Ιστορίες

Μέλι ζωής

7 Μαΐου, 2021

Ένα άσπρο νεκρολούλουδο φόρεσε πα’ στο πέτο
Για να τον δει ανθοστόλιστο ο Χάρος που αναμένει
τυφλός με το δρεπάνι του μπροστά σε νιό ή γέρο,
για να θερίσει τα κορμιά, ήρθε δεν ήρθε η ώρα.

«Για στάσου λίγο, Θάνατε, να αποχαιρετήσω.
Έχω γυναίκα και παιδιά, ανίψια και εγγόνια.
Φίλους που με αγάπησαν, εχθρούς που με μισήσαν.
Σε όλους κάτι τους χρωστώ, ευχαριστώ ή συγγνώμη.
Σαν νεκροεπιθυμία μου, άσε να αποδώσω
όλα τα χρεωστούμενα κι όταν θα αποσώσω,
θα 'ναι για σε πιο εύκολο πια να με κουβαλήσεις
σαν ελαφρύνει η ψυχή απ' της ζωής τα βάρη.

Τη θλίψη ετούτη δε βαστώ, την απωθεί η καρδιά μου
σαν αγκαλιάζει μέσα της χαρά μαζί και πόνο.
Δάκρυα από συγκίνηση πετούν απ' την ψυχή μου
Λυτρώνουν, λες, την ομορφιά από ανάσες λύπης.

Άσε με να στερνοπλυθώ από τα κρίματά μου
Κι ευθύς θα σου παραδοθώ δίχως κανένα φόβο.
Αρκεί κι εσύ να μου κρατάς σφιχτά το ένα μου χέρι
Σαν τη γλυκιά μανούλα μου σαν πήγαινα σχολείο.

Σχολειό είναι κι ο θάνατος. Θα το διαβώ, αλήθεια.
Μα τη ζωή που έζησα να αποχαιρετήσω πρώτα.
Θα είναι, λες, αγένεια αν έτσι την αφήσω.
Τόσα πολλά μου πρόσφερε σα να ‘μουνα παιδί της.
Πικρές, χαρές, ανάθεμα, υπερηφάνεια, ψέμα.
Θα ήμουν πια αχάριστος στη γενναιοδωρία.

Ξέρω πως χρόνο δεν κοιτάς. Πως είστε μαλωμένοι.
Γι’ αυτό και χρόνο δε ζητώ, μα άσε με ν' αντικρίσω
Όσα εδώ πέρα γεύτηκα σε τούτο εδώ το βιός μου.

Θαρρείς πολλά πως σου ζητώ...
Και θα ζητήσω ακόμα.
Όσο μ' αφήνεις να μιλώ, πάντα κάτι θα βρίσκω.
Γλυκιά η ζωή είναι θάνατε, πώς ν' αρνηθείς το μέλι;
Σαν στάζει από τα χείλη σου η τελευταία σταγόνα;».

Ο Χάρος έπιασε απαλά το ένα του το χέρι
και άλλαξε ξάφνου τη μορφή κι έγειρε πιο κοντά του.
Έγινε η μανούλα του, του γέρο-καημένου,
που από χρόνια πέθανε˙ την είχε στα κιτάπια.

Στερνό φιλί στο μέτωπο του έδωσε με πόνο
κι ευθύς εμπρός τού έδειξε την πόρτα να περάσει.
Ο γέρος με ευλάβεια της φίλησε το χέρι
και ένα δάκρυ κύλησε μαζί και η σταγόνα,
το μέλι από τα χείλη του και έπεσε στο χώμα.

Η Μάνα που άντεξε

30 Απριλίου, 2021

Ένα πρόσωπο αγγελικό σκαμμένο από τα δάκρυα. Δυο χέρια που κρατούν όλο τον επίγειο κόσμο σε ένα σώμα. Σώμα νεκρό. Μια καρδιά κομματιασμένη από το άδικο, το ασύλληπτο, το καρτερικά απρόσμενο. Η ελπίδα θανατώθηκε βάναυσα. Τα μάτια της βαριά από το μαρτύριο να δει το παιδί της,
τον Άνθρωπο που δεν έβλαψε κανέναν, να γίνεται αμνός προς θυσία σε συμφέροντα, φθόνο και απληστία.

Ο κοινός ανθρώπινος νους δε χώρα τον πόνο της. Εκείνη όμως άντεξε. Δεν έγινε εμπόδιο. Για το παιδί της. Για την πίστη της ότι το άδικο δεν ευλογείται. Για την αγάπη της ψυχής της που της ψιθύριζε πως δεν ξέρουν τι κάνουν. Μάνες τους γέννησαν κι αυτούς κι εκείνες θα έπρεπε να θρηνούν περισσότερο από εκείνη. Γιατί τα δικά τους παιδιά έγιναν αυτόχειρες της ίδιας της ψυχής τους. Τα δικά τους παιδιά, αν και ζωντανά στα μάτια του κόσμου, είχαν πεθάνει για πάντα.

Η Μάνα αυτή βίωσε τον υπέρτατο πόνο κι άντεξε. Για κάθε μάνα που της παίρνει ο θάνατος το παιδί μέσα από τα χέρια. Για κάθε μάνα που παλεύει με το θηρίο του πένθους. Για κάθε παιδί που φεύγει αδικοχαμένο. Για κάθε μικρό Χριστό που θυσιάζεται στην εκάστοτε εξουσία. Έγινε σύμβολο, ελπίδα, παρηγοριά και διδαχή πως η αγάπη είναι πιο δυνατή ακόμα κι από τον θάνατο. Μόνο η αγάπη αντέχει. Μόνο η αγάπη μένει. Μόνο η αγάπη απαλύνει τον πόνο. Μόνο η αγάπη ενώνει. Μόνο η αγάπη οδηγεί στην Ανάσταση.

Καταγγελία ενός βιασμού

18 Ιανουαρίου, 2021

Κατέβηκε τα σκαλιά τρεκλίζοντας. Το κεφάλι της ήταν ζαλισμένο σαν να είχε μόλις ξυπνήσει από εφιάλτη. Έκανε δυο μετέωρα βήματα και κοίταξε ψηλά προς το παράθυρο. Εκείνος, ατάραχος, κούμπωνε το παντελόνι του, ρεμβάζοντας. Κατέβασε τα μάτια, έκλεισε με το χέρι της τα πέτα του παλτό της και το κράτησε σφιχτά σαν να μπορούσε να κρύψει την ντροπή της μέσα του. Επιτάχυνε το βήμα της. Δεν άντεχε να μείνει ούτε μια στιγμή ακόμα σ' εκείνη την κόλαση.

Άρχισε να τρέχει, ενώ τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπο της, αψηφώντας τη μανία του ανέμου να τα στεγνώσει. Ένιωσε μια σουβλιά στο πάνω χείλος. Το άγγιξε με τα δάχτυλά της. Η πληγή από το χαστούκι που την είχε αφήσει αναίσθητη είχε ανοίξει από το κρύο και αιμορραγούσε. Το κράτησε όπως όπως με ένα χαρτομάντιλο και συνέχισε το δρόμο της. Πού να πήγαινε όμως; Ποιος θα την πίστευε;

Στους γονείς της δεν τολμούσε να μιλήσει. Φοβόταν πως ο πατέρας της θα έφτανε στο φονικό. Η μάνα της θα καταλάβαινε, αλλά ούτε εκείνη θα σιωπούσε. Έπρεπε πάση θυσία να μείνει κρυφό. Την είχε απειλήσει πως αν μαθευόταν, είχε κάθε μέσο να τη βγάλει ψεύτρα και να την κάνει να υποφέρει για την υπόλοιπη ζωή της.

Κατηγόρησε τον εαυτό της που τον εμπιστεύθηκε. Χιλιάδες «γιατί» πλημμύρισαν το μυαλό της κι ένας χείμαρρος τύψεων την έπνιξε για ένα έγκλημα που δεν είχε κάνει. Γιατί δεν κατάφερε να ξεφύγει, γιατί δεν πίστεψε ότι θα έφτανε ως εκεί, γιατί δεν είχε δει τα σημάδια, γιατί δεν είχε περισσότερο θάρρος να μιλήσει. Και τι να πει; Όχι. Η σιωπή ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει.

Κοίταξε γύρω της. Οι περαστικοί την κοιτούσαν εχθρικά. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Για μια στιγμή της πέρασε από το μυαλό ότι τα ήξεραν όλα. «Τα ήθελε και τα 'παθε», «Ας μην κούναγε την ουρά της», «Κάποιο θάρρος θα του έδωσε» κι ένα σωρό άλλες κατηγορίες εξαπολύονταν από τα στόματά τους. Έκλεισε τ' αυτιά της. Δε μπορούσε να αντέξει άλλο εκείνα τα βλέμματα που την έκριναν ένοχη, επειδή οι ίδιοι εκ του ασφαλούς θα έπρατταν αλλιώς. Συνέχισε να τρέχει ξεσπώντας σε λυγμούς.

Ξαφνικά ένας φόβος πάγωσε την καρδιά της. Κι αν το επιχειρούσε ξανά; Τι θα έκανε; Έπρεπε να το πει σε κάποιον. Να προστατευθεί. Η σκέψη της έτρεχε σπρωγμένη από το φόβο πιο γρήγορα από τα πόδια της. Σταμάτησε λαχανιασμένη. Δεν τη βαστούσαν άλλο. Είχε φτάσει μακριά από τον εφιάλτη της, μα δεν είχε φύγει ούτε βήμα.

Σήκωσε το βλέμμα ψηλά εκλιπαρώντας για μια απάντηση στο αδιέξοδο της. Μικροσκοπικές χιονονιφάδες άγγιξαν το πρόσωπό της. Δεχόταν πάνω της την αγνή καθαρότητα τους, επαναλαμβάνοντας μέσα της πως τίποτα δεν είχε συμβεί. Ήταν όλα ένα κακό όνειρο. Ήθελε απεγνωσμένα να πάψει να νιώθει σαν σπίτι που το λήστεψαν και το μαγάρισαν εγκληματίες υπεράνω υποψίας. Δεν τα κατάφερνε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ούτε τον εαυτό της.

Θύμωσε. Με εκείνον και όσους είχαν παρόμοιες ορέξεις να ικανοποιούνται με κοπέλες που τους αρνούνταν την υποταγή. Ίσως τελικά να ήταν καλύτερα να τον σκότωνε ο πατέρας της. Θα γλίτωναν κι άλλες κοπέλες έτσι. Δεν είχε όμως το δικαίωμα να τον καταδικάσει σε φυλακή επειδή εκείνη δεν τόλμησε να τον βάλει στη θέση του. Εκείνη έπρεπε να τον είχε σκοτώσει. Άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό της σε ένα παραλήρημα παραλογισμού. Υστέρα παραιτήθηκε. Δεν είχε άλλη δύναμη. Άρχισε να ζαλίζεται.

Όταν συνήλθε βρισκόταν στο θάλαμο ενός νοσοκομείου. Οι γονείς της στέκονταν δίπλα της ανήσυχοι.

«Κοριτσάκι μου! Τι συνέβη; Πώς είσαι;» ρώτησε η μητέρα της σαστισμένη.

«Άφησε τη να συνέλθει λίγο» την επέπληξε ο πατέρας της.

«Καλά είμαι, μην ανησυχείτε...» τους καθησύχασε.

«Πώς βρέθηκες εκεί; Πώς χτύπησες;» συνέχισε η μητέρα της.

«Μην την αγχώνεις, θα μας πει με την ησυχία της!» επενέβη και πάλι ο πατέρας.

«Σκόνταψα, χτύπησα κι από τη ζαλάδα μάλλον θα λιποθύμησα. Δε θυμάμαι τίποτα μετά» βιάστηκε να προλάβει περαιτέρω ερωτήσεις.

Τα χρόνια πέρασαν. Το περιστατικό θάφτηκε. Κανείς δεν έμαθε πως το νεαρό κορίτσι κουβαλούσε ένα νεκρό κομμάτι του εαυτού της. Πώς έτρεμε κάθε φορά που καταλάβαινε ότι κάποιος ήθελε να την πλησιάσει ερωτικά. Οι μνήμες ξυπνούσαν και τη βάραιναν σαν τραχιές αλυσίδες που δεν άφηναν την καρδιά της να αφεθεί. Ο τρόμος την είχε επισκεφθεί πολύ πριν το πρώτο σκίρτημα. Φόβος και έρωτας είχαν το ίδιο αποτέλεσμα για εκείνη. Πονούσαν. Η μικρή ουλή στο χείλος που της είχε αφήσει το δαχτυλίδι του, ήταν η υπαρκτή απόδειξη.

Μια μέρα, έτυχε να περάσει ξανά έξω από το σπίτι του. Σήκωσε με πόνο τα μάτια στο ίδιο εκείνο παράθυρο. Μια νεαρή κοπέλα κοιτούσε τον δρόμο, παραδομένη στις σκέψεις της. Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν. Άγγιξε το τζαμί σαν να ήθελε να ζητήσει βοήθεια. Κάποιος τη φώναξε. Τρομαγμένη, γύρισε κι απομακρύνθηκε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά στην υποψία πως η κοπέλα βρισκόταν στην ίδια θέση μ' εκείνη. Ένιωσε την ανάγκη να φωνάξει, όταν εμφανίστηκε εκείνος, με το ίδιο απαθές ύφος κι έκλεισε την κουρτίνα. Την κατέβαλε πανικός. Ήξερε τι θα επακολουθούσε. Αυτή τη φορά δεν έπρεπε να σωπάσει. Θα τον σταματούσε.

Χτύπησε τυχαία ένα κουδούνι για να της ανοίξουν την πόρτα της πολυκατοικίας. Ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας και όρμησε με οργή στην πόρτα χτυπώντας τη με όλη της τη δύναμη. Όταν της άνοιξε του χίμηξε δίνοντας του ένα χαστούκι κι όπως ήταν σαστισμένος άρπαξε ό, τι βρήκε μπροστά της και του κατάφερε ένα γέρο χτύπημα στο κεφάλι. Μόλις σωριάστηκε αναίσθητος έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Η μικρή, ημίγυμνη, κουλουριασμένη σε στάση εμβρύου πάνω στο κρεβάτι, έκλαιγε βουβά. Την πήρε στην αγκαλιά της και την καθησύχασε. Τη βοήθησε να ντυθεί κι έφυγαν μαζί, αφού πρώτα κλείδωσε την πόρτα και πέταξε τα κλειδιά στον πρώτο κάδο που συνάντησαν έξω από το κτίριο.

Αφού τακτοποίησε τη μικρή στο σπίτι που νοίκιαζε, κάλεσε την αστυνομία. «Η σιωπή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι χρυσός για να πλουτίζουν τα βίτσια τους κτήνη σαν εκείνον. Φτάνει!» σκέφτηκε.

Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, είδε την αντανάκλαση του προσώπου της στο τζάμι. Χαμογελούσε αποφασισμένη.

«Καλησπέρα σας. Θέλω να καταγγείλω έναν βιασμό».

Τα παιδικά μάτια

20 Νοεμβρίου, 2020

Το ματάκι της είχε κοκκινίσει λίγο εξωτερικά από κάποιον ερεθισμό. Το φροντίσαμε με χλιαρό χαμομηλάκι και της υποσχέθηκα ότι την επόμενη θα έχει θεραπευτεί. Αφού με ρώτησε τι σημαίνει το "θεραπευτεί" και της εξήγησα πως κάθε τι στο σώμα μας γιατρεύεται με την κατάλληλη φροντίδα, συνεχίσαμε το παιχνίδι. 
Την επόμενη μέρα δεν το ανέφερε και θεώρησα ότι το είχε πια ξεχάσει. Κάποια στιγμή, εντελώς απροσδόκητα, σταμάτησε το παιχνίδι και έτρεξε ενθουσιασμένη προς το μέρος μου. 
"Τα ματάκια μου γιατρεύουν!!" δήλωσε με λαμπερό βλέμμα. Χαμογέλασα και κατάλαβα ότι εννοούσε το μάτι της που θεραπεύτηκε. 
"Θέλεις να πεις πως το ματάκι σου γιατρεύτηκε, σωστά;"
"Ναι!"
"Ξέρεις...κι αυτό που είπες ισχύει! Τα μάτια έχουν τη δύναμη να θεραπεύουν. Όταν χαμογελάμε, χαμογελούν και τα μάτια μας κι έτσι, όταν κοιτάμε κάποιον που είναι στενοχωρημένος, φοβισμένος, θυμωμένος, μπορούμε να τον θεραπεύσουμε! Ναι! Τα μάτια μπορούν να γιατρέψουν!"
Χαμογέλασε ικανοποιημένη για τη νέα ικανότητα που ανακάλυψε κι έφυγε τρέχοντας να συνεχίσει το παιχνίδι. Σε λίγο ήρθε ξανά, γούρλωσε τα ματάκια και με χαμόγελο είπε δυνατά. 
"Κοίτα! Είμαι χαρούμενη! Τα μάτια μου χαμογελάνε! Σ' έκανα καλά!"
Ήταν αλήθεια. Αυτά τα χαμογελαστά, αγνά, καλοσυνάτα ματάκια είχαν τη δύναμη να διώξουν κάθε έγνοια και με είχαν αφήσει με ένα ανεξίτηλο χαμόγελο στην καρδιά, να αναλογίζομαι πως το πρώτο που δικαιούται κάθε παιδί είναι να χαμογελά ανέμελο. 

Το μικρό λούτρινο αρκουδάκι

11 Νοεμβρίου, 2020

Είχες ποτέ ένα μικρό λούτρινο κουκλάκι; Φθαρμένο από σφιχτές αγκαλιές και ζωηρό παιχνίδι; Να σε συντροφεύει στα ταξίδια του μυαλού και η φαντασία σου να σε έχει πείσει πως είναι αληθινό και σε ακούει καλύτερα κι από άνθρωπο; 

Μα ήταν αληθινό! Ένα κομμάτι της παιδικής γενναιόδωρης ψυχής σου εγκαταστάθηκε μέσα του και του έδωσε πνοή. Δεν αισθάνθηκες ως Θεός που δημιούργησε κάτι. Αυτά είναι ματαιοδοξίες των μεγάλων. Εσύ είχες απλά έναν φίλο. Είτε ήσουν μαμά του, νονά του, αδερφή του, φίλη του ήταν μοναδικό. Είχε το δικό του όνομα. Τι κι αν άλλαζες τη φωνή σου για να του δώσεις μιλιά. Είχε τα δικά του αισθήματα. 

Όταν μεγάλωσες πια και το βρήκες καταχωνιασμένο και μονάχο, δε σου θύμωσε. Σου χαμογέλασε σαν να ήταν μόλις χτες που παίζατε εκείνο το κρυφτό που αφήσατε στη μέση. Έτσι νόμιζε όταν το έβαλες σ’ εκείνη την ντουλάπα, μεγάλη πια για αρκουδάκια. Ευτυχώς δεν ήξερε να μετρά τον χρόνο. Ούτε καν πρόσεξε πως έχεις μεγαλώσει πια. Για εκείνο είσαι πάντα παιδί. Εσύ του έκανες αυτό το δώρο, όταν, μαζί του, κλείδωσες στην ντουλάπα όλη σου την παιδικότητα και την άφησες να ζει μέσα στο μικρό σου λούτρινο αρκουδάκι. 

Τώρα, όπως σε κοιτάζει με αυτά τα ακίνητα ματάκια, όλα ζωντανεύουν μπροστά σου, μέσα σου. Εκείνο σε προστάτευσε τις δύσκολες στιγμές που οι μεγάλοι σε απέκλειαν, σε μάλωναν, σε αγνοούσαν ή τσακώνονταν. Εκείνο μοιράστηκε μαζί σου τα δάκρυα και τα δέχτηκε πάνω του σαν τη βροχή που πότιζε την ανύπαρκτη ψυχούλα του. Μα ήταν κι οι χαρές! Ενθουσιαζόταν όταν του έλεγες τα ευχάριστα και το έσφιγγες στην αγκαλιά σου τόσο, που αν ήταν αληθινό θα σου φώναζε «Σιγά! Θα με σκάσεις!» Μα δε διαμαρτυρήθηκε ποτέ. Ήταν υπερήφανο για σένα! Θα ορκιζόσουν πως, σε τέτοιες στιγμές, τα μάτια του έλαμπαν λίγο παραπάνω και το χαμόγελό του γινόταν λίγο πιο πλατύ. 

Σου πήρε χρόνια, μα τώρα που το αντίκρισες ξανά, μια αγκαλιά έφτασε να σε ξανασυστήσει στο παιδί που ήσουν κάποτε. Συνειδητοποίησες με δέος ότι όσα ένιωθε το αρκουδάκι σου ήταν όσα εσύ ένιωθες ή είχες ανάγκη να νιώσεις. Κοίταξες τ’ αυτάκια του. Το ένα είχε ξηλωθεί λίγο, όπως ξηλώθηκε η καρδιά σου με το χωρισμό των γονιών σου. Η μύτη του είχε φαγωθεί από την τριβή και δε θα ξαναμύριζε τα κουλουράκια της γιαγιάς σου, που τα έφτιαχνε με τόση αγάπη! Τα χεράκια και τα ποδαράκια του είχαν λεπτύνει στις κλειδώσεις από τα πολλά ζουλήγματα και τους άπειρους παιδικούς ύπνους που μοιραστήκατε αγκαλιά.

 «Σου έχω μια έκπληξη, φίλε μου!» του είπες και χάιδεψες στοργικά την κοιλιά σου. Το αγκάλιασες σφιχτά σαν να ένιωθες τη χαρά του. Ένα δάκρυ συγκίνησης κύλησε κι έπεσε πάνω του. Το αρκουδάκι σου πήρε ξανά πνοή. Τι κι αν ήταν φθαρμένο, πολλές αγκαλιές και πολλά παιχνίδια το περίμεναν ακόμα! Η φθορά του ήταν η ιστορία του και η ζωή σου. Το πιο αγνό κομμάτι του εαυτού σου ζούσε ακόμη μέσα του. Η καλύτερη κληρονομιά για το παιδί σου!

Ο θάνατος της μοναξιάς

13 Σεπτεμβρίου, 2020

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια αγκαλιά. Κάθε που ξημέρωνε άνοιγε για να χωρέσει όλον τον κόσμο. Ήταν το καταφύγιο κάθε πονεμένου, κουρασμένου, ευτυχισμένου. Έπαιρναν δύναμη κι έφευγαν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Τα βράδια μόνο έκλεινε για ν' αγκαλιάσει τη μοναξιά. Εκείνη που όλη μέρα δεν τολμούσε να πάει κοντά της και να ζητήσει μερίδιο.

Η αγκαλιά γνώριζε την υπερηφάνεια τη μοναξιάς, γι' αυτό, κάθε που νύχτωνε, την πλησίαζε διακριτικά και την έκλεινε μέσα της, λίγο πριν κοιμηθεί. Εκείνη τη στιγμή που την είχε περισσότερη ανάγκη. Λίγο πριν τα βλέφαρα βαρύνουν. Τότε που οι σκέψεις ζωντάνευαν και σαν φαντάσματα στοίχειωναν την καρδιά.

Η αγκαλιά απάλυνε το βάσανο της μοναξιάς κι έπειτα την παρέδιδε στον Μορφέα. Έτσι της έσωζε τη ζωή κάθε βράδυ. Δείχνοντάς της πως ο θάνατος της αξίζει περισσότερο από τα βάσανα στα οποία η ίδια είχε υποβάλει τον εαυτό της.

Και κάθε βράδυ η μοναξιά πέθαινε στον ύπνο της γαλήνια.

Προμηθέας περί τέχνης

14 Ιουνίου, 2020

Σε είδα να βασανίζεσαι στο έλεος των όρνιων. Δεμένος σαν κατάδικος, να σε παραφυλούν, λες και το κρίμα σου ήταν το χειρότερο όλων των κριμάτων. Λύγισα στη θέα της αδικίας που προσωποποιούνταν μπροστά μου. Σε ρώτησα «Γιατί μας υπερασπίστηκες; Δε βλέπεις την αχαριστία τώρα; Κανείς δεν έρχεται να σε βοηθήσει. Φωτιά μας έδωσες και φωτιά παίρνεις».

«Η προσφορά δε γίνεται για να εξαργυρωθεί, ακόμα κι αν το δώρο του φωτός γίνει φωτιά από τον αποδέκτη». Η απάντηση σου αινιγματική για το ανθρώπινο θνητό μυαλό μου. Η έκφραση του πόνου και της κούρασης στο πρόσωπό σου υψωνόταν σαν τείχος που δε με άφηνε να δω τα πραγματικά σου αισθήματα. Μάντεψα πως δεν είχες μετανιώσει. Δεν είχα άδικο.

«Αν δεν είχες φανεί τόσο γενναιόδωρος όμως, ίσως ο κόσμος μας να ήταν καλύτερος τώρα».

Η ανθρώπινη άγνοια οδηγεί συχνά στη βλασφημία κι εγώ είχα επιδοθεί και στα δυο εκείνη τη στιγμή, επιβεβαιώνοντας την αχαριστία του είδους μου προς το αιώνιο δώρο. Έκλεισες τα μάτια σφιχτά, σαν να μάζευες δύναμη για να με κοιτάξεις σταθερά. Όταν τα άνοιξες, η αλήθεια του βλέμματός σου με ανάγκασε να γονατίσω από ντροπή. 

«Γνωρίζεις ποιο ήταν πραγματικά το δώρο που έδωσα στους ανθρώπους;» με ρώτησες με φωνή που φανέρωνε πως η ελπίδα ήταν κραταιή ακόμα μέσα σου. Σώπαινα. Μου ήταν αδύνατο να αποκριθώ οτιδήποτε μετά από το τελευταίο μου ατόπημα.

«Πολλοί δεν το αντιλαμβάνονται, μα το υπηρετούν. Μερικοί το ερευνούν και το εξελίσσουν. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι οι λίγοι που βρίσκουν ζωή χάρη σ’ αυτό». Σταμάτησες, δίνοντας μου την ευκαιρία να συμμετάσχω, όμως παρέμενα ακίνητος κι αμίλητος.

«Δεν ήταν η φωτιά που έδωσα στους ανθρώπους. Θα ήταν μάταιο να το κάνω, αφού μοιραία θα την ανακάλυπταν από μόνοι τους. Η φωτιά υπάρχει στη φύση. Εκείνο που ο άνθρωπος έπρεπε να ανακαλύψει ήταν πώς να παίρνει τα υλικά και να τα εξυψώνει σε κάτι ανώτερο. Σε κάτι που δεν μπορεί να βρει έτοιμο γύρω του. Αυτό είναι η τέχνη. Γι’ αυτήν τιμωρήθηκα και θα το έκανα ξανά αν χρειαζόταν». Οι τρομεροί φύλακες που παρακολουθούσαν το διάλογό μας κάγχασαν. Η λοιδορία τους απέναντι στο ανθρώπινο γένος με πείσμωσε. Στάθηκα ξανά στα πόδια μου.

«Γιατί σ’ εμάς;» σε ρώτησα δαγκώνοντας τα χείλη μου με απόγνωση.

«Η τέχνη δεν ανήκει στους Θεούς. Χρειάζεται πόνο, μόχθο, ύλη και θάνατο για να πιάσει την ψυχή από την άβυσσο και να την ανεβάσει στα ουράνια. Θέλει σάρκα η τέχνη. Χέρια ροζιασμένα, κορμί αδύναμο και καρδιά ικανή για την υπέρβαση».

«Μα τη μολύναμε. Δε μας αξίζει πια» παραδέχτηκα φιλότιμα.

«Γι’ αυτό ακριβώς τη χρειάζεστε. Η τέχνη είναι η θεά της μετουσίωσης και η μητέρα της ελπίδας». Έγειρες το κεφάλι αποκαμωμένος. Ένιωσα ένα χρέος να αγκαλιάζει απαλά τις πλάτες μου. Μου είχες επιστρέψει το δώρο που προσπάθησα αχάριστα να αποτάξω. Μέσα σε λίγες λέξεις, με δίδαξες πως η αμφιβολία είναι η αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχτεί τον εαυτό του. Μα και πως εκεί ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη της τέχνης του. Στην αμφισβήτηση της παντοδυναμίας του.

Η μαγική πηγή

22 Απριλίου, 2020

«Μια φορά κι έναν καιρό, σκαρφαλωμένη σ’ έναν απόκρημνο βράχο, μια πηγή ανάβλυζε, ξεδιψώντας όσους ζητούσαν να πιουν από αυτήν.

Δυσπρόσιτη όπως ήταν, για να την φτάσει κανείς έπρεπε να έχει τη θέληση να αναρριχηθεί ως την κορυφή του βράχου κι έπειτα να κατέβει το στενό και δύσβατο μονοπάτι που οδηγούσε σ’ εκείνη. Πολλοί ανέβαιναν, στέκονταν, αλλά δίσταζαν να κατέβουν, είτε από κούραση είτε από φόβο. Αγνάντευαν τη θέα από τον βράχο και διηγούνταν στους φίλους τους όλο καμάρι, πώς κατάφεραν να φτάσουν.

Υπήρχαν κι εκείνοι που δεν υπολόγιζαν τίποτα προκειμένου να γευτούν το ιερό νερό της. «Ασκητές» τους αποκαλούσαν. Οι περισσότεροι έμεναν εκεί για ώρες έως και μέρες, μη μπορώντας να αποχωριστούν τον υδάτινο θησαυρό.

Μα η πηγή δεν ανάβλυζε απλά νερό. Θρύλοι το ‘χαν πως όποιος έπινε μία φορά, δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος άνθρωπος. Μεταμορφωνόταν και κουβαλούσε τη δροσιά στην ψυχή του μέχρι να πεθάνει.

Η γενναιοδωρία της μαγικής πηγής δε σταματούσε εκεί. Σ’ όσους παράβλεπαν τον κόπο κι έκαναν το παν για να την αγγίξουν, χάριζε από ένα δώρο. Ένα δώρο ψυχής».

«Τι δώρο ήταν αυτό παππού;» ρώτησε η μικρή με μάτια που άστραφταν από αγωνία.

«Η αφύπνιση του ταλέντου» απάντησε ο παππούς με ένα ίχνος νοσταλγίας.

«Τι σημαίνει αυτό;» απόρησε το κορίτσι.

«Σημαίνει, μικρή μου, πως οποίος κατάφερνε να πιει, έστω και μια φορά, από εκείνη την πηγή, ανακάλυπτε μέσα του την τέχνη για την οποία ήταν φτιαγμένη η ψυχή του. Πολλούς ξεδίψασε αυτή η πηγή. Ζωγράφους, συγγραφείς, γλύπτες, μουσικούς κι ένα σωρό άλλους καλλιτέχνες. Πείτε μου όμως τώρα. Καταλάβατε ποια είναι η πηγή;»

Το κοριτσάκι σώπασε, μην ξέροντας τι να απαντήσει. Ο μεγαλύτερος αδερφός, χωρίς να αφήσει από το χέρι του το μολύβι που σχεδίαζε ασαφείς γραμμές στο χαρτί που βρισκόταν μπροστά του, σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τον παππού του. Είχε αντιληφθεί πως η ιστορία προοριζόταν κυρίως για εκείνον.

Κατέβασε πάλι το βλέμμα στο χαρτί. Άρχισε να ενώνει τις σκόρπιες γραμμές, ώσπου διακρίθηκε ένα σχέδιο. Όσο σχεδίαζε, τόσο περισσότερο πάθος γέμιζαν οι κινήσεις του. Φαινόταν σαν να μη βρισκόταν κοντά τους. Αγκομαχούσε σχεδόν, σαν να σκαρφάλωνε. Στο μέτωπο του φάνηκαν οι πρώτες σταγόνες κόπου. Τις σκούπισε με μια βιαστική, μηχανική κίνηση και συνέχισε. Σιγά-σιγά, καθώς περνούσε στις λεπτομέρειες του σχεδίου, το χέρι του γλιστρούσε πιο απαλά. Προσέθετε σκιές, τόνιζε γραμμές, σχεδίαζε καμπύλες.

Ο παππούς τον κοιτούσε με ένα χαμόγελο υπερηφάνειας να φουσκώνει τα χείλη του. Η μικρή αδερφή παρακολουθούσε αποσβολωμένη.

Όταν τελείωσε, το βλέμμα του επανήλθε με δυσκολία στο χώρο του δωματίου. Την έκφραση του προσώπου του είχε ωριμάσει η πληρότητα της εμπειρίας. Προέτεινε το σχέδιο στον παππού. Εκείνος το πήρε και το κοίταξε προσεκτικά. Η μικρούλα, όμως, δεν μπορούσε ν’ αντέξει τη μυστική σιωπή των δυο ανδρών.

«Πολύ όμορφο είναι! Μα αυτή η πηγή δε βγάζει νερό! Βγάζει μολύβια!» είπε γεμάτη απορία κι έκπληξη.

«Ακριβώς!» της είπε ο παππούς.

«Δεν καταλαβαίνω…» παραδόθηκε στην πολυθρόνα της απογοητευμένη.

«Η ιστορία μας, μικρή μου, μιλά για την πηγή της Έμπνευσης. Από αυτήν ήπιε ο αδερφός σου κι έφτιαξε αυτό το σχέδιο. Θυμάσαι που σου είπα πως η πηγή σε βοηθά να ανακαλύψεις την τέχνη σου;»

«Ναι» απάντησε σε μια προσπάθεια να καταλάβει.

«Ποιά τέχνη πιστεύεις ότι ανακάλυψε ο αδερφός σου;»

«Τη ζωγραφική!» είπε χαρούμενη που ήξερε την απάντηση.

«Πολύ σωστά! Γι’ αυτό η πηγή που ζωγράφισε βγάζει μολύβια. Γιατί η έμπνευση πότισε το μολύβι του με το νερό της. Και από εδώ και πέρα θα συνεχίσει να το ποτίζει».

Τελείωσε το λόγο του, εναποθέτοντας ένα στοργικό βλέμμα στον εγγονό του, που τόσο του θύμιζε τον εαυτό του και το ταλέντο που ο ίδιος είχε ανακαλύψει στα νιάτα του. Το ταλέντο εκείνο που στόλιζε τους τοίχους γύρω τους και τις ψυχές όσων τους αντίκριζαν.

Ένα διαφορετικό Πάσχα

16 Απριλίου, 2020

Σωριάστηκα γονατιστή μπρος στην εικόνα Του. Προσπάθησα μάταια να βάλω μια τάξη στο μυαλό μου. Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά. Είχαμε ήδη οργανώσει το πώς θα περάσουμε το Πάσχα. Ο αδερφός μου θα ερχόταν από την Αγγλία για να τους κάνει έκπληξη. Μόνο εγώ το ήξερα. Μα την έκπληξη μας την έκανε εκείνη. Σάββατο του Λαζάρου και αντί για ανάσταση, γιορτάζουμε τον θάνατο, βαδίζοντας τον δικό μας Γολγοθά με τον σταυρό της απώλειάς της στην πλάτη. 
 
«Είχε αδύναμη καρδιά», είπαν οι γιατροί στο νοσοκομείο.
«Δεν έχετε ιδέα πόση δύναμη έκρυβε η καρδιά της μάνας μου!» σκέφτηκα ενοχλημένη, μα οι λυγμοί δε μ’ άφηναν να αρθρώσω λέξη. 
 
Αισθανόμουν τόσο μόνη. Ακόμα αντηχούσε στ’ αυτιά μου η τελευταία κουβέντα της, όταν μ’ άφησαν να τη δω. «Να προσέχεις». Τη στιγμή που η ζωή την εγκατέλειπε, η προσοχή της ήταν στραμμένη στο παιδί που είχε κοντά της.
 
Σε μια προσπάθεια να διώξω αυτήν την εικόνα από το ταραγμένο μυαλό μου, θυμήθηκα μια κουβέντα που κάναμε πριν μερικά χρόνια.
«Μ’ αγαπάς;» τη ρώτησα με βουρκωμένα μάτια, έπειτα από τον χωρισμό μου με τον επί 4 χρόνια σύντροφό μου.
«Σ’ αγαπάω με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου!» μου απάντησε και τα μάτια της έλαμπαν από στοργή.
«Πώς το ξέρεις;» τη ρώτησα σε μια προσπάθεια να εξηγήσω την αγάπη στην πληγωμένη καρδιά μου.
«Όπως σε βλέπω και με βλέπεις!» είπε κοιτώντας με κατάματα και χαϊδεύοντας τρυφερά το πρόσωπό μου. 
Αυτό το χάδι της! Σαν να έκλεινε μέσα του όλα τα «σ ’αγαπώ» που μου χρωστούσε! 
 
Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να κρατήσω όσο περισσότερο μπορούσα αυτήν την αίσθηση. Έπειτα τα άνοιξα και κοίταξα την εικόνα Του. Ένωσα τα χέρια μου κι ανασηκώθηκα σε στάση προσευχής. Έμεινα για λίγα λεπτά με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια μου. Αυτά τα χέρια που πριν λίγο είχαν κλείσει τα μάτια της. Άρχισα να τρέμω, μα δεν άφησα τα χέρια μου να χωρίσουν. Πείσμωσα. Της χρωστούσα μια προσευχή. Ήταν το μόνο αντίο που ήξερα πως μπορούσα να προσφέρω ως βοήθεια στο τελευταίο της ταξίδι. Ήταν ο δικός της χωρισμός κι έπρεπε να σταθώ δίπλα της, με το δικό μου χάδι να λέει «σ’ αγαπώ».
 
Αναρωτήθηκα αν ήμουν άξια να το κάνω. Αν είχα τη δύναμη να Του ζητήσω να την πάρει κοντά Του και να τη συγχωρέσει. Να γίνει η Ανάστασή Του ανάπαυση για εκείνη και παρηγοριά για εμάς. Να γίνει το φετινό Πάσχα πραγματικό πέρασμα από τον θάνατο στη ζωή. Για όλους μας.
 
Έκλεισα τα μάτια και συγκεντρώθηκα στα χέρια μου, που σε σχήμα βέλους έδειχναν την κατεύθυνση της προσευχής μου. Δεν ήξερα πώς ν’ αρχίσω.
 
«Πώς η πίστη χωρά σε δυο χέρια ενωμένα;» Τον ρώτησα σαν να περίμενα επιβεβαίωση πως θα δεχθεί την προσευχή μου. 
«Πώς η αγάπη χωρά σ’ ένα χάδι;» ένιωσα την απάντηση μέσα μου.
Αναρίγησα. Ξαφνικά όλα είχαν νόημα. 
 
Σήκωσα τα μάτια ψηλά.
«Όπως Σε βλέπω και με βλέπεις!» είπα σιωπηλά με δάκρυα στα μάτια και ξεκίνησα να προσεύχομαι.
 

Συζήτηση μ’ ένα χελιδόνι

20 Μαρτίου, 2020

Ήταν πρωί όταν βγήκα στο μπαλκόνι και το είδα. Κουβαλούσε με προσοχή ένα κλαδάκι στο στόμα του. Όταν έφτασε στη φωλιά που έχτιζε, το τοποθέτησε με μαεστρία και κοίταξε υπερήφανο. Ήταν έτοιμη.

«Καλημέρα χελιδόνι!» το χαιρέτησα. «Καλημέρα!» μου ανταπάντησε με ένα κοφτό τιτίβισμα.
Ξάφνου, παρά το μαγικό μου διάλογο, το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη μου. Αναλογίστηκα πως οι άνθρωποι δεν ήμασταν τόσο χαρούμενοι που βρισκόμασταν στα σπίτια μας. «Εγκλεισμό» το ονομάζαμε. Ένιωσα απογοήτευση. Κοίταξα ξανά το χελιδόνι. «Θα έρθει η άνοιξη φέτος;» το ρώτησα μελαγχολικά. «Κάθε χρόνο έρχεται» τιτίβισε απορημένο. «Φέτος δεν είναι το ίδιο όμως. Οι άνθρωποι δε θα μπορέσουν να τη δουν» αναστέναξα. «Ξέρεις γιατί λένε πως ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη;» με ρώτησε. Η απρόσμενη ερώτησή του διέκοψε τη μελαγχολία μου, όπως κεντρίζεται η σκέψη από μια γνώση πιο ενδιαφέρουσα από τη θλίψη της. «Γιατί;» θέλησα να ακούσω την απάντησή του. «Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν με χελιδόνια. Ευγενικές και ευαίσθητες ψυχές που η παρουσία τους και μόνο, αναγγέλλει χαρμόσυνα νέα για τις ψυχές των ανθρώπων. Είναι εκείνοι που προσωποποιούν την ελπίδα. Δεν είμαστε εμείς τα χελιδόνια που φέρνουμε την άνοιξη, λοιπόν. Οι άνθρωποι το κάνουν. Εμείς απλά διαβάζουμε τα σημάδια» απάντησε ταπεινά. «Αν είναι έτσι, τότε για να φτιάχνεις την φωλιά σου, σημαίνει πως υπάρχουν άνθρωποι που θα καλωσορίσουν και φέτος την άνοιξη!» αναφώνησα έκπληκτη. «Πράγματι. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την άνοιξη στην καρδιά τους όλον το χρόνο. Καλοσύνη λέγεται» είπε ενώ το τιτίβισμα του μου έδωσε την αίσθηση ενός χαμόγελου ευγνωμοσύνης. «Μα πώς; Κοίταξέ τους τώρα. Έχουν χάσει τη διάθεσή τους όλοι» επέστρεψα στη μελαγχολία μου. «Μην κοιτάς αυτά που φαίνονται. Τους ανθρώπους χελιδόνια δεν είναι εύκολο να τους διακρίνεις ανάμεσα στα άλλα πουλιά. Όπως εμένα. Ήθελες να με δεις. Γι’ αυτό τα μάτια σου έψαξαν να με βρουν» μου εξήγησε. «Θες να πεις πως κρύβονται; Τότε πώς θα τους δούμε για να καταλάβουμε ότι ήρθε η άνοιξη;» απόρησα παιδιάστικα. «Δεν κρύβονται. Αλλά δεν επιδιώκουν και να φανούν. Κάνουν απλά αυτό που νιώθουν. Δε χρειάζεται να τους δεις για να βρεις την άνοιξη. Όπως δε χρειαζόταν να δεις κι εμένα. Τη φέρνουν και τη σκορπίζουν γύρω τους τόσο ταπεινά, που δεν καταλαβαίνεις ότι το έκαναν, παρά μόνο αν τους νιώσεις. Οι άνθρωποι χελιδόνια δε μιλούν με λόγια, μα με πράξεις καλοσύνης».

Όταν τελείωσε τον λόγο του έμεινα αποσβολωμένη. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Το μυαλό μου είχε αδειάσει. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να αφουγκραστώ το περιβάλλον γύρω μου.
Κάτι ανέλπιστο συνέβη. Μέσα στην απόκοσμη ησυχία της πόλης άρχισα να ακούω καρδιές να χτυπούν. Ήταν τόσο καθαρός και αρμονικός ο ήχος τους, που νόμιζες πως είχαν συγχρονιστεί σ’ έναν κοινό ρυθμό. Σαν να ήθελαν να ξυπνήσουν γλυκά κάποιον. Έμεινα για λίγα λεπτά να απολαμβάνω αυτήν την πρωτόγνωρη γαλήνη.

Άνοιξα τα μάτια κι ο ήχος χάθηκε. Μέσα στη γλάστρα εμπρός μου, είχε ανθίσει ένα κρινάκι. Τόσο δειλά και διακριτικά. Σήκωσα τα μάτια στη φωλιά του χελιδονιού. Τα είδα να έρχονται με το υπερήφανο πέταγμά τους. Δεν ήταν πια ένα. Ήταν μια ολόκληρη οικογένεια.

1 3 4 5 6 7 8