Ποιητικές σκέψεις

Παλιές φωτογραφίες

Στο παλιό σπίτι,
το ξεκούρδιστο πια ρολόι
δε χτυπά.
Κάποτε
μετρούσε λύπες και χαρές.
Οι σκονισμένες κουρτίνες
δεν παίζουν πια κρυφτό
με το φως και το σκοτάδι.
Τα ξύλινα παραθυρόφυλλα,
δεν αποτρέπουν τις εποχές
ούτε τα αδιάκριτα γειτονικά βλέμματα.

Τι όμορφο που ήταν!
Το λευκό τραπεζομάντηλο.
Τα κρυστάλλινα ποτήρια.
Το σαλόνι για τους ξένους.
Η οικογένεια γύρω από το τραπέζι.
Δε θυμάμαι
το σκοτεινό υπόγειο,
το γεμάτο μυστικά και ψέματα.
Τα απώθησε η καρδιά
για να επιβιώσει.
Κράτησε
μονάχα τα ωραία.
Ξέχασε τον πόνο, τον μόχθο,
τα βραδινά δάκρυα,
τα ανείπωτα λόγια
και τα καλά κρυμμένα τραύματα.

Στο καινούριο σπίτι,
το μαξιλάρι 
μυρίζει μοναξιά.
Ο ύπνος στοιχειώνει,
στριφογυρνώντας μαρτυρικά
στα βαμβακερά σεντόνια.
Τα μάτια δεν κλείνουν.
Ψάχνουν συντροφιά
σε κενές εικόνες
πάνω στην επίπεδη οθόνη.
Το πρωί
τα πόδια δε βαστούν.
Το ψηφιακό ρολόι τρέχει.

Χαϊδεύω τις παλιές φωτογραφίες
με μια νοσταλγία να κυλά
στην κόγχη των ματιών.
Ποθώ
να γυρίσω στο παρελθόν.
Εκεί που κατοικούν
οι έγνοιες των άλλων.
Των τότε μεγάλων.
Εκείνες δε με αγγίζουν.
Δε με τρομάζουν.
Δε μου ανήκουν.

Όσο ο κόμπος δεν είναι
στον δικό μου λαιμό,
θα θέλω πάντα να γυρίσω πίσω
και το τότε
θα είναι πάντα καλύτερο,
όταν στο τώρα
αρνούμαι να ζήσω.

Τα μαύρα γυαλιά

Αγαπώ τα μαύρα μου γυαλιά. Δεν είναι ούτε ακριβά, θρεμμένα από τη ματαιοδοξία μου, ούτε πολύ φθηνά, αγορασμένα από το σταντ κάποιου τουριστικού. Μέσα τους κρύβω το βλέμμα μου. Προστατεύομαι από το φως του ήλιου και το σκοτάδι των ανθρώπων. Πίσω από τους σκοτεινούς καθρέφτες, παρατηρώ τον κόσμο. Δε μου στερούν τα χρώματα.

Κάποτε οι φακοί τους ήταν ροζ. Όλα έμοιαζαν όμορφα κι ακίνδυνα τότε. Ώσπου έφαγα το πρώτο χαστούκι. Τα ροζ γυαλιά έπεσαν κι έγιναν θρύψαλα. Έσκυψα και τα κοιτούσα με δάκρυα στα μάτια. Πρώτη φορά ένιωσα τόσο εκτεθειμένη. Γυμνή. Τα χρώματα τριγύρω έχασαν το παλ χρώμα τους και ζωήρεψαν τόσο που τα μάτια μου άρχισαν να πονούν. Δεν ήταν φωτεινά. Ήταν βρώμικα.

Τότε, πήρα τα μαύρα μου γυαλιά, προκάλυμμα της αισιοδοξίας μου. Ο κόσμος δεν αντέχει την καλοσύνη απροκάλυπτη. Την περνά για επίδειξη και νιώθει ότι απειλείται. Λέει λόγια σκληρά και κριτικές δήθεν καλοπροαίρετες, για να προστατεύσει τα δικά του θολά γυαλιά, που έχουν γίνει ένα με τα μάτια του. Άλλοτε χρησιμοποιεί επαίνους και κρύβει το μαχαίρι μέχρι να βγάλεις τα γυαλιά. Τότε σε τυφλώνει, σαν διεστραμμένος Οδυσσέας, ύπουλα κι εκδικητικά. Αφού δεν μπορείς να δεις όπως βλέπει, προτιμότερο να μην ξαναδείς κανένα χρώμα.

Γλίτωσα οριακά την τύφλωση. Κάτι μέσα μου την αρνιόταν. Τα μαύρα γυαλιά ήταν το πιο ανώδυνο υποκατάστατο. Έδειχναν αυτό που οι άλλοι ποθούσαν, χωρίς να μου στερούν την ταυτότητά. Έμαθα να τα βγάζω για να ξεκουράζω λίγο τα μάτια μου. Λίγοι ξέρουν το αληθινό χρώμα των ματιών μου. Είναι αυτοί που ποτέ δε πίστεψαν πως χρειάζομαι γυαλιά για ν’ αντικρίζω τον κόσμο.

Μια ανάσα γαλάζιο

5 Ιουνίου, 2026

Αυτό θε να 'ναι το χρώμα της ψυχής.
Πώς αλλιώς
να φέρνει τόση γαλήνη
τούτη η θέα.
Ρυτιδιασμένη,
όχι απ'τον χρόνο,
μα από την αέναη κίνηση,
δεν τη γνωρίζει τη φθορά.
Τη διασκεδάζει.

"Η θάλασσα φέρνει τον ουρανό στη γη" σκέφτομαι.
Να! Θαρρώ πως πιάνω λιγάκι
κάθε που την αγγίζω.
Τα βράδια
μετρώ τ'αστέρια
στο νερό που γλιστρά
ανάμεσα στα δάχτυλά μου.
Εγώ,
παιδί.
Εκείνη,
αρχόντισσα.
Καθρεφτίζει φεγγάρια,
αποχαιρετά ήλιους,
λούζεται με τη λάμψη τους,
χτενίζεται με τα κύματα
και μαγεύει τις ατελείς
και αφελείς αισθήσεις.

Λίγο από εκείνο το γαλάζιο ποθώ!
Σαν ρουφηξιά από τσιγάρο,
να γεμίσει το στήθος
και να φτάσει ως τον πυρήνα.
Εκεί από όπου ξεπηδούν λέξεις,
συναισθήματα κι αναμνήσεις.
Να βαφτεί γαλάζιο
το μικρό μου θησαυροφυλάκιο,
σαν κυκλαδίτικο νησί
στο μέσον του πελάγους.

Να κολυμπήσω μέσα του
μήπως και θυμηθώ
την ασφάλεια της μήτρας
που με γέννησε
κι εκείνη τη γαλήνη,
που μέσα στον υγρό της σάκο,
με προετοίμαζε για ν'ανασάνω.

Μια ανάσα γαλάζιο αποζητώ.
Να βουτήξω στα βαθιά.
Να πιάσω τον βυθό μου.

Να ονειρεύεσαι μιαν άνοιξη

Στην καρδιά του χειμώνα
να ονειρεύεσαι μιαν άνοιξη.
Να! Η δύναμη
για ν' αντέξεις την παγωνιά.
Δεν είναι υπόσχεση
η άνοιξη.
Βέβαιο μέλλον είναι.
Μα η ασυνέπεια του χρόνου
είναι το ελάττωμά της.

Φλεβάρης

Φλεβάρης.
Στις φλέβες του κυλά
μια άνοιξη κοιμισμένη.
Σιγανά ανδριώνεται
σαν χρυσαλλίδα στο κουκούλι,
ώσπου να φανούν
τα χελιδόνια.
Ο γερό-χειμώνας,
βαρύς στο νεκροκρέβατό του,
φυσά κατά ριπάς
τις τελευταίες του ανάσες.
Ψηλά,
ο ουρανός
σκουπίζει τα πινέλα του
και πασαλείβεται νωχελικά
με φωτεινό γαλάζιο.
Πάνω στα χρυσοκαφετιά κλαδιά
η σοφία αργοπεθαίνει
θάνατο λυτρωτικό.
Κι η ελπίδα που κοιλοπονεί,
καρτερικά προσμένει
τον διάδοχο
της αναγεννημένης νιότης.

Το άπιαστο φευγιό της ευτυχίας

Ποιο είναι αυτό
το διακριτικό ηχόχρωμα
που κάνει τη μια στιγμή
να διαφέρει από την άλλη;
Αυτή η εφήμερη μοναδικότητα
που χαράσσεται στη μνήμη
ως το άπιαστο φευγιό|
της ευτυχίας.
Περαστική κι ανέμελη
χαρίζει ένα χάδι
απειροελάχιστο
μπροστά στην αιωνιότητα
των στιγμών.

Πώς ακούγεται η ευτυχία;
Είναι μελωδική στ' αλήθεια;
Τι γεύση έχει;
Γλυκιά, θα πεις,
μα αμφιβάλλω.
Θαρρώ πως έχει
τη γεύση
της ανάγκης που καλύπτει.
Κι αν η ζωή της
είναι τόσο μικρή,
πώς γυρίζει
όταν δεν την γυρεύεις;
Θαρρώ
πως ανασταίνεται
η ευτυχία.
Ναι.
Κάθε φορά
που της κάνεις χώρο
στην καρδιά σου.

Αυγής ταξίδι

Μια λευκή αυγή
βάφτηκε στα κοραλλένια.
Βγήκε ν’ αγναντέψει
πάνω από σώματα
που περιπλανιόνται αδιάλειπτα.
Μια ποικιλία ζωηρών αποχρώσεων
της ανθρώπινης ύπαρξης
θα στολίσει
και πάλι τη μέρα της.
Τυχαίες συναντήσεις,
μεγάλες αποφάσεις,
στροφές της μοίρας.
Θα δει δάκρυα κάθε λογής,
χαμόγελα ειλικρινά,
ερωτικά και ψεύτικα,
θυμό, απογοήτευση,
χαρά και γαλήνη.
‘Πώς καταφέρνει ο άνθρωπος
να κρύβεται
κάτω από τόσο φως;’
αναρωτιέται.
Στο φως φαίνονται όλα,
αρκεί τα μάτια
να θέλουν να δουν.

Αναστέναξε,
στέλνοντας ένα σύννεφο μακριά.
Κάπου,
πίσω από κάτι κλειστά παραθυρόφυλλα,
αντίκρισε τη μιζέρια.
Εκεί, δεν την άφησαν να μπει
και να χαρίσει απλόχερα
τη ζεστασιά της.
Την αγνοούσαν.
Μα ήταν και κάποιες αυλές
γεμάτες λουλούδια,
αρώματα κι ευγένεια
που δε χρειάστηκε
καν πόρτα για να μπει.
Ήταν πάντα ορθάνοιχτα,
κάθε που ξημέρωνε.
Εκεί χαιρόταν ν’ αλωνίζει
και ν’ απολαμβάνει
τα παιχνιδίσματα των δροσοσταλίδων
πάνω σε σκέψεις
και συναισθήματα.

Αφού χόρτασε εικόνες,
η αυγή έδυσε
και μαζί απέσυρε το φως της.
Άφησε τους ανθρώπους
στη μοίρα που η νύχτα τους φυλάει
κι έκανε τον απολογισμό της.
‘Όποιος ανέχεται το σκοτάδι μέσα του,
δε θα με δει ποτέ’ συλλογίστηκε.
‘Όποιος παλεύει να σωθεί απ’ αυτό,
με έχει ανάγκη.
Μα όποιος διψά έστω
για μια ηλιαχτίδα,
θα με προσμένει να γυρίσω’
καθησυχάστηκε
κι έγειρε ν’ αποκοιμηθεί.

‘Αντίο, άνθρωπε.
Εις το επανιδείν’.

Ζήσε το καλοκαίρι σου

Ζήσε το καλοκαίρι σου.
Απόλαυσε τη θέρμη του αυγουστιάτικου ήλιου
σαν το φιλί του κεραυνοβόλου έρωτα.
Άφησε τη θάλασσα να σβήσει τα βήματά σου από την άμμο μαζί με τα λάθη σου.
Βούτα στ' αλμυρά τα κύματα χωρίς φόβο μα με πάθος.
Αγνάντεψε το ηλιοβασίλεμα
και δώσ'του να ταξιδέψει τα όνειρά σου.
Στον αέρα του δειλινού δώσε ένα άρωμα από γιασεμί.
Βάλε στη νύχτα μια νότα από απαλή μπαλάντα.
Κάνε αυθόρμητα μια ευχή στο αστέρι
που σου χαρίζει απόψε μια ευκαιρία με την πτώση του.
Και πού ξέρεις...
Στην καρδιά του φετινού Αυγούστου,
ίσως ν'ανοίξουν οι ουρανοί και να εισακουστούν οι προσευχές σου!

Το παραμύθι

Θα ήθελα να 'χα
ένα μαχαίρι κι ένα μαγικό πινέλο.
Με το μαχαίρι θ' αφαιρούσα κάθε ασχήμια
και με το πινέλο θα ζωγράφιζα
χαμόγελα στις ψυχές των ανθρώπων.
Αλλά πάλι.... με ξέρω.
Στο τέλος,
θα έβαφα και το μαχαίρι
να μην μπορεί κανένα κακό να τρυπώσει
σε τούτο δω το παραμύθι!

Ο θάνατος των μοναχικών αναμνήσεων

Ένας σωρός από παλιοσίδερα
Κομμάτια ασυνάρτητα, ασύνδετα. 
Τόσο μόνα που καταντούν μοναχικά. 
Τίποτα από ό, τι ήταν δε θυμίζουν πια… 

Σκόρπιες αναμνήσεις 
σκορπισμένες σ'ένα έδαφος 
ξένο κι αφιλόξενο. 
Σε ποιον ανήκαν;
Ποιανού τη μνήμη στοίχειωσαν
σαν καταραμένα φαντάσματα, 
καταδικασμένα να κείτονται αιώνια
στο νεκροταφείο της λησμονιάς;
Τα τελευταία ίχνη τους
φεγγίζουν μέσα από ασήμαντα αντικείμενα
και ξεθωριασμένες φωτογραφίες. 
Εναγωνίως θα κραυγάζουν σιωπηλά
ώσπου κι αυτά να φθαρούν
από το ανελέητο χέρι του χρόνου. 
Ώσπου να μη μείνει τίποτε υλικό μήτε άυλο
που να αποδεικνύει την αλήθεια τους. 
Ταγμένες στη μοναξιά τους
θα αφήσουν αυτόν τον κόσμο στην άγνοιά του
να επαναλαμβάνει αδιάκοπα
τα ίδια και τα ίδια.
Η ανυπαρξία απλώνει τα χέρια
και τις καλοδέχεται.
Εκεί ανήκουν πια.
Τα χρόνια τις κατάπιαν
όπως η μάνα γη το σώμα
από το οποίο γεννήθηκαν. 
Κανένα μυαλό δεν τις αποζητά. 
Κανένα συναίσθημα δεν τις ερωτεύτηκε.
Τις αναμνήσεις μιας ζωής που δεν υπάρχει πια. 

1 2