήταν απλά ένα παιδί που ήθελε τη μαμά του. Ό,τι και να είχε κάνει, ήταν απλά ένα μικρό ανυπεράσπιστο παιδί, γαμώτο. Γιατί να του φερθούν έτσι; Χωρίς να το καταλάβει, ο Πέτρος βούρκωσε. Οι υπόλοιποι είχαν στήσει πηγαδάκι για τον Λευτέρη τον ‘κλαψιάρη’ και τα καμώματά του.

«Πάψτε!» φώναξε. Τον κοίταξαν και σώπασαν κι οι τρεις.

«Τι έπαθες ρε;» τόλμησε να ρωτήσει ο Ανδρέας.

Ο Πέτρος τους διηγήθηκε το περιστατικό με τον μπόμπιρα. Ο Μηνάς κι ο Ανδρέας έσκυψαν το κεφάλι. Ο Μάρκος γέλασε δυνατά.

«Καλά του είπε ρε ο πατέρας του! Να μάθει από μικρός ότι οι άντρες δεν κλαίνε. Τι; Να γίνει σαν τον Λευτέρη δηλαδή; Γεμίσαμε από δαύτους και στο τέλος δε θα μείνει άντρας να αντιπροσωπεύει το φύλο μας» απάντησε ευθαρσώς.

Ο Μηνάς έμοιαζε θιγμένος. «Σοβαρά τώρα;»

Ο Μάρκος τους κοίταξε συγχυσμένος. «Τι πάθατε ρε και μου γίνατε όλοι ευαίσθητοι; Ακούσατε για ένα μωρό που το μάλωσαν και μαλακώσατε;»

«Ρε Μάρκο!» προσπάθησε να τον συμμαζέψει ο Ανδρέας. Αλλά ο Μάρκος δε συμμαζευόταν. «Α δε μου τα λέτε καλά!» είπε νευριασμένα και φώναξε το γκαρσόνι. Πλήρωσε τον καφέ του και σηκώθηκε κι έφυγε. «Όταν συνέλθετε, τα λέμε» πέταξε βγαίνοντας από το μαγαζί.

Οι άλλοι τρεις δεν τολμούσαν να κοιταχτούν.

«Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα, είμαστε!» αστειεύτηκε ο Ανδρέας. Ο Μηνάς κι ο Πέτρος χαμογέλασαν αχνά με την προσπάθεια του φίλου τους να τους κάνει να νιώσουν καλύτερα.

«Τραγικό περιστατικό πάντως. Τον λυπήθηκα τον μικρό» ομολόγησε δειλά ο Μηνάς.

«Άσ’τα να πάνε…» συμφώνησε ο Πέτρος.

Πλήρωσαν κι έφυγαν, δίνοντας ραντεβού για την επόμενη. Είχαν κανονίσει να δουν το εβδομαδιαίο τους θριλεράκι. Ο Πέτρος γύρισε να τους κοιτάξει καθώς προχωρούσαν ο καθένας στον δρόμο του. Στο κολυμβητήριο η στάση του λεωφορείου ήταν πλέον άδεια.

«Πέτρο!» άκουσε μια ανδρική φωνή πίσω του. Ένας μπαμπάς είχε ανοίξει την αγκαλιά του κι ένας άλλος μπόμπιρας έτρεχε με χαρά προς το μέρος του. Ο Πέτρος χαμογέλασε και συνέχισε τον δρόμο του σιγοψιθυρίζοντας Give all your tears to me αnd I'll cry them for you.

Η πεμπτουσία της μάνας

12 Μαΐου, 2024

«Για να φτιάξεις μια μάνα χρειάζεσαι 5 στοιχεία.
Θέλεις γη, για να πατά γερά στα πόδια της
και να μπορεί να παρέχει αγαθά κι ασφάλεια στα παιδιά της.
Μετά θέλεις αέρα για να φυσά μακριά τις έγνοιες και τα άγχη τους.
Ύστερα μπόλικο νερό για να τροφοδοτεί τα δάκριά της.
Και τα πικρά και τα γλυκά».

«Θα χρειαστεί και φωτιά;»

«Μα φυσικά!
Τι άλλο να 'ναι οι ενοχές της για το πόσο καλά επιτελεί τον ρόλο της
κι η ανησυχία της όταν λείπουν τα παιδιά της;
Και το θεριό που γίνεται, σαν κάνουν να της τα πειράξουν,
από φωτιά κι αυτό είναι καμωμένο!»

«Και το 5ο στοιχείο;»

«Λιγάκι από Παράδεισο».

«Παράδεισο; Γιατί;»

«Για να 'χει μια πηγή ενέργειας να πλημμυρίζει την καρδιά της μ' αγάπη,
κάθε φορά που τα κοιτά, ενώ αισθάνεται άδεια».

Θα πάψουν οι φωνές, σ’το υπόσχομαι…

19 Οκτωβρίου, 2023

Μέσα στο θάλαμο του ψυχιατρείου, εμπρός σ’ ένα αθέατο κοινό υποκλίνεται με χάρη. Το χειροκρότημα πέφτει βροχή στ’ αυτιά του. Οι προβολείς τον τυφλώνουν και δεν ξεχωρίζει πρόσωπα.

Η αυλαία του μυαλού του κλείνει κι εκείνος χάνεται ξανά στα παρασκήνια. Γδύνεται το κοστούμι του και το χαμόγελό του και ντύνεται τη μοναξιά.

Περπατά σε ατραπούς που τον τρομάζουν. Νιώθει ξανά παιδί κλειδωμένο στο υπόγειο της ανθρώπινης ύπαρξης. Κάθεται χάμω και κρατά τα γόνατά του σε σφιχτή αγκαλιά. Λικνίζεται απαλά μπρος πίσω για να καθησυχάσει μέσα του τη μάνα που τον πενθεί.

Θα γίνει σύντομα καλά, μονολογεί.

«Σ’το υπόσχομαι, μαμά! Θα φορέσω ξανά το μπλε σακάκι που μου αγόρασες μαζί μ’ εκείνο το όμορφο λευκό πουκάμισο. Όχι αυτό που δένει στην πλάτη και με σφίγγει φριχτά, σαν τα μάτια των ανθρώπων γύρω μου. Το άλλο που καμάρωνες πόσο ταίριαζε με τα μάτια μου!

»Θα ξαναβρώ τον εαυτό μου, σ’το υπόσχομαι! Θα σταματήσει το θέατρο κι αυτές οι φωνές που ουρλιάζουν θα πάψουν πια. Τις σιχάθηκα! Δεν τις θέλω! Θα τις διώξω! Σ’το υπόσχομαι!

»Μονάχα το γλυκό νανούρισμα της φωνής σου! Αυτό θ’ ακούω! Θυμάσαι, μαμά; Εκείνο το τραγουδάκι που μου έλεγες όταν έπαιζα ακόμα με παιχνίδια. Απτά, όχι του μυαλού. Τότε που ήσουν υπερήφανη για μένα και καμία ‘τρέλα’ της λογικής δεν έμπαινε εμπόδιο στο ‘σ’αγαπώ’ σου.

»Σ’ αγαπώ, μαμά.

»Είμαι ακόμα εδώ».

Καμμένος Παράδεισος

23 Ιουλίου, 2023

- Μαμά όταν νιώθω ευτυχία είμαι στον παράδεισο;
- Ναι, καρδιά μου! Τον παράδεισο τον φτιάχνουμε μέσα μας!
- Κι έχει ζώα, δάση και χρώματα;
- Ό,τι μπορείς να φανταστείς!
- Αυτά όμως υπάρχουν στη γη.
- Ναι, υπάρχουν.
- Τότε γιατί λένε ότι ο παράδεισος είναι στον ουρανό;
- Γιατί, παιδί μου, στη γη, όσοι δεν μπορούν να φανταστούν τους παραδείσους...τους καίνε.

Aνόμοιες αδελφές

5 Μαρτίου, 2023

Στης καρδιάς την κρύπτη φωλιάζει δειλά. Βολεύεται και νωχελικά περιμένει το τέλος. Η αδελφή της δε χώρα στο ίδιο δωμάτιο. Ξενιτεύτηκε στα ανώτερα δώματα του νου. Δραστήρια, τολμηρή και γενναία. Δυο αδελφές τόσο ανόμοιες κι όμως συνυπάρχουν στο ίδιο σώμα.

Όταν η επιλογή έχει γίνει, η ελπίδα κρυφοκοιτάζει πίσω από την κουρτίνα για να δει αν η αδελφή της τα κατάφερε. Η επιλογή στέκεται αγέρωχη και χαμογελά με την αφέλεια της ελπίδας. "Μα πόσο κουτή είναι η αδελφή μου! Νομίζει πως οι ευθύνες είναι θέμα τύχης!" συλλογίζεται. Η ελπίδα δε μιλά. Μονάχα προσεύχεται. Έχει συνηθίσει κάτι ανώτερο να τη σώζει από τον θάνατο την τελευταία στιγμή. "Πώς μπορεί να πιστεύει η αδελφή μου πως όλα εκείνη τα ορίζει;" αναρωτιέται. "Μοιάζει παντοδύναμη, μα στ' αλήθεια ρισκάρει τη ζωή της για ένα τίμημα".

Η επιλογή τελείωσε το έργο της. Όλα έχουν δρομολογηθεί. Δεν γνωρίζει αν θα γευτεί την επιτυχία. Της φτάνει που έστρωσε το τραπέζι. Δικό της το γεύμα, δίκη της κι η επίγευση. Η ελπίδα, στο ενοικιαζόμενο δωμάτιό της, αιχμάλωτη των μεταφυσικών της πεποιθήσεων, θα χορτάσει ξανά με ξένους καρπούς. Αρκείται, με μια ταπεινή υπερηφάνεια, στο να συνοδεύει νοητικά την επιλογή στον δρόμο της. Δεν πορεύεται ποτέ μόνη. Δεν προσπαθεί. Η επιλογή τη δέχεται στωικά στο πλάι της, σαν συντροφιά που της γλυκαίνει το ρίσκο, μα γνωρίζει ότι η απατηλή της υπόσχεση για επιτυχία μπορεί να γίνει επικίνδυνη.

Λίγο πριν τον προορισμό, οι δυο αδερφές χωρίζουν. Η ελπίδα κλείνεται ξανά στο δωμάτιό της και πεθαίνει ή αναπτερώνεται, ανάλογα με την έκβαση της επιλογής.

Κάπου απέναντι, η ευθύνη περιμένει την επιλογή να τη συνοδέψει.Ρίχνει ένα περιφρονητικό βλέμμα στην ελπίδα, επικρίνοντάς τη για την αδυναμία της να εξαρτάται από τις πράξεις άλλων. Η επιλογή ωριμάζει με κάθε ευθύνη που έρχεται στο πλάι της και συνεχίζει να προκαλεί τη μοίρα της, ενώ η ελπίδα αναγεννάται και κάθε φορά εύχεται κρυφά να γλιτώσει άλλον έναν θάνατο.

Το φευγιό μιας άνοιξης

23 Φεβρουαρίου, 2023

«Ακούς, αγάπη μου; “Ανεξιχνίαστος παραμένει ο θάνατος των δύο ηλικιωμένων που βρέθηκαν νεκροί στο κρεβάτι τους την περασμένη Πέμπτη”. Μας έβγαλαν στις ειδήσεις! Τους έκανε εντύπωση, λέει, πως κρατιόμασταν από το χέρι. Πού να ξέρουν! Θυμάσαι τότε, αγάπη μου, που σου ζήτησα για πρώτη φορά να μου κρατάς το χέρι ό,τι κι αν γίνει; Νέοι ήμασταν κι επιπόλαιοι, με θέρμη στην καρδιά και σφριγηλό το σώμα. Το εννοούσα όμως. Ήξερα πως δε θα ήταν όλα ρόδινα. Το γνώριζες κι εσύ. “Πού πας με τη σιτεμένη;” σου έλεγαν, κι ας είχαμε μόνο τέσσερα χρόνια διαφορά. Είκοσι δύο εσύ και είκοσι έξι εγώ. Συγγενείς, γνωστοί και γείτονες. Οι αχθοφόροι των «πρέπει» και των «μη».

»Γεμάτη θύελλες ήταν η ζωή μας. Άνεμοι λυσσασμένοι πάσχιζαν από παντού να μας χωρίσουν. Δεν ευλογούνται οι μεγάλες αγάπες σ’ αυτή τη ζήση, αγάπη μου. Είναι καταδικασμένες σε συμφορές πελώριες σαν βράχια, για να προσκρούει πάνω ο φθόνος των ανθρώπων και να συντρίβεται απ’ την ηδονή που δεν θα νιώσουν ποτέ.

»Έρχονται οι θύμησες τόσο ζωντανές. Λες αυτό να είναι που λένε πως περνά όλη η ζωή μπροστά από τα μάτια σου όταν πεθαίνεις; Τα μάτια σου! Σαν να ‘ταν τώρα τα θυμάμαι που έλαμπαν από ευτυχία, όταν σου το είπα. Και που μούσκευαν με δάκρυα το μαξιλάρι σου τα βράδια, όταν το χάσαμε. Πόσο καλός πατέρας θα γινόσουν! Μείναμε μόνοι, να μεγαλώνουμε ο ένας με τον άλλον, σαν ένα κλωνάρι που βαστά δυο λουλούδια μαζί. Δεν έχω παράπονο. Ίσως να μην αξίζαμε μεγαλύτερη ευτυχία από την αγάπη μας…

»Ύστερα, ήρθε το σκοτάδι. Τόσο απρόσμενα. Τι κι αν σου πρότεινα να χρησιμοποιήσω ένα μπαστούνι. “Εγώ είμαι τα μάτια σου τώρα” μου αποκρίθηκες. Έγινες το φως κι ο οδηγός μου. Μου ‘σφιξες το χέρι πιο δυνατά και δεν το άφησες ποτέ πια.

»Ακούς τι λένε; “Το αποτέλεσμα της νεκροψίας αναμένεται να δώσει περαιτέρω φως στην υπόθεση”. Πώς περιμέναμε τούτη την ώρα, θυμάσαι; Στάσου λίγο στο φως να σε δω. Έχω τόσα χρόνια ν’ αντικρίσω το πρόσωπό σου… Κι όμως, δεν άλλαξες. Σαν να μην χάιδεψε ο χρόνος τα μαλλιά σου, ούτε κι οι στεναχώριες το δέρμα σου. Όλα είναι αέρινα πια, ακόμα και τα χέρια μας, το άγγιγμά μας που τα ενώνει. Ακούς τον αέρα; Το παράθυρο είναι ανοιχτό. Ακούς τα χελιδόνια που τιτιβίζουν στο δέντρο; Πάμε, αγάπη μου…»

Καρκίνος

4 Φεβρουαρίου, 2023

Ξέρεις τι είναι να σου τρώει ένα σαράκι τα σπλάχνα; Να πολλαπλασιάζεται, να μεγαλώνει κι αχόρταγο να μετακινείται μέσα σου σαν ανελέητος ληστής της ζωτικότητας σου. Ποιος του έδωσε δικαίωμα να χαραμίσει τη ζωή σου; 

ΓΙΑΤΙ; Αυτά τα 5 γράμματα αναβοσβήνουν στο μυαλό μου σαν φωτεινή επιγραφή νέον
σε σκοτεινό κι έρημο παλιοσόκακο. Τόσο έρημο που κάνεις δε με ακούει. Δεν παίρνω απάντηση από πουθενά. Είναι η στενοχώρια που κατάπια σαν φαρμάκι και μου δηλητηρίασε τα σωθικά; Είναι το άγχος που ορίζει τη ζωή μου και χάνομαι μέσα στον δαιδαλώδη λαβύρινθο του, τυφλή και φοβισμένη; Είναι ο θυμός που καταπίεσα για να μην αντισταθώ, να μην αντιδράσω, επειδή αυτό μου έμαθαν πως θα πει αγάπη; Είναι η σωματοποίηση του πένθους για την απώλεια όσων ονειρεύτηκα;

Μια φωνή με προτρέπει να μετρήσω ως το 3. "Κρυώνω", απαντώ. Με τυλίγουν με μια κουβέρτα που με προφυλάσσει από την παγωμένη ατμόσφαιρα του χειρουργείου. Κι όμως το ψύχος συνεχίζει. Κρυώνω μέσα μου. "Σε λίγο θα έχουμε τελειώσει" συνεχίζει η φωνή. Αφήνομαι σε έναν ύπνο που με ζεσταίνει με την ελπίδα πως όταν ξυπνήσω, όλα θα είναι ένα όνειρο. 

Έρχεται το βράδυ και βρίσκομαι μεταξύ της πραγματικότητας που με καλεί να ξυπνήσω και του κουρασμένου κορμιού μου που παλεύει ν' αναρρώσει. "Όλα πήγαν καλά! Το αφαιρέσαμε όλο!Καθάρισες!" η φωνή με καθησυχάζει. Μέσα στη ζάλη της νάρκωσης ένα μικρό φως ανάβει στην καρδιά μου. Νομίζω πως χαμογελώ. "Όλα πήγαν καλά!" επαναλαμβάνονται οι λέξεις σαν ηχώ στο μυαλό μου. Ο απρόσκλητος εισβολέας κείτεται πια νεκρός στα απόβλητα. Τον νίκησα! "Ήταν μεγαλύτερο από όσο υπολογίζαμε" συνεχίζει η φωνή. Φαντάζομαι μια μελανή σφαίρα να ρουφάει όλα τα αρνητικά συναισθήματά μου που ποτέ δεν εκφράστηκαν. Τα έκλεισε στο τοξικό περίβλημά της και από αυτά τρεφόταν. Και να που μια χειρουργική κάθαρση έγινε η εξομολόγηση που δεν τόλμησα πριν να είναι αργά. 

"Τι κουβαλούσες κορίτσι μου;" λέει συμπονετικά η φωνή. Πνιγώ μια θλιμμένη μετάνοια σ' ένα αχνό χαμόγελο. "Να 'ξερες γιατρέ πόσο πόνο είχε μέσα αυτό που μου έβγαλες..."Ένα δάκρυ ανακούφισης κυλά. Κι η ζωή - ευτυχώς - συνεχίζεται. 

Το Φάντασμα των Χριστουγέννων

25 Δεκεμβρίου, 2022

Ήρθαν πάλι Χριστούγεννα! Όλοι ετοιμάζονται πυρετωδώς για το μεγάλο τραπέζι, την ανταλλαγή των δώρων, τα αμέτρητα γλυκά και τη ζεστή ατμόσφαιρα που πλημμυρίζει τα σπίτια. Όλοι εκτός από τον γέρο-Μάρτυ.

Ο γέρο-Μάρτυ ζούσε στο τέλος του δρόμου. Είχαν περάσει ήδη δέκα χρόνια απ' όταν έχασε τη γυναίκα του. Ήταν αγαπημένο ζευγάρι, απ' αυτά που, παρά το προχωρημένο της ηλικίας τους, επέμεναν να κρατιούνται χέρι - χέρι κατά την καθημερινή απογευματινή τους βόλτα. Με τη γυναίκα του αγαπούσαν πολύ τα Χριστούγεννα. Όταν εκείνη έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, ο γερο-Μάρτυ δε σταμάτησε να τα γιορτάζει. Κάθε χρόνο στόλιζε ένα μικρό δεντράκι, φούρνιζε με επιμέλεια παραδοσιακά γλυκά κι ευχόταν "χρόνια πολλά" σ' όποιον συναντούσε στο δρόμο, χωρίς ν' αφήνει να φαίνεται ίχνος από το προσωπικό του πένθος.

Την επόμενη κιόλας χρονιά από τον θάνατο της γυναίκας του, αποφάσισε να μετατρέψει την αποθήκη στο πίσω μέρος του σπιτιού σε εργαστήρι. Από τότε, μόλις μπει ο Δεκέμβρης, σαν άλλος Άη Βασίλης, στρώνεται στη δουλειά. Φτιάχνει μικρά χειροποίητα στολίδια και κάθε παραμονή Χριστουγέννων, την ώρα που όλοι απολαμβάνουν το σπιτικό δείπνο γύρω από το φορτωμένο με φαγητά τραπέζι, εκείνος βγαίνει ντυμένος επίσημα και τα κρεμά στο χερούλι της εξώπορτας κάθε σπιτιού.

Όλοι συμπαθούν τον γέρο-Μάρτυ, ακόμα κι αν κανείς δεν τον έχει δει ποτέ να χαρίζει τα μυστικά του δώρα. "Αυτός ο άνθρωπος έχει μέσα του το πνεύμα των Χριστουγέννων" λένε μεταξύ τους. Κάθε χρόνο, όμως, ο γέρο-Μάρτυ περνά μόνος τις γιορτινές μέρες. Κανείς δεν τον προσκαλεί. Όλοι νομίζουν ότι κάπου αλλού θα έχει να πάει. Μόνη συντροφιά του είναι το φάντασμα των Χριστουγέννων. Συνεπές στο ραντεβού του, κάθε 25η Δεκεμβρίου, φωλιάζει στην καρδιά του γέρο-Μάρτυ.

"Ήρθες πάλι; Δε χρειαζόταν".

"Ξέρεις καλά πως δε σε αφήνω".

"Πόσο όμορφα θα ήταν αν μια χρονιά έλειπες!".

"Μη γίνεσαι αχάριστος! Είμαι το μόνο που έχεις!".

Ο γέρο-Μάρτυ κούνησε συγκρατημένα το κεφάλι σε ένδειξη συμφωνίας. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και πήγε στο παράθυρο. Η οικογένεια στο απέναντι σπίτι αντάλλασσε δώρα. Χαμόγελα φώτιζαν τα πρόσωπά τους και φωνές χαράς ακούγονταν μέσα από τα παράθυρα.

"Κοίτα τους! Είναι τόσο χαρούμενοι!"

"Μπα! Μην τους πιστεύεις! Για το φαίνεσθαι το κάνουν. Αύριο πάλι θ' αρχίσουν τους τσακωμούς" είπε αδιάφορα το φάντασμα.

"Κι όμως! Γεμίζει η ψυχή τους με φως!" ψιθύρισε ο γερο - Μάρτυ μη χορταίνοντας να τους κοιτάζει.

"Γεμίζει η ψυχή τους με φως και φως και φως! Αυτός ο άχρηστος τα κάνει όλα να φαίνονται ιδανικά!" απάντησε θυμωμένα το φάντασμα.

"Ποιος;" απόρησε ο γέρο-Μάρτυ.

"Ο αδερφός μου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων. Αυτός που σε κάνει να μοιράζεις δώρα παντού και μετά έρχομαι εγώ να μαζεύω τα κομμάτια σου. Παντού έτσι κάνει. Είναι τόσο άδικος, αλλά κανείς δεν το βλέπει. Ξέρετε όλοι μόνο να τον εκθειάζετε".

"Μα..". Ο γέρο-Μάρτυ προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά. Δίσταζε να πιστέψει εκείνα τα λόγια. Το φάντασμα κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα για αποδείξεις.

"Κοίταξε εκεί!" του είπε κι έδειξε έναν ζητιάνο που καθόταν σχεδόν ακίνητος στο πεζοδρόμιο.

"Ποιος είναι αυτός; Δεν τον έχω ξαναδεί στη γειτονιά" αποκρίθηκε ο γέρο - Μάρτυ.

"Δεν έχει σημασία. Είναι δικός μου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων τον έχει ξεχάσει. Όπως έκανε και με σένα. Λατρεύει τις οικογένειες, τα φωτάκια, τα στολίδια και όλα τα γιορτινά. Σε ανθρώπους σαν εκείνον και σαν εσένα μόνο εγώ κάνω συντροφιά. Τι έχεις να πεις τώρα; Ακόμα νοσταλγείς το πνεύμα των Χριστουγέννων;" είπε μ' ένα θιγμένο χαμόγελο.

Ο γέρο-Μάρτυ επέστρεψε στην πολυθρόνα του αποκαρδιωμένος. Ήταν αλήθεια αυτά που έλεγε το φάντασμα. Τα είχε δει με τα μάτια του. Κάτι μέσα του, όμως, αρνούνταν να τα δεχτεί. Τότε θυμήθηκε την πρώτη χρονιά που έκανε Χριστούγεννα χωρίς τη γυναίκα του. Ένιωθε τόση μοναξιά. Δεν είχε κουράγιο να γιορτάσει. Οι χριστουγεννιάτικες ετοιμασίες σχεδόν τον πονούσαν. Ήταν τότε που γνώρισε το φάντασμα των Χριστουγέννων για πρώτη φορά. Η μοναξιά του το είχε καλέσει. Στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τον πόνο του, ξεκίνησε να φτιάχνει τα στολίδια. Πίστευε πως αν μοίραζε λίγη χαρά, θα έδιωχνε το στοιχειό μέσα από την καρδιά του. Όμως να που το φάντασμα ήταν τώρα εδώ και διέλυε κάθε όμορφη εικόνα που είχε για την αγαπημένη του γιορτή. Ο γέρο - Μάρτυ πείσμωσε. Σηκώθηκε, έβαλε το παλτό του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

"Που πας;" ρώτησε παραξενεμένο το φάντασμα.

Χωρίς να του απαντήσει, πήρε ένα από τα στολίδια του και βγήκε από το σπίτι. Σε λίγο βρισκόταν δίπλα στον ζητιάνο.

"Καλά Χριστούγεννα!" ευχήθηκε ο γέρο - Μάρτυ τείνοντας προς το μέρος του ζητιάνου το χέρι που κρατούσε το στολίδι. Ο ζητιάνος σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε με απορία κι ευγνωμοσύνη.

"Ευχαριστώ!" είπε χαμογελώντας δειλά. Περιεργάστηκε το στολίδι με προσοχή, λες και του είχαν χαρίσει χρυσάφι.

"Με λένε Μάρτυ. Μένω εδώ δίπλα" συστήθηκε.

"Εγώ είμαι ο Μπιλ. Δεν έχω σπίτι" είπε ο ζητιάνος και κατέβασε το κεφάλι.

Ο γέρο-Μάρτυ τον κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά. Αν και ταλαιπωρημένος, δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία. Δεν είχε ίχνος από γένια στο πρόσωπό του. Φορούσε κουκούλα που έκρυβε τα μαλλιά του κι ήταν αδύνατος και αδύναμος. Ο γέρο-Μάρτυ έκατσε δίπλα του στο σκαλάκι.

"Τι συνέβη;".

Ο Μπιλ τον κοίταξε έκπληκτος. Μήνες είχε να ενδιαφερθεί κάποιος για εκείνον.

"Ο πατέρας μου" είπε διστακτικά. "Από όταν πέθανε η μητέρα μου, έγινε άλλος άνθρωπος. Έπινε, έβριζε, με χτυπούσε. Έτσι έφυγα από το σπίτι".

"Πόσον καιρό είσαι στους δρόμους;".

"Έναν χρόνο, κύριε. Χριστούγεννα ήταν όταν έφυγα".

"Αυτό κι αν είναι σημάδι!" σκέφτηκε ο γέρο-Μάρτυ. Τότε του ήρθε η ιδέα. Θα αποδείκνυε ότι το πνεύμα των Χριστουγέννων δεν έχει προτιμήσεις. Εμείς το προσκαλούμε, εμείς το διώχνουμε. Πρότεινε στον Μπιλ να του κάνει το τραπέζι και να περάσουν μαζί το υπόλοιπο της γιορτινής ημέρας. Τα μάτια του Μπιλ άστραψαν! Δέχτηκε το χριστουγεννιάτικο δώρο με ευγνωμοσύνη. Ο γέρο-Μάρτυ αναγνώρισε αυτή τη λάμψη. Κοίταξε πέρα και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Το φάντασμα των Χριστουγέννων είχε φύγει.

Ο Μπιλ και ο γέρο-Μάρτυ πέρασαν μαζί τις γιορτές. Το χαμόγελο είχε γεννηθεί ξανά στις καρδιές τους. Ο Μπιλ έγινε για τον γέρο - Μάρτυ ο γιος που δεν είχε και ο γέρο - Μάρτυ αγάπησε τον Μπιλ περισσότερο κι από τον πραγματικό του πατέρα. Την επόμενη χρονιά, με τη βοήθεια του Μπιλ, ο γέρο - Μάρτυ άνοιξε ένα μαγαζί, όπου εκείνος και ο "γιός" του κατασκεύαζαν χειροποίητα στολίδια. Στην πόρτα του μαγαζιού, κρεμόταν εκείνο το πρώτο στολίδι που ο Μπιλ είχε δεχτεί από τα ευγενικά χέρια του θετού του πατέρα, εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ. Το πνεύμα των Χριστουγέννων (που τελικά κουβαλάμε μέσα μας) είχε φτιάξει ακόμη μια ευτυχισμένη οικογένεια.

1 3 4 5 6 7 9